******************************************************************* Η "Τροχαλία" ήταν το πρώτο ποίημα που αναρτήθηκε στην Β' Περίοδο του THE RETURN blog.Εδώ αναρτάται εκ νέου με εικαστική και ηχητική συνοδεία.
Φαίνεται πως τελικώς η χαρισματική Ρωσσίδα soprano έχει χωρίσει το κοινό της όπερας διεθνώς σε δύο στρατόπεδα. Στους φανατικούς υποστηριχτές της και στους ακόμα φανατικότερους επικριτές της που επιστρατεύουν συνεχώς το ιερό φάντασμα της Maria Callas για να το αντιπαραθέσουν σε αυτήν. Οι διαφωνίες και οι "αψιμαχίες" δεν στερούνται ενίοτε επιπολαιοτήτων, ακροτήτων ακόμα και τερατωδών ανοησιών.
Η Callas υπήρξε σίγουρα Η divina , ένα τέτοιο καλλιτεχνικό μέγεθος που είναι πολύ αμφίβολο αν θα το φτάσει κάποια άλλη soprano ξανά (και μιλάμε πάντα για δραματική coloratura, γιατί σε επίπεδο βαγκνερικής soprano ο θρόνος της Kirsten Flagstad στον 20ό αιώνα φαίνεται απόρθητος, ακόμα και από την Birgit Nilsson). Όμως τώρα έχουμε 2009, υπάρχουν και άλλα ταλέντα που πρέπει να φανούν και να διεκδικήσουν τους "θρόνους" τους, όπως έχει αναμφίβολα τον δικό της θρόνο η Callas, ή η Joan Sutherland. Ωστόσο θα πρέπει να είναι πάντα φανερό ότι μιλάμε για διαφορετικές φωνές μεταξύ τους, τόσο ώστε η ιδέα της "σύγκρισης" να αποβαίνει κάποτε παιδιάστικη...Αλλά ποιος είπε ότι οι οπαδοί ενός κατεξοχήν σοβαρού είδους τέχνης όπως η όπερα στερούνται κάποτε παιδιαρισμάτων;
Κατά τη γνώμη μου, οι επικριτές της Anna Netrebko είναι στο πλείστον στενοκέφαλοι και "κολλημένοι άσχημα " με το παρελθόν, όσες ανοησίες και αν πετάνε από την άλλη πλευρά οι πιο φανατικοί από τους υποστηριχτές της. Ακόμα κρίνω εντελώς γελοίο το επιχείρημα ότι η ομορφιά της Ρωσσίδας είναι ο λόγος που την καθιέρωσε στην διεθνή όπερα και ο κυριότερος παράγων που συνετέλεσε στην εμπορική επιτυχία της. Από πότε η ομορφιά μιας soprano μπορεί να αποβεί τελικώς ..."μειονέκτημα" , αυτό μόνο οι κατά φαντασίαν "πουρίστες" μπορούν να μας ξεκαθαρίσουν. Με αυτή τη λογική γιατί ας πούμε να μην οφείλει εκεί και η Beverly Sills, που υπήρξε επίσης πολύ ωραία γυναίκα, ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας της σε παλαιότερους καιρούς και όχι στην ανεπανάληπτη ικανότητα της λυρικής colοratura φωνής της ; (το ίδιο ερώτημα ισχύει φυσικά και για την καλλονή soprano των δεκαετιών του 50 και του 60 Anna Moffo). Το ένα αναιρεί το άλλο; ή είναι ανθρωπίνως δυνατόν το ένα να λειτουργήσει επιβοηθητικά του δευτέρου; Μα είναι απλό. Η Beverly Sills ανήκει σε ένα "καταξιωμένο παρελθόν", και συνεπώς η ανοησία και η στενομυαλιά μπορούν να εξαντλούνται στις πιο νέες καλλιτέχνιδες της όπερας (και η Angela Gheorghiu δεν έχει ακούσει λίγα υποτιμητικά για το αδιαμφισβήτητο ταλέντο της, σε σχέση με την φυσική ομορφιά της).
