Saturday, December 5, 2009

ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΙΑΣΠΙΣ



Κατά την νύχτα το έρημο ξέφωτο στο
Μέσον του δάσους κλονίστηκε αίφνης

από τις ελεγείες

των χαμένων ημερών

της ανθρωπότητας

Και στο μέσον της παγκόσμιας σκηνής του
Εσύ επικείμενη
απ' αστραίους προβολείς

ιέρεια

της

νέας σελήνης

Και σε ερημική ομορφιά μέσα στον πράσινο
Χιτώνα σου να φλογίζεις στα μάτια σου ένα

Άγνωστο ακόμα μέλλον στην διαρκή κρίση
Του κόσμου· και με διαμπερέστερη στη χάρη

Ανάδυση της κεφαλής σου από το πέλαγος
Του υπαρκτού, να λύεις τους ολόμαυρους

καταρράκτες των μαλλιών σου

στην προϊστορική

φωτιά μου

Επιχέοντάς τα σε λευκότητα νεαρού χρόνου
Πάνω στην φούγκα σκιά μου που έως άρτι

σε μία

και μόνη λέξη

περιδινίζεται,

αιών,

Εσύ είσαι ο αιών μου, εσύ και η νύξη
Που συγκρατεί την Εδέμ στο νου μου

Και όταν διαφλέγεις τον λερναίο πόθο
Της νύχτας σου με τον δικό μου σε μια

κρημναία ισχύ,

είμαι τότε

ο σκοτεινός συνοδός σου

Σε μυστήριο μιας ανθρωπότητας που
Αρνείται να πεθάνει στα ήσυχα έρειπια

της

πολύ παλαιάς

εποχής της

Η που σαν μυστική κληρονομιά ακόμα
Μέσα στις λειψίφωτες επιστρώσεις του

καθημερινού

θα απειλήσει ξανά
όλες τις παραστάσεις να κλέψει

Με την δική σου απαλή ιερότητα
Μέσα στη βροχή της οικουμένης

που ακόμα και αυτή

φάνηκε να συγκινείται

όταν περνούσες από κάτω της

Και δυνάμωσε την έντασή της
Για μια στιγμή·


Tuesday, December 1, 2009

Ο ΒΡΑΧΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΜΗΘΕΩΣ



Προσπαθούμε ακόμα να περισώσουμε
Την αίγλη της σκέψης έναντι της μίας

λαίλαπας

του μυστηρίου

Όταν αργά τη νύχτα φυγοδρομεί από
Τις φυλακές των θεών και αδιάντροπα

Ρημάζει τις σημασίες των βεβαιoτήτων
Καθυστερώντας το εξημερωμένο ηλιακό

φως

όσο

μπορεί,

Έλεγε ο Μόρφυ στη κατάμεστη αίθουσα
Ενώ οι συμπαίκτες του τον άκουγαν με

Προσοχή λελυμένοι στον δικό του κρημνό,
Τζωρτζ, Τζέημς, Χάουαρντ, Τσαρλς, ιδού

η

νύχτα

Ουδείς υπέρτερος της αφής της, μα σαν τα
Πυρφόρα σκυλιά τριγυρνάμε στους δρόμους

Γυρεύοντας κάθε φορά το οστούν του κόσμου
Και αντ'αυτού θηρεύουμε ξανά την δοκό του

Ιάσονος

Και μυριοτροπούμε με τις αλύγιστες μορφές
Του σακατεμένου στη γη είναι, εμείς που επί

γης

Είμαστε το ίχνος του εκκρεμούντος ουρανού
Και επ'ουρανώ θα υπάρξουμε ξανά ως η ορμή

Για καθίζηση σε κόσμο ανθρώπινο και φλόγινο
Πόθο στα μέλη μας για το σκεύος της γυναίκας

Εμείς σφυρηλατούμε την δική μας ειρκτή επί
Των τετραγώνων της αληθείας και πέραν των

ορέων

της

γλώσσας

Είμασταν κάποτε οι άγγελοι που κατέπεσαν
Σαν οι πεσσοί στις πλατείες των πόλεων την

αποχαλίνωση

της θνητότητας

αναδιακηρύττοντας

Εδώ είμαι αδελφοί μου, τους έλεγε ο Μόρφυ,
Σκοτεινός άγγελος ο που 'ρχεται και πάλι να

Δρέψει την τυφλότητα των όντων σε ανώτερη
Ιχνηλασία έννοιας, να ρυμοτομείς το μέλλον

Είναι μία επιστροφή, το να ξανακτίζεις όμως
Το παρελθόν είναι η διαλυμένη βασιλεία του

δεσμώτη

ανθρώπου

Όταν σιωπηλά περπατάει πάνω στη γέφυρα
Που ενώνει άγνωστο με άγνωστο, και από

Κάτω του αναρριχώνται ως τα πόδια του τα
Ολοζώντανα νερά των πληθυσμών στο χρόνο

Όμως για μια φορά, θα αποκαταστήσω την
Δόξα του πεσσού ανθρώπου έναντι της λυτής

δρακόντειας

σκακιέρας

του πεπρωμένου,

Και την σπαστή κλονισμένη κίνησή του προς
Τον φωτεινό κρατήρα του θανάτου του, σε

αξίωση

αθανασίας

δια του ρητού πηλού,

άρτου και οίνου της ηδονής,

Τι θες να πεις Πωλ, του είπαν τότε από κάτω
Οι συμπαίκτες του, ποιος μπορεί να είναι ο

