Friday, February 1, 2013

BREUDDWYD

Ώρες ώρες, Έμρυς, έχω την εντύπωση
Ότι ο κόσμος όλος δεν είναι παρά ένα

αεροδρόμιο

Στ'οπού καταφθάνουν οι όντες με μια
Βιάση μεγάλη, τις οπώρες της ζωής μη

Θέλοντας να απωλέσουν στο υπάγριο
Σηπτικό σκοτάδι του θανάτου, το που

δεν μπορεί παρά να

Πήζει στην ορατότητα κάθε φορά τα
Νέα είδωλα των ψυχών, με σάρκα και

οστά

και ένα όνομα

να τα περιγράφει στο φως·

Κι οι επιβάτες που 'ναι ήδη έτοιμοι να
Πετάξουν, σπάνια έχουν υπ' όψη τους

πως αυτή η πτήση

είναι πάντα μία

Και διαρκεί όσο μια ηλιακή ανάσα του
Κόσμου· γιατί είναι η αλήθεια, Έμρυς,

Είμαστε κάθε φορά το ίδιο όραμα του
Νόστου μιας χρυσής εποχής στα λευκά

Οροπέδια του νοείν· και οι νύχτες μας
Άλλο δεν είναι παρά μια ετοιμόγεννη

Όγκωση στα μετρητά των λέξεων που
Δεν εξαργυρώνονται παρά με φωτιά,

με πάθος τρελλό

Μιας τάσης προς την ζωή τέτοιας, που
Kάνει τον θάνατο ακόμα να φαίνεται

Ωσάν αδύναμο έρκος της αβύσσου προ
Του καλλίστου φωτός των κρυστάλλων

εκείνης της ποιητικής θεουργίας,

Που γνωρίζει πάντα ν' απαλλοτριώνει
Το ιερόν εκ του ορατού και το βιωτόν

εκ του αγράφου της θλίψεως

των ζωσών σκιών·

Έλεγε η φωτεινή νεραιδα με μια λύπη
Χαμογελαστή στο πρόσωπό της, προς

τον συνοδό της

Που προσπαθούσε να βεβαιώσει ποιο
Το κόστος της αλχημικής μετατροπής

του κόσμου ολόκληρου

Από

Σάρμα των αιεί αχράντων γεγονότων
Στο μυστικό διάδημα της ποίησης ότε

αυτή

Μπορεί και καθίσταται κάποτε νόμος
Όχι για τους ανθρώπους αλλά για τα

φαντάσματά τους·

Κι εσύ Σεριντούν, της είπε τότε αυτός,
Είσαι μια ερασιπλόκαμος νύμφη που

κατέφθασε στην ακτή

του ιδικού μου καιρού

Από χρόνο τόσον αρχαίο, όσο κι αυτό το
Αεροπλάνο που φαίνεται στον ορίζοντα

Να ετοιμάζεται να προσγειωθεί· είναι το
Ίδιο πάντα αεροπλάνο, Σεριντούν, τόσο

βωβό στην όψη

τόσο κραταιό

Στην

Πτερόκοσμο ιοβόλο λάμψη του, που και
Το φως ακόμη του ουρανού φαντάζει σα

Να εξέρχεται σε όλο το στερέωμα

μέσ' απ' αυτό·

Η άφιξίς του

Δεν αναγγέλεται, στην αίθουσα αναμονής
Ουδείς περιμένει τους επιβάτες του, και ο

τελικός προορισμός του

είναι πάντοτε μη ανακοινώσιμος·

Αυτό το αεροπλάνο, Σεριντούν, της έλεγε
Με κάπως πιο ζωηρή διάθεση, είναι κάθε

φορά

η ψυχή ενός ποιήματος που μόλις εγράφη

στην ανθρωπότητα

Και προσγειώνεται στα έρημα φώτα μιας
Πόλης που ακόμη δεν ηξεύρει ότι ο χρόνος

αίρεται

'Οταν δυο

Γεγονότα επικοινωνούνε μεταξύ τους σε
Μια στιγμή νεοπλασίας του παραδείσου

Μέσ'

Από το διαμαντόφωτο καλειδοσκόπιο της
Απτής και όχι πλέον της γραπτής ποίησης

Σεριντούν,

Της έλεγε,

Ενώ το τρυφερό άγγιγμα των χειλιών τους
Μέσα στην πρώιμα εσπερινή φωταψία της

αίθουσας

έκλεινε την θέα

Του αεροπλάνου που πίσω από τον ύαλο
Δεν έπαυε να πλησιάζει την επιφάνεια της

γης,

Την ληθαργική ομορφιά του φιλιού τους
Συναποφασίζοντας σε μιαν νέα αχρονία,

μυστική στους ανθρώπους

φωτεινοτάτη ωστόσο

στο ραγδαίο όναρ της ζωής·