Όπως και να το κάνουμε όμως η Anna Netrebko έχει αντικειμενικά σπουδαία φωνή και φαίνεται να "κερδίζει την μάχη" και οι οπαδοί της αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο τα τελευταία χρόνια. Στο κάτω κάτω κάθε φωνή διακρίνεται και από ένα χαρακτηριστικό γνώρισμά της : η φωνή της Callas για την βαθειά ανθρωπιά της και την μεγάλη υποκριτική δεινότητά της (είναι αμφίβολο αν η ίδια ένοιωθε ποτέ ότι "υποκρίνεται" θεατρικά - ζούσε στη κυριολεξία τους ρόλους της σε ένα ανώτερο συνειδησιακό επίπεδο, εκεί όπου ζωή και τέχνη δεν ξεχωρίζονται πλέον...), η φωνή της Joan Sutherland για την αριστοκρατικότητά της και την σκανδαλωδώς άψογη τεχνική της, αλλά η Netrebko έχει αυτό που λέμε πραγματικάόμορφη φωνή. Αν είναι κάποιος ειλικρινής θα πρέπει να παραδεχθεί ότι το φωνητικό κάλλος της είναι ισάξιο του εξωτερικού της.
Και ακόμα, η ηθοποιία της είναι κατά κανόνα θαυμαστή. Ο ρόλος της Violetta π.χ.στην "La Traviata", δεν είναι καθόλου εύκολος, και δεν είναι υπερβολή αν πει κάποιος πως μιλάμε στην ουσία για τρεις διαφορετικούς ανθρώπους στις τρεις πράξεις που η Violetta καλύπτει πίσω από τη προσωπικότητά της. Με πολύ έντονες ψυχολογικές μεταπτώσεις και αναστρέψιμες διαθέσεις σε ελάχιστο χρόνο. Και εδώ η Netrebko αποδίδει σε υποκριτικό επίπεδο πάρα πολύ καλά.
Στη συγκεκριμένη εξαιρετική παρουσίαση της "La Traviata" του Verdi στο Salzburg (από την οποία και το πρώτο βίντεο πάνω), οι "αψιμαχίες" ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα κορυφώθηκαν. Μέχρι και τα σκηνικά του Willy Decker κατηγορήθηκαν από τους "επικριτές" ως "υπερμοντερνιστικά" κλπ. Και όμως, ήταν μια από τις καλύτερες ερμηνείες της όπερας που έγιναν ποτέ, και τα σκηνικά, τουλάχιστον κατά την δική μου γνώμη ήταν έξοχα. Προσωπικά δεν είμαι άκριτος υποστηριχτής κάθε τι "συγχρόνου" στη παρουσίαση μιας όπερας (ακόμα θυμάμαι εκείνο το ναυάγιο της Erika Miklósa στο "Mαγικό Aυλό" του Mozart με τα υπερφίαλα και εντελώς γελοία μέσα στην ψευδομοντερνικότητά τους σκηνικά), αλλά κρίνω αναλόγως του αποτελέσματος. Αν το αποτέλεσμα είναι επιτυχημένο και ταιριαστό τότε δεδικαίωται και η πρόθεση.
Όπως και να έχει, η όλη αντιπαράθεση, με έκανε πρόσφατα να ξενυχτήσω επί τρία συνεχόμενα βράδια ψάχνοντας στα CD's μου καθώς επίσης και στα αρχεία του pc μου να ακούσω ξανά όλες τις ερμηνείες της "La Traviata" που έχω. Από την πράγματι θεϊκή και αξεπέραστη της Callas, την επίσης μοναδική της Beverly Sills, την ιδιαζόντως ευαίσθητη της Anna Moffo, την μεγαλειώδη ακόμα ερμηνεία της Joan Sutherland σημείο αναφοράς πλέον σήμερα για την "La Traviata", μέχρι την πολύ δυνατή (μερικές φορές στη κυριολεξία!) της Angela Gheorghiu (με έναν Sir Georg Solti στο podium του Royal Opera House του Λονδίνου), την αξιοπρεπή της Kiri Te Kanawa και την εντελώς απαράδεκτη της κατά τα άλλα πολύ καλής μεν, ωστόσο ατυχησάσης έξω από τα δικά της γνώριμα πεδία της μπαρόκ όπερας Mireille Delunsch... Και φυσικά και εκείνη της Anna Netrebko, που γρήγορα έγινε μια από τις αγαπημένες μου ερμηνείες-εκδοχές της "La Traviata" του Verdi.
Στο πρώτο βίντεο, μπορείτε να διαβάσετε και επικολλημένα tips σχετικά με την αδιαμφισβήτητη ικανότητα και ομορφιά της φωνής της Anna Netrebko (και όχι της ιδίας!). Και στο δεύτερο βίντεο η Anna Netrebko πάλι σε μια πραγματικά έξοχη ερμηνεία της "Rusalka" του Dvořák .