Βράχος του πεπρωμένου οπού τόσο ανύποπτα
Προσδένονται οι γιοι και οι κόρες του μόχθου;

Και ποια η δύναμη εκείνη που προτάσσει τον
Εγκλεισμό σε Ιστορία και περίσπαση νοός από

Την σωριασμένη αυτοκρατορία του σε ερείπια
Γεγονότων; και τα δεσμά εκείνα που λειώνουν

Τα δευτερόλεπτα σε κόγχες λιμού χτυπημένες
Στα τείχη της ζωής ποια; ιδού αποκαθηλώσαμε

τη μάστιγα

της θέλησης

Και αντί της γης εντοπίσαμε ξανά έναν ουρανό
Μεταμορφωμένο σε μπουντρούμι του Λόγου,

Την ελευθερία μας κερδίσαμε σκληρά με το να
Καταρρέουμε ως δεσμώτες, αιώνα με τον αιώνα

Κράτος με κράτος, πόθο με πόθο, έπη ερώτων
Πάνω στη στιλπνότητα των θηλυκών αγγείων

Και την νύξη μιας μοίρας σκοτεινής πάνω στo
Τοίχο του βασιλιά Βαλτάσαρ, μανή, θεκέλ,

φάρες,

Μηδέποτε αποκρυπτογραφώντας σε άνθη και
Πολύτιμους λίθους μιας επί γης Εδέμ· ειπέ μας,

Ποιος μπορεί την άγρια λύση της ελευθερίας να
Φύγει; και ποιος εκείνος που ένα βασίλειο φωτός

Από τα σκοτάδια μπορεί να εκβάλλει σε κραταιά
Ήπειρο σώματος και ψυχής ανθρώπου, μηδείς

ο ερχόμενος,

Πωλ,

και προφήτης του η ιδία νύχτα της ζωής,

Μηδείς ο ων, Πωλ, και το τώρα του τίποτε άλλο
Από την ιδία ομίχλη του χρόνου, και ο ην μηδείς

Και ιστορία του η ιδία φωνή που ακούγεται από
Πάντα στους νυχτερινούς διαδρόμους ενός οίκου

εποχής

Λυμαίνοντας το πραγματικό προς όφελος μίας
Αράχνης του ονείρου στα ηλιοβασιλέματα της

σκιάς

του

ανθρώπου

Και μιας βάρβαρης κατοχής του μέλλοντος στα
Πρωινά πεζοδρόμια οδεύοντας προς σπηλαιώδη

γραφεία

Όπου οι ίδιοι προϊστορικοί άνθρωποι μαζεύονται
Γύρω απ'τη φωτιά που είναι τώρα ένα έγγραφο,

είπανε

οι Τζωρτζ, Τζέημς, Χάουαρντ και Τσαρλς

Και σωριαστήκανε πίσω στα καθίσματά τους ξανά
Που φέγγανε σαν έκπτωτοι θρόνοι μέσα σε ένα

παγκόσμιο

κελλί,

Και εγώ σας λέγω, πως η δικτατορία του ουρανού
Είναι ένα γραφείο επί γης που διεκπεραιώνει ξανά

Τις υποθέσεις των ερχόμενων σε μήτρα γυναικός
Αναδιανέμοντας τα πεπρωμένα με μια σφραγίδα

του

Κάιν

Και μια υπογραφή της Νεμέσεως εν ου παικτοίς
Ο άνθρωπος είναι ο μεγάλος αθώος πάνω σ' αυτή

την ολύμπια σκακιέρα,

φώναξε τότε ο Μόρφυ,

Και εμείς άλλο αυτό το βάρος δεν υπάρχει λόγος
Να σηκώνουμε, είπε ακόμα, ενώ το ακροατήριο

από κάτω του είχε

αφεθεί

σε φωτεινότερη κατατονία ακρόασης,

Υπάρχουμε ξανά, όχι όμως προς χάριν κάποιου
Αλλά προς εμάς τους ίδιους, προς το δικαίωμα

σε γη

και

ουρανό

όποτε μας κάνει κέφι, όμως,

Αργά που κινείται ο μύλος του νόμου! και τόσο
Γρήγορα που ανασαλεύει κάθε φορά η πυκνή

Αχλύ του ονείρου πάνω από τη Βαβυλώνα σε
Κάθε σπασμό του υπεδάφους των προσδοκιών,

Όμως εγώ σας λέγω ξανά πως ουδείς κατέστη
Θεός από τους θεούς και άνθρωπος από τους

ανθρώπους

Γιατί ένας και μόνος ο άνθρωπος σύρεται σαν
Σκλάβος στους φωταγωγημένους πυλώνες της

ζωής

Και σ' αυτή την υποδοχή είναι χωρίς συντροφιά
Και χωρίς μάγμα του Υπερίωνος στην καταδίκη

του

χρόνου

Μόνο με ένα άγραφο παρελθόν του ουρανού να
Χέεται από πίσω του σαν συμφορά και ένα συρτό

μέλλον

της γης

Να τον καθελκύει σε μιαν άγνωστη θάλασσα που
Καλύπτει όλη την επιφάνεια του πλανήτη από

Τον βόρειο πόλο του μυαλού του μέχρι την εσχάτη
Ανταρκτική των κάτω άκρων του, μέχρι το φως

Που σκιάζεται ακόμη μέσα στην νεοανεγειρόμενη
Οικοδομή του εγκεφάλου του, και μπορώ να δω