Το αριστουργηματικό Κονσέρτο για βιολί Νο.3 του Camille Saint-Saens (1st Movement) με σολίστ την κορυφαία Silvia Marcovici. Την Ορχήστρα της ιταλόφωνης Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης της Ελβετίας διευθύνει ο Piero Bellugi.
Και στο δεύτερο βίντεο που ακολουθεί το υπόλοιπο μέρος από το πρώτο Movement του Κονσέρτου για Βιολί του Béla Bartók, με το πρώτο μέρος να έχει παρουσιαστεί εδώ.Την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βουδαπέστης διευθύνει ο Erich Bergel με σολίστ πάλι την Silvia Marcovici.
Βρεθήκαμε πάλι εδώ Βελλεροφόντη, Έλεγε η Χρυσαύγεια καθώς ο ήλιος
είχε αρχίσει
να κατεβαίνει
πολύ κοντά στη γη,
Σαν στρόβιλοι του χάους σε ανοίκειο Περιβάλλον την μία επιθυμία λέγοντας
θαρρετά
ενώπιον
του θρόνου του θεού,
Σαν βολίδες φωτός, ριπές της πρώτης Φλόγας που εμφανίστηκε στην αυγή
του
νωπού ακόμα
κόσμου
Τον ένα νόμο καταργώντας και την βοή Του θανάτου να απέχει μόλις μιαν ανάσα
αγάπης
Από τα πήλινα πεπρωμένα μας που Σιγαλά σμιλεύονταν στα τυφλά από
Ζήλο δαιμόνων καλώς κεκρυμμένων Στην φωτεινή συσκότισή μας, εμείς
Που με μια απόφαση ανταρσίας τόσες Φορές κολυμπήσαμε στις ζωηρές νύχτες
των γεγονότων
Και τις λάμψεις των φωτισμένων από Μέσα κεφαλών του πλήθους κρατώντας
σε
αιώνια
ισχύ
Μα ήταν ξανά η ζωή, και το φως τώρα Πλέον τις ουράνιες πολιτείες δεν θα έλυε
Στην ακύμαντη αίγλη τους, αλλά μόνο Αυτήν την γη, την γη του όρκου και της
εξορίας
Την παύση κάθε μνήμης της τελειότητας Οριστικά απαιτώντας, και τον ιδρώτα του
έρωτα
Διεκδικώντας έναντι του χρυσέως κορμού Της αθανασίας, μας ελέχθη, μείνετε εδώ
και φύγαμε
προτού
καν έλθουμε
Μας ελέχθη, φύγετε από εδώ μα έως τώρα Δεν προσήλθαμε καν, είμασταν στο ελεήμον
σκότος
του νεκρού
Φαέθοντος
Και γύρω μας έλαμπαν δέκα χιλιάδες ήλιοι Της σάρκας, στα υπόγεια της ζωής είμασταν
Και από παντού μιλούσαν τα υπερώα της Άγνωστης ακόμα νίκης των ανθρώπων επί
της λύπης
του αργού
χρόνου
Που καταρρέει σε σωριασμένες φιγούρες Πάνω στα κυριακάτικα τραπέζια να λένε
μοναχά
τη λέξη
'έως'
Ότι εμείς μονάχα την κατάφαση της ψυχής Αποτολμήσαμε σε μια λίμνη φωτιάς, θνητοί
Σε κόσμο θνητό να βασιλεύουμε τυχοδιώκτες, Και έναν παράδεισο αφήνοντας για πάντα
πίσω
σε
άδεια μάτια,
Μα αν η πλάση είναι το φανερό τότε η ψυχή Είναι το διπλά φανερό, Βελλεροφόντη, είναι
η αγάπη
Ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα που Δεν αφήνει να επιστρέψει ο κόσμος στο φως
των
αγγέλων
Είναι η θλίψη των απογευματινών λιμνών Καθώς ασάλευτες καθρεφτίζουν την νηνεμία
του τετελεσμένου
Και όλες οι μπάρες συρθήκαν βαρειά πάνω Στις πύλες της ζωής και εμείς νεκροί ανάμεσα
σε
νεκρούς
Αφήσαμε πίσω κάθε σώμα θεϊκό την τριβή Και την φθαρτότητα βασιλείς κηρύσσοντας
σε βασίλειο
μεταφερόμενο
από ψυχή σε ψυχή
Από ελπίδα σ' ελπίδα κι από απάτη του νου Σε φυλακή οράσεως σπιλωμένης να βλέπει
το ίδιο πράγμα
κάθε φορά,
την Πτώση,
Έλεγε η Χρυσαύγεια καθώς άφηνε απαλά Τα ξανθά μαλλιά της να σκεπάζουν όλο
τον κόσμο
Σαν μια φωτεινή αυλαία δυνάμεως που Φάνταζε πως ήλθε για να λύσει τον έρωτα
επί των ανθρώπων
Το δε σκήπτρο της εκείνη τη στιγμή ήταν Ο ίδιος ο ήλιος χαμηλωμένος στον εξώστη
της εσπέρας
της γης
Ενώ το στέμμα της τα διακριτικά ουράνια Φώτα της Αφροδίτης και του Δία καθώς
Υποσχόνταν στο στερέωμα μια νέα ημέρα Μετά την διάλυση κάθε ορατού μέσα στη
νύχτα·
Το δε δάσος που έφθινε σιγά σιγά έως το Κοίλο του ορίζοντα επιτρέποντας ένα μόνο
ευγενικό
ίχνος του
Να αγγίζει την κατωφέρεια του κόκκινου Ήλιου που σχεδόν ακουμπούσε στην απαλή
επιφάνεια
Της αφημένης σε λήθαργο ονείρου πλάσης Είχε φωταγωγηθεί από άκρη σε άκρη από
δένδρο σε δένδρο
και φυλλωσιά σε φυλλωσιά
την
Μυστική λάμψη ενός κόσμου θαυμάτων επί Του πραγματικού να αφήνει να διαρρέει σαν
υπόσχεση
κρατημένη
από τον ίδιο το θεό
Δύο επικράτειες συνεργάζονταν αρμονικά Για να αφήσουν να περάσει μέσα από το
χείλος τους
Ένας παλμός ανασυγκρότησης της φύσης Σε μη γνωστά ακόμη θεμέλια του λόγου
Ενός λόγου που φανερά δεν εκκινήθηκε Ποτέ με το γεννηθήτω αλλά με το αφιέτω
Μια κρυμμένη συστάδα οράματος στα Λυμένα παιδικά μαντήλια της θνητότητας
Που απορροφούσε την βλάστηση, τα ζώα, Και την μακρινή βασιλεία που έλαμπε στα
Μάτια των δύο εραστών σε έναν στέφανο Ήρεμης συντέλειας καθώς οι τελευταίες
ακτίνες
του Υπερίωνος
Kυκλοτερώς αστράπτανε ωσάν λαβή θόλου Μεγίστη επί των καταλαγιασμένων μορφών
στα χαμηλά
της προσμονής
για το σκοτάδι,
Οι μέρες σου ήταν πάντα δικές μου και οι Νύχτες σου Χρυσαύγεια, ένας κολοφώνας
δόξας
Πάνω στο δυνατό κορμό μου που λύγιζε από Την φλόγα των χειλιών σου και μόνον, ένας
ναός
Χτισμένος από σάρκα και ιδρώτα ήταν τα Σώματά μας σε καθαρπαγή άγριας φύσης
Από φύση αγριότερη η που τα μέλη μας Δονούσε σε χτυπήματα οριστικής ηδονής
Και λύση ενός ωκεανού γενετήσιας λάβας Επί των ριγμένων σε σκοτεινά πεπρωμένα
ανθρώπων,
Της απάντησε τότε ο Βελλεροφόντης ενώ Έχτιζε με τα χέρια του έναν οίκο όπου θα
κατοικούσε
ολόκληρη
η ανθρωπότητα
Τουτέστιν, αυτοί οι δύο μονάχα,
Και εσύ, σαν κύμα κυμάτων ροής σε ροές Ασπίλου πόθου δημιουργούσες έναν κόσμο
Από κάθε μια ανάσα σου και στεναγμό, μια Χυμένη πολιτεία στα καλούπια ενός θηλυκού
Άδη
που
το μυστήριό του
Κρατούσε σφιχτά απλωμένο στον κόσμο, ενώ Οι περαστικοί το μόνο που αντικρύζαν ήταν
ένας
λίθος
ακρογωνιαίος
Ο που εσύναξε θησαυρούς και θησαυρούς Από κάθε μεριά του γνωστού κόσμου, ήταν
η πρώτη και τελευταία
εντολή
που ακούστηκε,
Λύσατε τη κτίση, ότι αυτή επληρώθη εντός Μιας νύχτας πυρός που φώτισε τις στέγες
της
επιθυμίας
για πάντα
Λύσατε τη δημιουργία, ότι αυτή ετελέσθη Στη βρώση ενός μήλου που κρέμεται από
δένδρο φτιαγμένο από