ακόμη

Την πρώτη σύσπαση μυός του πρωτανθρώπου από
Τις βουνοκορφές των Ιμαλαίων μέχρι τα σπήλαια

Της Ευρώπης που 'ταν γεμάτα από τις γενεές που
Ήταν να έλθουν, και από τις ουράνιες γέφυρες της

Άσγκαρ στον Βορρά μέχρι τα άλμπατρος του Νότου
Που περικύκλωναν τα ιστιοφόρα της επιδημίας

του

ανθρώπου-θεού

στο Ινδικό ωκεανό,

Μέχρι, σας λέγω, που ολόκληρη η ραχοκοκκαλιά
Του Καυκάσου στον αιωνικό τριγμό της φανέρωσε

μία

και μόνη

αλήθεια,

Ζούμε μέσα σε μια κλείδα που δεν μπορεί τον ίδιο
Να ανοίξει εαυτό της, όπως το νερό ποτέ νερό δεν

Μπορεί να βρέξει, μια κλείδα τιτανική ο κόσμος
Και ο κράτωρ αυτής είναι κλεισμένος σε μύριες

τεμαχισμένες

μορφές

ανθρώπων

Που διάφοροι μεταξύ τους τόσο, έναν άνθρωπο
Συνιστούν απ' την προοπτική της φωτιάς, ιδού

ο

πυρκαεύς

επίκειται

Και έως τότε οι βαρείς λίθοι του ανόμου νόμου
Και οι αναμοχλεύσεις του σαρκίνου πολτού σε

Μεγάλες γεννητικές ληκύθους των ετών και των
Ενιαυτών, θα σκέπουν την ορατότητα του νου,

Και εμείς σαν οι πολλοί και όχι ο ένας, σαν η
Ποίηση και όχι ο παράδεισος, σαν τετράγωνα

Στην σκακιέρα και όχι η πόλις που τετράγωνος
Κείται στον ουρανό, και ακόμα λέγω, με την

Ομορφιά του θηλυκού στήθους στην ανάσα μας
Και όχι αθάνατοι στους Κήπους των Εσπερίδων

Θα κλείσουμε βαρειά το βιβλίο της ζωής , την
Αιώρηση του πραγματικού για άλλη μια φορά

κάθιδροι

αναμένοντας,

Κατέληξε ο Μόρφυ κάτω από τον καταιγιστικό
Ήχο των χειροκροτημάτων του ακροατηρίου

Και ο βράχος όπου δεμένος είσαι ποιος; πρόλαβε
Να ακούσει τον Μακ Κένζι να τον ρωτάει από τις

Μπροστινές σειρές της αίθουσας, όμως δεν ήταν
Δυνατόν να ακουστεί τίποτε περαιτέρω, ο σάλος

Ήταν ισχυρός, και εκεί, στη δίνη της επευφημίας
Κοίταξε αργά προς το πλαϊνό τεράστιο ανοιχτό

παράθυρο

Η νύχτα ίσα ίσα που είχε ακουμπήσει πάνω στην
Κορυφή ενός ουρανοξύστη με τη μορφή ενός

συννέφου

και μόνον

Το οποίο φάνταζε στα μάτια του κάτι ανάμεσα
Σε δεσμά και λύση, του γινόταν αδύνατον να

Αποφασίσει αν το σύννεφο προτίθετο να πιέσει
Το οίκημα προς τα κάτω ή να το ελαφρύνει από

το

βάρος

του

Δεν μπορούσε να καταλήξει αν η λευκόπυκνη
Μορφή του ήταν ένα λησμονημένο φως που

Άφησε ο θεός στο παράδεισο, ή μια σεισάχθεια
Του διαβόλου, ο δε συνεχώς αύξων ήχος εκ των

Κρότων των παλαμών στην αίθουσα, σαφώς και
Του υπεμνημάτισε κάποια στιγμή την ιδέα ότι

Μπορεί και το σύμπαν να ήταν ακυβέρνητο, τόσο
Εύκολο να πλοηγηθεί όσο εύκολα θα μπορούσε

Να ακουστεί ένα χειροκρότημα, χωρίς ποτέ, είπε
Τότε ο Μόρφυ φωναχτά, να βλέπουμε σε ποιον

ανήκουν

οι παλάμες,

Όμως ο θόρυβος δεν του επέτρεψε να ακούσει
Καν τον εαυτό του, όσο τον έβλεπε καθαρά στο

πρόσωπο του Μακ Κένζι

που φαινόταν απέναντί του
σαν από καθρέπτη της κόλασης

να ανοιγοκλείνει το στόμα του

βωβά


Saturday, November 28, 2009

ΤΡΟΧΑΛΙΑ



Δεν ξέρουμε ακριβώς τι ανεσύρετο
Σε ήχο τόσο σταθερό μαζί και ετοιμόρροπο

Κάποιος απομόνωσε την εικόνα της
Κάποιος την εντόπισε μέσα στη βουερή μάζα

της πλατείας

Σαν μηχανικό τοτέμ, ανέσυρε και επέσυρε
Πηλό και μάσκα ίσως· αίμα και λόγο πιθανώς·

Οι άνθρωποι την προσπερνούσαν
Λογικό άλλωστε εφ' όσον ορατή δεν ήταν

Αναμενόμενο εξ άλλου εφ' όσον ο συρμός
Αισίως φάνταζε αβλαβής

Δεν έχω άλλη άνωση, δήλωσ' αίφνης ο περαστικός
Κι έχω ακόμη να παρατηρήσω ότι δεν υψούται

η ζωή

Ας δοκιμάσω τούτη την άνοδο, κατέληξε,
Ας επιχειρήσω και αυτή την αρπαγή

Έτσι κι αλλιώς φαντάζει νόμιμη καθ'όλα,

Και ώδευσε προς την κατάποση
Μην πας ακόμη, του 'πε κάποιος, φίλος προφανώς,

Κοντοστάθηκε για λίγο , το σκέφθηκε

Εν τέλει όμως πήγε




photo by Maximax


*******************************************************************
Η "Τροχαλία" ήταν το πρώτο ποίημα που αναρτήθηκε στην Β' Περίοδο του THE RETURN blog.Εδώ αναρτάται εκ νέου με εικαστική και ηχητική συνοδεία.