κρύσταλλο καθρέφτη
και οσμή γυναίκας
Και στις σχισμές του λεπτού υάλου του Φωταγωγείται σε ετοιμότητα γενέσεως
και από μια εποχή,
Μα πότε είμασταν στις φωλέες του Ολύμπου Χρυσόπαλμα πτηνά που την μία ευκαιρία
αναζητούσαν
Το χρυσίο αυτό με σίδερο και ατσάλι της γης Να αλλάξουν· την σιγαλή θέρμη που τόσο
Ήπια ζέσταινε τις οράσεις μας στην αιώνια Χώρα με μια φωτιά πηλού και το μεγαλείο
ενός ψεύτικου κόσμου
να εξαργυρώσουμε
Φυγάδες είμασταν και παραβάτες, και όμως Ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο βέβαιο ότι νόμος
Για τους ανθρώπους μόνον απ'τα δικά μας Χέρια θα ήταν δυνατός και απ'τη θέληση
άλλου
ανθρώπου ή θεού
όχι·
Μεγάρα κτιστά και πολιτείες σωριασμένες Σε ερείπια του χρόνου!, εσείς υπήρξατε το
αίμα
το αλάθευτο
της αλήθειας
Και όχι η υπόσχεση του παραδείσου στα λειψά Μάτια της ανάγνωσης, ω τύμβοι φτιαγμένοι
από μάρμαρο και νύχτα!
Ποιος ήθελε της δικής σας μεγαλοπρεπείας να Αψηφήσει δώρα ευπειθή σαρκός και ολέθρου
Και
Με μιαν αταραξία καθαρού φωτός ηγεμόνα θεού Να αλλάξει; ας ήταν τα πεδία των φονευμένων
Πολυπληθέστερα των άστρων, ας ήταν η μνήμη Αιχμηρότερη της ωμής λέξεως στα λυτά πλευρά
της προσδοκίας
θνητού από θνητού
Μόνη και ωραία η κτίση της πτώσης και του Μεγάλου θανάτου θα σύρει παντοτινά επί της
γης
Τους ύψιστους δαίμονες που επί άκμωνος δεν 'Επαψαν ως σήμερα την πλήξη να σκοτώνουν
Σφυρηλατώντας σε μαύρο μέταλλο σχισμένης Οργής και σε λεπίδια ομιλίας έναν Καύκασο και
μια
πεταλούδα
Μονάχη να παραπετάει ανάμεσα σε συντριβάνια Οράματος που χρυσά καταβρέχονται στον ήλιο της
εσώτερης
εκ πηλού
αμβροσίας,
Σε θεούς και ανθρώπους την είσοδο στα Ηλύσια Πεδία του νου αειθαλούς του επιτρέποντας σε
μια κόψη ευχής
και
αράς ευκλεούς
Απολύοντας σε μία στιγμή ευτυχίας κορμού Σε κορμό, προσώπου σε πρόσωπο, στήθους
σε στήθος
Φωτιάς σε φωτιά ανάπαυση της οικουμένης· Ίδε η μία αλήθεια όπου αναπαύονται λέξεις
και ορισμοί
Ίδε ο άνθρωπος κι η σκιά μηδεμιά· και ουδείς Ο πυλών που θ' απέτρεπε την είσοδο στο φως,
Είπε ο Βελλεροφόντης και συνέχιζε να φέρει Λίθους επί λιθών να σωρεύει στα θεμέλια της
νεότητας
του κόσμου,
Και όμως, εσύ ήσουν πάντα που θήρευσες Εκείνη τη Χίμαιρα χωρίς την οποία ακόμα
και η σφοδρή ένωσή μας
δυνατή δεν θα'ταν
Βελλεροφόντη,
Του αντείπε η Χρυσαύγεια και φάνηκε για Μια στιγμή πως ο ήλιος είχε διαλυθεί στο
δάσος
Αφήνοντας μοναχά ένα ξέφωτο στο κέντρο Του ορίζοντα σαν ακινητοποιημένη έκρηξη
Ενώ η νύχτα άρχιζε σιγά σιγά να τολμάει να Καλύπτει ολόκληρη την επικράτεια, ευγενικά
Ωθώντας το ελάχιστο φως που είχε απομείνει Στη πλάση, πίσω πάλι προς τις μυστικές κοίτες
της δημιουργίας,
Σαν πέλεκυς που κατέπεφτε όλη νύχτα έξω από Τα τείχη της Τιρύνθου και της Κορίνθου, και σαν
Άνεμος που άρπαζε φωτιά από έναν και μόνον Λόγο σου, Βελλεροφόντη, ωρμούσες πάνω στο Απλωμένο σαν όνειρο επί της γης σώμα της και Το κατέρριπτες μέσα σε μια ισχυρή λαβή ομιλίας
Και φάνταζες η ίδια η ζωή στο πιο ιερό μένος της Όταν επιθυμεί ν'αποτινάξει από πάνω της κάθε
Άλλη ζωή που έπαψε προ πολλού να είναι τέτοια, Και φάνταζες ο ίδιος ο θάνατος όταν έρχεται η
στιγμή
Τα άδεια κελύφη των ανθρώπων και του χρόνου Ξανά με νέα ορμή προς τη κόλαση να επανδρώσει,
Ένας εικονοκλάστης υπήρξες Βελλεροφόντη, και Ακόμα περισσότερο ένας βασιλιάς ανάμεσα στους
Βασιλιάδες, κανένα βασίλειο μην έχοντας ,τα όλα Βασίλεια του κόσμου επισύροντας σε καθυποταγή
λέξεων
πιο ισχυρών ακόμα
και από τη δύναμη της ζωής,
Μα ποτέ δεν έστερξες τη δίψα των θνητών για μια Ακόμη ραστώνη στις άδειες κοιλάδες των πόθων
και των
μοναχικών
θελήσεών τους
Που άλλος ουδείς να γνωρίζει δεν δύναται, ει μη Ο παγωμένος μύλος π' άφησε ως κατάλοιπό της
στο Χρόνο
η Αιωνιότητα
Η μία Χίμαιρα
Που στις ατέρμονες περιστροφές της μέσα στο νου Κάθε βροτού τα μύρια σήματα μίας θολής μορφής
ξανά αληθεύοντας
Και το όνομα αυτής
Η αγάπη
Βελλεροφόντη, η αγάπη που σαν κομμένο ιστίο Από τα πανιά πλοίου κατέπεφτε στο πέλαγος και
Ένα βουνό από πεινώντα κύματα ορθώνοντας Στην άκρη του ανυποψίαστου βλέμματος του
περαστικού
κολυμβητή Και μια καταρροή φλογισμένου σιδήρου στα Απαλά μαργαριτάρια της έκτοτε χαμένης έως
το τέλος
των καιρών
παιδικότητας,
Η Χίμαιρα υπήρξε η μία και μόνη σφραγίδα Του κόσμου, είπε τότε ο Βελλεροφόντης στην
ξανθόφωτη
Χρυσαύγεια
Καθώς η φωνή του πλέον έρχοταν μέσα από Τον φωτεινό κορμό ενός δένδρου που έμοιαζε
Πως φιλοξενούσε εντός του ακόμα όλες τις Πολιτείες και τα φθαρτά επιτεύγματα των
ανθρώπων
στην ιστορία τους,
Και από ψηλά ήδη έσταζε το ψιλόβροχο του Ουρανού, αθέατο πλήρως μέσα στο ευλαβικό
σκοτάδι,
Δεν ήμουν
Εγώ εκείνος που θέλησε να την σκοτώσει, αλλά Ο ίδιος ο χρόνος στην αποκάλυψη ενός λιθίσκου
ενώπιον
ενός ασάλευτου μεγαβράχου
ανάμεσα στα κύματα
Και ο μεν πρώτος λέγεται ζωή ο δε δεύτερος θα Αποκληθεί ξανά η βασιλεία· ότι πηλός μεν είναι
Ο κόσμος, σε πηλό όμως δεν θα μπορέσει να Επιστρέψει ποτέ, ότι θάνατος είναι η κάθε ζωή
Σε θάνατο όμως να καταλήξει δεν θα'ταν ποτέ Δυνατό, ότι όλα τα πράγματα όνειρο είναι και
Σε πηγή ονείρου θα απορροφηθούν ξανά ως Το νερό στη δίνη του· ότι ένας ύπνος είναι η
Μυστική υπόσταση του κάθε όντος και σε μία Αφύπνιση τα πάντα οφείλουν να περιέλθουν
Ότι στη σκιά ενός θεϊκού ειδύλλιου αναβράζουν Πάντα τα ορατά και ως τους δύο μόνον εραστές
Οφείλουν κάποια στιγμή τις μορφές αυτών να Απεκδυθούν, στην εσχάτη απλότητα και δεινό
μεγαλείο
απολήγοντας
Δύο αετών που πετούν μοναχιασμένοι πάνω Απ'τις χαράδρες των αιώνων σαν σε πανόραμα
Θεώμενοι τα γεγονότα ξανά, και από πάνω τους Ωσεί αδάμας σε αδαμάντινο ουρανό ο νεαρός
ήλιος