Monday, November 23, 2009

ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ


στην Maximin-Maximax


Ο ορυμαγδός της θεότητας καταμεσής
Της βροχής, έλεγε ξαφνικά ο Ντράγκο

Περιμένοντας στο σταυροδρόμι έξω από
Το ξενοδοχείο να περάσει απέναντι, ενώ

η νύχτα

είχε εισχωρήσει

βαθειά

Μέσα στις ψυχές των περαστικών τόσο
Που τους έκανε κάποτε να φωτοβολούν

από το ίδιο

το

σκοτάδι,

Και ο θρίαμβος του τετελεσμένου πάνω
Στην αμέριμνη θνητότητα, συνέχισε να

λέει

αργότερα,

Είμαστε γι'αυτό οι φύλακες της θλίψης
Που την λογίζουμε ως πιο ιερή και από

την

φωτιά

Στις πρώιμες εγέρσεις των πρώτων γόνων
Στην επιφάνεια ενός αδάμαστου ακόμα

πλανήτη

Όμως, νύχτα στη βροχή γεννιούνται οι
Άνθρωποι πάντοτε και νύχτα στη βροχή

πεθαίνουν

Με το στερέωμα από πάνω τους σε πιο
Ισχυρή σιωπή, και ενδιάμεσα από το ένα

Λυκόφως στο άλλο, η θαμπή λάμψη ενός
Ειδώλου που αντανακλά μοναχικό έλεος

στα

αναποδογυρισμένα

ανάκτορα του ουρανού

Ιδού είμαστε ξανά στην ομίχλη οι σιωπηλοί
Χείμαρροι στους αύλακες του χαμού, και

Ολόγυρα ας θροίζουν ανέπαφα οι άνθρωποι
Στα χαμηλότερα της κίνησης και της ωμής

καταχνιάς

των

λέξεων

Και ένα μόνο βλέμμα ζωής αρκεί για να
Απλώσει περισσότερο σκότος και ψύχος

στην θεία λειτουργία

του κρίματος

απλά

να υπάρχεις,

Και ο έρωτας η περίφωτη συγκυρία ανάμεσα
Σε πλάνηση και στιγμή· το βαθύτερο έρεβος

της

γυναίκας

θα μας καθηλώσει ξανά

Σε εγκλεισμό σάρκας και χρόνου, σε μια
Ιερότερη ιδιοτέλεια του πραγματικού επί

της σκορπισμένης

στον ίμερο

φωνής του πλήθους

Και το ηλιακό δίχτυ του πόθου που σύρεται
Από τον συνωμοτικό ουρανό μέχρι τους πιο

Απόκρημνους βραχίονες της αφής πάνω σε
Αφή, μία σκηνή θεάτρου που κρατάει όμηρο

την κατάπληκτη ανθρωπότητα

στα εκμαγεία των

σκηνικών εκφράσεών της

Βλέπω γι' άλλη μια φορά τους αιώνες που
Χέονται σε μία σκέψη ανθρώπου όπως το

φως στην όραση,

όπως οι στίχοι

στο κατάκοιτο ποίημα

Ξανά το πειστήριο της ακεραιότητας της
Νύχτας, ένας μοναχικός επαίτης στα άδεια

στάδια

του κρότωνα

της επιθυμίας

Με την κραυγαλέα σελήνη από πάνω του
Να τον ψύχει σε αποψινή λιτανεία φωτός

Και ένας ψίθυρος στη γωνία του κόσμου να
Επαναλαμβάνει παράτονα Μόορν Μόορνα

Και πάνω απ'όλα ο κορυδαλλός στην λευκή
Πρόσοψη της παιδικής ηλικίας που χάνεται

σε αιωνικές δρασκελιές

στην πιο φωτεινή

οικουμένη,

Μα εδώ

Το κάθε ξέφωτο της ζωής ανθρώπου δεν είναι
Παρά το τέλος του κόσμου και η αρχή του και

η λαιμαργία

ενός θριαμβικότερου

θανάτου

Στα απομεσήμερα της νωχέλειας όταν ένας
Λευκός κύκνος εμφανίζεται ξαφνικά στη μέση

του

δρόμου

Και αμέσως μεταμορφώνεται σε συντέλεια
Που απειλεί να σταματήσει μια για πάντα

την

κτίση

Σε μια στάση, γιατί είναι αλήθεια πως εμείς
Με λεωφορεία καταφθάνουμε στις άδειες

πλατείες

του

ζην

Όμως αναχωρούμε με ατμόπλοια σε πέλαγος
Που αναποντίζεται σε βάθη της πρωτόγνωρης

αχρονίας·

Είναι η ανθρωπότητα, είναι για άλλη μια φορά
Ο ανήλιαγος κύκλος της πτώσης σε μια οικεία