Όπως υπήρξε εκατοντάδες και χιλιάδες αιώνων Πριν, και από κάτω τους ωσεί νωπός κέραμος
Επί κεράμω κτισμένος, οι πρώτες οικήσεις των Εκπεσόντων αγγέλων επί της γης, και γύρω τους
Στον ορίζοντα οι διαφανείς υδρόβιοι σωλήνες Της παρθένου βλαστήσεως των πρώτων σκέψεων
Και στοχασμών που έλαμψαν σε συνείδηση σαρκός Οι δε υάλινοι καρποί των φυτών έσταζαν ξανά την
λευκότητα
των
θεών
Σε απαλές νύξεις δρόσου επί της χαμηλής φωτιάς Των συναθροιζομένων σε αγωνίας ομάδες που από
τότε
δεν έπαψαν να κυνηγάνε εν σε πολλά·
την Χίμαιρα, Χρυσαύγεια, την Χίμαιρα,
Χωρίς την οποία μηδεμιά θνητού ανάσα δεν θα Θάμπωνε το γυαλί του ιδίου πεπρωμένου του
Μα και καμμία όπλων κλαγγή δεν θα 'σκιζε την Κοιλάδα του χρόνου όπως ακριβώς το κλάμα
του
νεογέννητου
που σχίζει τα σκοτάδια της μήτρας·
Κι εγώ Βελλεροφόντη, είμαι απλά η αναμονή Έως ότου τελεσθεί η ειρκτή και ειμαρμένη του
κόσμου,
είπε τότε με μια ανάσα θλίψεως
η λευκόθυμη Χρυσαύγεια,
Όμως
Ήμουν εγώ που φύσηξα τη Χίμαιρα μέσα Σ' έναν αδρό ύαλο ονείρων και εγώ που την
έσυρα
έξω
Από τη φιάλη του πρώτου θυμού της προς Τις εστίες φωτιάς των συγκεντρωμένων εν
απλότητι
ελπίδας και τρόμου μαζί
Η πρώτη αυγή της ιστορίας του κόσμου Ήταν και η πρώτη νύχτα που σκέπασε τα
όμματα
του
πλήθους,
Βελλεροφόντη,
Καθώς θα ήταν καταδικασμένο πια να Σύρεται ως δαίμων αλύτρωτος στα ελεεινά
Πατώματα των μυχίων σπηλαίων της ιδικής Του καρδιάς, και ένας όφις γενεσιουργός
πάντων
των ορατών
Που έκτοτε μόνο αόρατα θα τα ένοιωθαν οι Άνθρωποι δίπλα τους, από κατωφέρεια σε
κατωφέρεια
Κινήθηκε η ανθρωπότητα
Βελλεροφόντη,
Και από λήψη ύδατος ζωής σε λήψη ενός Άδειου κάδου ζωής όπου όλοι έρριχναν τα
απορρίματά τους
Και τις σχισμένες σε χίλια κόμματια στον Αγέρα ήσυχες προσδοκίες των, οίμοι, οι
πλάνητες
των παθών τους
Οίμοι, η πασιθόη φυγή της χιλιετίας στο Πουθενά της επιθυμίας γενεών και γενεών
Που ακόμα είναι σταματημένες στη γωνία Την μία γοή απωλείας αναμένοντας, όμως
δεν θα είναι
Την μία ιαχή της νίκης νυχτοποθώντας όμως Δεν θα είναι· τα κάτεργα του θανάτου μήπως
κάποτε
ανακαινίσουν σε κτίσματα
λαμπρότερα των ακροπόλεών τους
Όμως δεν θα είναι·
Ότι εγώ παραδίδομαι πια στη νύχτα σου Που της ιδικής μου σκοτεινότερη είναι·
Και σε θρόνους σμιλεμένους από αίμα και Γέλιο ιλαρό, έρωτα και μίσος λατρευτικό
Θέρμη αγκάλης και πάγο του νου, πτέρυγες Σε πτερύγια υψών στα καταβάραθρα των
προσμονών
μίας
εποχής οριστικής
Ας καθήσουμε, τους γάμους ανάμεσα στα Απρόσιτα βάθη ανδρός δεινού και τις αθώες
ακόμα
επιφάνειες
κόρης λαξευμένης στο άπειρο
Ας επικυρώσουμε,
Είπε η Χρυσαύγεια και ευθύς εφύσηξε ως Άνεμος τυφλός επί της επιφανείας της γης
Τους κλάδους και τα αθρώα φυλλώματα των Δένδρων ανασηκώνοντας σε ιερή ετοιμότητα
βασιλείας
που έρχεται,
Ο δε Βελλεροφόντης είχε προ πολλού σκεπάσει Τον κόσμο με άστρα μύρια όσες ακριβώς ήταν
και οι ψυχές