ανοικειότητα

του θανάτου

και εμείς

Θα κληθούμε ξανά να διαλέξουμε ανάμεσα
Σε λείψανα, φάνηκε να καταλήγει ο Ντράγκο,

Ολόκληρη η ζωή μια αντανάκλαση αγνώστου
Φωτός στο βάθος ενός σπηλαίου, και οι ολίγοι

επισκέπτες

κωπηλατούν

σε μια βάρκα

Που αργά προσπερνάει τους νυκτικούς βράχους
Χωρίς να φθάνει ποτέ αυτό το αμυδρό φως που

φαντάζει

να στέλνει σήματα

από τους τύμβους των ονείρων,

Είπε ο Ντράγκο, και κοίταξε ξανά την διάβαση·
Δεν ήταν άλλος κανείς εκτός από τον ίδιο και

'Εναν διστακτικό σκύλο ο οποίος όμως πέρασε
Πολύ πιο γρήγορα στην άλλη μεριά απ'όσο ο

ίδιος,

Δεν γνωρίζω,

είπε,

Γιατί μιλάω μόνος μου και για ποιο λόγο τα λέω
Αυτά, δεν γνωρίζω ακόμα αν αυτός ο σκύλος που

προχωράει μπροστά μου

είναι

ο σωσίας της ανθρωπότητας,

Έχω την αίσθηση πως ο κόσμος είναι και αυτός
Ο σωσίας ενός βασιλείου πραγματικότερου που

αναπαύεται

στον νου μας

Και σαν πυρ δριμύ που φλέγει τα μηνίγγια της
Τρέλλας την ακατάλληλη ώρα, θα αναφανεί,

λέγω,

θα φανεί

Όταν και η τελευταία λέξη δεν θα έχει ειπωθεί
Ακόμα, και όταν ο τελευταίος άνθρωπος δεν

θα έχει ζήσει

ποτέ,

Ολόκληρη η κτίση μία σαγήνη στην άκρη της
Διαρκούς νύχτας, και κάποτε ο υπνοβάτης θα

ξυπνήσει

Και ανάμεσα σε φωτιές θα κάνει ένα βήμα
Ακόμα μπροστά και η ζωή του θα καταπέσει

σαν άδειος φλοιός

στο βουβό δάπεδο της γης,

Και κανείς περαστικός

Δεν πρόκειται να την μαζέψει από κάτω,
Μόνοι μας θα ξυπνήσουμε στην αλήθεια

Με μία θέληση φυγής

ξανά

προς τις απτότητες των όντων

Με ένα τυφλό μάτι σφηνωμένο στα βουνά
Να βογγάει το πρωί αναθεματίζοντας τους

ζωντανούς

Που αποφάσισαν ξανά να μην υπάρξουν
Για να υπάρχουν, και κατά την εσπέρα ο

φύλακας

θα κλειδώσει την πόρτα

απαγορεύοντας την έξοδο,

Είπε ο Ντράγκο και παρατηρούσε με πολύ
Σκοτεινή διάθεση τον σκύλο μπροστά του,

Ήταν φανερό πως το ένα πόδι του ήταν
Σπασμένο και προχωρούσε κουτσός προς

τον άδειο κάδο

των

σκουπιδιών

Η δε ουρά του δεν σταμάτησε ούτε στιγμή
Να τινάσσεται χαρωπά, μπροστά στο από

αιώνες

παγωμένο βλέμμα

του θεού


****************************************************
Η άνω photo , θέμα από το Tattooing the Sutface of The Moon

Wednesday, November 18, 2009

ANNA NETREBKO, THE RISING FORCE





Φαίνεται πως τελικώς η χαρισματική Ρωσσίδα soprano έχει χωρίσει το κοινό της όπερας διεθνώς σε δύο στρατόπεδα. Στους φανατικούς υποστηριχτές της και στους ακόμα φανατικότερους επικριτές της που επιστρατεύουν συνεχώς το ιερό φάντασμα της Maria Callas για να το αντιπαραθέσουν σε αυτήν.
Οι διαφωνίες και οι "αψιμαχίες" δεν στερούνται ενίοτε επιπολαιοτήτων, ακροτήτων ακόμα και τερατωδών ανοησιών.

Η Callas υπήρξε σίγουρα Η divina , ένα τέτοιο καλλιτεχνικό μέγεθος που είναι πολύ αμφίβολο αν θα το φτάσει κάποια άλλη soprano ξανά (και μιλάμε πάντα για δραματική coloratura, γιατί σε επίπεδο βαγκνερικής soprano ο θρόνος της Kirsten Flagstad στον 20ό αιώνα φαίνεται απόρθητος, ακόμα και από την Birgit Nilsson).
Όμως τώρα έχουμε 2009, υπάρχουν και άλλα ταλέντα που πρέπει να φανούν και να διεκδικήσουν τους "θρόνους" τους, όπως έχει αναμφίβολα τον δικό της θρόνο η Callas, ή η Joan Sutherland. Ωστόσο θα πρέπει να είναι πάντα φανερό ότι μιλάμε για διαφορετικές φωνές μεταξύ τους, τόσο ώστε η ιδέα της "σύγκρισης" να αποβαίνει κάποτε παιδιάστικη...Αλλά ποιος είπε ότι οι οπαδοί ενός κατεξοχήν σοβαρού είδους τέχνης όπως η όπερα στερούνται κάποτε παιδιαρισμάτων;

Κατά τη γνώμη μου, οι επικριτές της Anna Netrebko είναι στο πλείστον στενοκέφαλοι και "κολλημένοι άσχημα " με το παρελθόν, όσες ανοησίες και αν πετάνε από την άλλη πλευρά οι πιο φανατικοί από τους υποστηριχτές της.
Ακόμα κρίνω εντελώς γελοίο το επιχείρημα ότι η ομορφιά της Ρωσσίδας είναι ο λόγος που την καθιέρωσε στην διεθνή όπερα και ο κυριότερος παράγων που συνετέλεσε στην εμπορική επιτυχία της.
Από πότε η ομορφιά μιας soprano μπορεί να αποβεί τελικώς ..."μειονέκτημα" , αυτό μόνο οι κατά φαντασίαν "πουρίστες" μπορούν να μας ξεκαθαρίσουν. Με αυτή τη λογική γιατί ας πούμε να μην οφείλει εκεί και η Beverly Sills, που υπήρξε επίσης πολύ ωραία γυναίκα, ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας της σε παλαιότερους καιρούς και όχι στην ανεπανάληπτη ικανότητα της
λυρικής colοratura φωνής της ; (το ίδιο ερώτημα ισχύει φυσικά και για την καλλονή soprano των δεκαετιών του 50 και του 60 Anna Moffo).
Το ένα αναιρεί το άλλο; ή είναι ανθρωπίνως δυνατόν το ένα να λειτουργήσει επιβοηθητικά του δευτέρου;
Μα είναι απλό. Η Beverly Sills ανήκει σε ένα "καταξιωμένο παρελθόν", και συνεπώς η ανοησία και η στενομυαλιά μπορούν να εξαντλούνται στις πιο νέες καλλιτέχνιδες της όπερας (και η Angela Gheorghiu δεν έχει ακούσει λίγα υποτιμητικά για το αδιαμφισβήτητο ταλέντο της, σε σχέση με την φυσική ομορφιά της).

Όπως και να το κάνουμε όμως η Anna Netrebko έχει αντικειμενικά σπουδαία φωνή και φαίνεται να "κερδίζει την μάχη" και οι οπαδοί της αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο τα τελευταία χρόνια.
Στο κάτω κάτω κάθε φωνή διακρίνεται και από ένα χαρακτηριστικό γνώρισμά της : η φωνή της Callas για την βαθειά ανθρωπιά της και την μεγάλη υποκριτική δεινότητά της (είναι αμφίβολο αν η ίδια ένοιωθε ποτέ ότι "υποκρίνεται" θεατρικά - ζούσε στη κυριολεξία τους ρόλους της σε ένα ανώτερο συνειδησιακό επίπεδο, εκεί όπου ζωή και τέχνη δεν ξεχωρίζονται πλέον...), η φωνή της Joan Sutherland για την αριστοκρατικότητά της και την σκανδαλωδώς άψογη τεχνική της, αλλά η Netrebko έχει αυτό που λέμε πραγματικά όμορφη φωνή. Αν είναι κάποιος ειλικρινής θα πρέπει να παραδεχθεί ότι το φωνητικό κάλλος της είναι ισάξιο του εξωτερικού της.

Και ακόμα, η ηθοποιία της είναι κατά κανόνα θαυμαστή. Ο ρόλος της Violetta π.χ.στην "La Traviata", δεν είναι καθόλου εύκολος, και δεν είναι υπερβολή αν πει κάποιος πως μιλάμε στην ουσία για τρεις διαφορετικούς ανθρώπους στις τρεις πράξεις που η Violetta καλύπτει πίσω από τη προσωπικότητά της. Με πολύ έντονες ψυχολογικές μεταπτώσεις και αναστρέψιμες διαθέσεις σε ελάχιστο χρόνο. Και εδώ η Netrebko αποδίδει σε υποκριτικό επίπεδο πάρα πολύ καλά.

Στη συγκεκριμένη εξαιρετική παρουσίαση της "La Traviata" του Verdi στο Salzburg (από την οποία και το πρώτο βίντεο πάνω), οι "αψιμαχίες" ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα κορυφώθηκαν. Μέχρι και τα σκηνικά του Willy Decker κατηγορήθηκαν από τους "επικριτές" ως "υπερμοντερνιστικά" κλπ.
Και όμως, ήταν μια από τις καλύτερες ερμηνείες της όπερας που έγιναν ποτέ, και τ
α σκηνικά, τουλάχιστον κατά την δική μου γνώμη ήταν έξοχα.
Προσωπικά δεν είμαι άκριτος υποστηριχτής κάθε τι "συγχρόνου" στη παρουσίαση μιας όπερας (ακόμα θυμάμαι εκείνο το ναυάγιο της Erika Miklósa στο "Mαγικό Aυλό" του Mozart με τα υπερφίαλα και εντελώς γελοία μέσα στην ψευδομοντερνικότητά τους σκηνικά), αλλά κρίνω αναλόγως του αποτελέσματος. Αν το αποτέλεσμα είναι επιτυχημένο και ταιριαστό τότε δεδικαίωται και η πρόθεση.