των κατοίκων του χρόνου
αιώνος παρελθόντος και μέλλοντος,
Στο μάλιστα στερέωμα μπορούσε κάποτε να Ακούγεται μονάχα ένα γέλιο παιδικό, που
Carmen Reppel as Gerhilde Gabriele Schnaut as Waltraute Gwendolyn Killebrew as Schwertleite Karen Middleton as Ortlinde Gwyneth Jones as Brünnhilde Katie Clarke as Helmwige Ilse Gramatzki as Grimgerde Jeannine Altmeyer as Sieglinde Elisabeth Glauser as Rossweisse Marga Schiml as Siegrune
Conducted by Pierre Boulez
Directed by Patrice Chéreau
from Darraðarljóð (Njál's saga Chap. 156.):
Vindum, vindum vef darraðar, þars er vé vaða vígra manna! Látum eigi líf hans farask; eigu valkyrjur vals of kosti.
Wind we, wind swiftly Our warwinning woof. sword-bearing rovers To banners rush on, Mind, maidens, we spare not One life in the fray! We corse-choosing sisters
Ποτέ κανένας δεν μπορούσε Να τους εντοπίσει για πολύ
στην πραγματικότητα
μα ούτε
και σε κανένα όνειρο
Που θα μπορούσε να αφορά Αν όχι μια πραγματικότητα
τότε ίσως
ένα άλλο όνειρο
Eπί ματαίω εξ ίσου
Μα και κανείς εξ άλλου δεν τους Αναζήτησε, και ούτε γινόταν τόσο
εύκολα
αντιληπτές
Η παρουσία και η απουσία τους, Τρέχουμε και δεν προλαβαίνουμε,
έλεγαν
βιαστικά
ενώ παρέμεναν ακίνητοι,
Και σαν βραχύβιες πεταλούδες Των ολίγων ωρών κάναν την
εμφάνισή τους
στην ομιλία
και σβήναν ζωντανοί
Εμφανίζονταν κι απεμφανίζονταν Χαμογελώντας ή και δυσθυμώντας
επιπλέοντας
σε
Μια απόλυτη νεκρά θάλασσα Της οποίας τα νερά ακόμη και
σήμερα αναζητούνται
Σε κοίτες αφανείς χαμένες στον Γεωψυχικό χάρτη· την δε εναλλαγή
της ζωής και του θανάτου
δεν την λογίσανε σημαντική
Την επανελάμβαναν κατά άπειρη Ακολουθία σε μία πάντοτε ελλιπή
εκδοχή·
Tο μάλιστα αναζητούμενο πλεόνασμα Ανέλαβαν όσοι ήταν εξ αυτών οι
ποιητές
Να το αποκλείσουνε ακόμη περισσότερο
(Και με αυτό το ποίημα ολοκληρώνεται η ενότητα "Το Όρος της Ομιλίας και η Νεκρά Θάλασσα". Στην Όλγα για τις επιτυχίες της στο ρωσσικό διασυλλογικό πρωτάθλημα σκακιού γυναικών και στην Ρεγγίνα για το θερμό review της στους "Τρώες" μου).
Για τα blogs:
επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων από το THE RETURN, αρκεί να αναφέρονται η πηγή
και το link.
Για τα υπόλοιπα sites (και οποιοδήποτε άλλο μέσο, έντυπο κ.ά.):
δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση εάν δεν υπάρχει συγκατάθεση από τον δημιουργό του παρόντος blog.
Στην τρίτη περίοδό του θα αναρτώνται στο blog κατά κανόνα καινούργια ποιήματα. Παράλληλα με το THE RETURN blog, λειτουργούν τα διαδικτυακά projects Moments of Eternity (προσωρινά παυμένο), και Century Camera II.
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΥΠΝΟΣ
-
Με αφορμή ένα κείμενο της Dianathenes, μου προέκυψαν κάποιες σκέψεις πάνω
στα θέματα που θίγει η ιστολόγος, τις οποίες και καταθέτω εδώ. Σκέψεις οι
οποίε...