Όπως και να έχει, η όλη αντιπαράθεση, με έκανε πρόσφατα να ξενυχτήσω επί τρία συνεχόμενα βράδια ψάχνοντας στα CD's μου καθώς επίσης και στα αρχεία του pc μου να ακούσω ξανά όλες τις ερμηνείες της "La Traviata" που έχω. Από την πράγματι θεϊκή και αξεπέραστη της Callas, την επίσης μοναδική της Beverly Sills, την ιδιαζόντως ευαίσθητη της Anna Moffo, την μεγαλειώδη ακόμα ερμηνεία της Joan Sutherland σημείο αναφοράς πλέον σήμερα για την "La Traviata", μέχρι την πολύ δυνατή (μερικές φορές στη κυριολεξία!) της Angela Gheorghiu (με έναν Sir Georg Solti στο podium του Royal Opera House του Λονδίνου), την αξιοπρεπή της Kiri Te Kanawa και την εντελώς απαράδεκτη της κατά τα άλλα πολύ καλής μεν, ωστόσο ατυχησάσης έξω από τα δικά της γνώριμα πεδία της μπαρόκ όπερας Mireille Delunsch...
Και φυσικά και εκείνη της Anna Netrebko, που γρήγορα έγινε μια από τις αγαπημένες μου ερμηνείες-εκδοχές της "La Traviata" του Verdi.

Στο πρώτο βίντεο, μπορείτε να διαβάσετε και επικολλημένα tips σχετικά με την αδιαμφισβήτητη ικανότητα και ομορφιά της φωνής της Anna Netrebko (και όχι της ιδίας!).
Και στο δεύτερο βίντεο η Anna Netrebko πάλι σε μια πραγματικά έξοχη ερμηνεία της "Rusalka" του
Dvořák .





Thursday, November 12, 2009

Η ΣΘΕΝΕΒΟΙΑ ΚΑΙ Ο ΔΑΙΜΩΝ



Είσαι η γιορτή της Πτώσης μέσα στον
Άνθρωπο, Βελλεροφόντη, του έλεγε

η Σθενέβοια

μέσα στο ερημωμένο

παλάτι,

Ένας κύκνος του λόγου, η χρυσόπτερη
Αλήθεια των αναπαμών των βροτών σε

ζωή

και

θάνατο

Και είσαι ακόμα η αναμονή του κόσμου
Στη λύση της παραίσθησής του, έναντι

Φωταυγής στα κράσπεδα της θνητότητας
Επέρχεται το μυστήριο, έναντι μαρτυρίας

Των χρυσών ολυμπίων καθαρμών λύεται·
Ότι φυγάς υπήρξες όμως καμμία φυγή

Δεν σ' επεκάλυψε στα χαμηλά του ουρανού
Ότι φιλοξενούμενος των βασιλείων είσαι και

Όμως

Μοιάζεις πως εσύ φιλοξενείς κάθε βασίλειο
Μέσα σου αποδίδοντάς το ξανά στη νιότη

του

αιώνα

Ποιος δύναται την παντοκράτειρα νύχτα
Από τα σωθικά του να βγάλει για πάντα,

Βελλεροφόντη, και ποιος τις αιτήσεις του
Προς την χαράδρα του χρόνου στην οπού

Διαμένει ευλαβικά του τυχοδιώκτη η θλίψη
Μπορεί να μετατρέψει σε βροχή ζωής στους

Αμφορείς της οπτασίας ματιών και νου, μα
Σου λέγω πως άσκοπα ριγούν οι άνθρωποι

Στα στάδια της δόξας, ασκόπως δε χέονται
Σαν ύδατα πολλά στις υδρίες των οίκων τους

Ότι απλά μια ανάσα λυτή επιχειρούν και ιδού
Πώς συρρέουν οι υπερώοι άνεμοι των δεινών

Από μια κραταιά απόφαση θεών και δαιμόνων
Δέσμιους να τους κρατούν στα δάπεδα όλων

των

δισταγμών

ανάμεσα στον Όλυμπο και τη σάρκα,

Όμως εσύ Βελλεροφόντη είσαι η νύχτα που
Καλύπτει τους νόες των ανθρώπων και πυρ

Της συνείδησής τους, και ακόμα είσαι ξανά
Ο Δαίμων της Πλάσης, ότι στην φρίκη και

τη σαγήνη

μιας αφρώδους

επιθυμίας

Γεννήθηκες και στην πτώση σου παρέσυρες
Μια δημιουργία κάτω στον κόσμο ως κόσμο

Ίσχυσες, θριάμβευσες, αλλά ματαίως, ιδού
Οι θεοί απεργάζονται δεσμά πιο φωσφόρα

Για την εγκλωβισμένη ανθρωπότητα ότι
Ανάγκη μένει ακόμα να τελεσθεί, και μηδείς

Πιο πάνω απ'αυτήν είτε θνητός είτε θεός,
Ας ήταν κρυμμένη η χάρη στα σπήλαια της

θέλησης

Ας ήταν μία απόφαση μονάχα για έναν νου
Που ονειρευόμενος στον ύπνο του διαφεύγει

ταξιδιώτης

μέσα

στο ίδιο όνειρό του

Σαν συντρίμμια ναυαγίου που σαλεύουν σε
Χορό του θανάτου μέσα σε αδίστακτα νερά

Έτσι και οι άνθρωποι ομορρυθμούν στα σκότη
Της ερχόμενης ώρας που μεμιάς καταρρίπτει

Τη σκηνή του ονείρου τους, ωστόσο εσύ ποτέ
Δεν έστερξες σε έδαφος δικό σου να σταθείς,

Ωσάν να γνώριζες καλώς την τύχη που ο άνεμος
Επιθέτει στα ίχνη των πεζοπόρων της ερήμου,

και όμως,

Βλέπω τον ίδιο πάντα άνθρωπο να περπατά
Ανάμεσα στα χάσματα κενών κεκοσμημένων

Με οίστρο θανάσιμο του έρωτα και της φήμης
Γιατί αληθώς σου λέγω Βελλεροφόντη, η όλη

Ανθρωπότητα έως σήμερα ο αχός ενός υπήρξε,
Ένας ο αρχαιότερος των ημερών, ο ίδιος θα

Προβάλλει πάντα σε κάθε ζωή νέα που η μήτρα
Γυναικός φέρει ξανά στην μεγάλη ψευδαίσθηση

του

κόσμου,

Είπε η Σθενέβοια και ούτε στιγμή δεν έπαυσε
Το βλέμμα αρπαγής επί του ξένου που έδειχνε

Να γνωρίζει θαυμάσια το εσωτερικό του παλατιού
Της Τύρινθας και να κινείται με μεγάλη άνεση

στους χώρους του,

Σθενέβοια, είσαι βασίλισσα, όμως το βασίλειό σου
Είναι ένας πλωτός πόθος της λύπης στις ολόχυμες

φυτείες

της

Φαίδρας

Ότι τη ζωή μου κινδύνεψα για σένα ν' απωλέσω
Και την σκοτεινή σου ορμή που με διέβαλε στα

φιλήσυχα ώτα

του Προίτου βασιλιά,

Και αν δεν ήταν ο σκοπός μου τις εντολές του
Ιοβάτη ποτέ ν'ακολουθήσω, ωστόσο να κάνω

Αλλιώς δεν το μπορούσα, ότι σαν μαύρος άνεμος
Άδειαζε από πίσω η εκδικητική κλεψύδρα μιας

γυναίκας

Που ορκίστηκε το θάνατό μου, τα πρώιμα λόγια
Της φωτιάς της γρήγορα στρέφοντας σε μίσος

Ισόπνοο των μεγάλων ταραχών της γης και του
Ερμαίου στο άγνωστο του πόντου των χρησμών

σε μια νύχτα

της επιθυμίας

σε σάρκα φωτός ερεθισμένη,

Πολλούς τρόπους απεργάζονται οι γυναίκες
Για να εκδικούνται, Βελλεροφόντη, του είπε

τότε

η κραταιά

Σθενέβοια,

Ότι δεν θα 'πρεπε να 'μουν εγώ ο δέκτης της
Προσβολής σου, εσύ ήσουν αυτός που σε μια

Στιγμή ανατροπής κάθε φτηνής ακολουθίας
Χρόνου σε θάνατο πιο ζωντανό και από την

ζωή

Έλυσες τη μαγεία της δύναμής σου απάνω μου
Βασίλισσα υπήρξα, όμως πιο έγκλειστη και από

Σκέψη που δεν τολμά να προφερθεί θάφτηκα
Πανίσχυρη μες στην αδυναμία μίας βασιλείας

έκπτωτης

και κλονισμένης

ανάμεσα σε σκιές ανίσχυρης ημέρας

Αλλοίμονο, μηδέν απομένει στους ανθρώπους
Ει μη ο άδειος φλοιός της ζωής καθώς ο χυμός

Πάει στα όνειρα μόνον χωρίς να χέεται πολλώς
Στα καλούπια της ευθυμίας, εγώ, Βελλεροφόντη,

Υπήρξα η πρώτη που εννόησε πόσο ανοίκειο με
Τον κόσμο αίμα κυλάει στις ισόθεές σου φλέβες

Και είμαι εγώ που θέλησες δική σου να κάνεις σε
Ένα ξέφωτο σφετερισμού και τρέλλας, και όμως

Την τόση αφοσίωση γρήγορα τηνε ξέχασες μα και
Την λάγνα υπακοή μου αγνόησες και έσβησες σαν

αστραπή

Στην αγκαλιά της οξείας Χρυσαύγειας, τον δεσμό
Που δένει μητέρα και κόρη περιφρονώντας· εσύ

Είσαι ένας κόσμος από μόνος σου που χαμηλά
Στα βάραθρα επισκιάζεις το φέγγος των θνητών

Όταν δειλά προβάλουνε τη κεφαλή το μερτικό
Τους απ'την νύχτα διεκδικώντας σαν επαίτες

Και είσαι ο Δαίμων που ποτέ δεν σκέφτηκες ότι
Το φως μπορεί για όλους τους ανθρώπους να μην

είναι

Όμως ο ήλιος σκοτεινός μένει στη πλάση αν δεν
Φωτίζει τις άλλες επικράτειες κι όχι την δική του

Κι εσύ Βελλεροφόντη είσαι ένα τείχος όπου μηδείς
Γνωρίζει πούθε η πολιτεία του, δεξιά θα δει μόνον

Την έρημο, αριστερά και πάλι η έρημος, μα αλήθεια
Πιο άγρια λαβή ισχύος θα σταματήσει γι' αλλη μια

φορά

το άγρυπνο μάτι

της βασίλισσας

Κάθε που πραγματεύεται την έξοδο του φωτός σου
Στο πλήθος· όμως ιδού κείμαι λησμονημένη από τη

φλόγα σου

Και σε αδιάντροπες υπεκφυγές επισύρεις για μένα
Τη θεία άδικη δίκη, ότι τον θάνατό σου γύρεψα μα

πια

δεν τον γυρεύω,

Όχι δια της πειθούς μα δια του τετελεσμένου ξανά
Η αλήθεια επί των όχλων, Σθενέβοια, και μηδέ της

ανάγκης

είναι η βοή της

Αλλά εκ του περισσεύματος των στιγμών, είπε
Τότε ο Βελλεροφόντης στην λαμπερή βασίλισσα,

Ποτέ ο νους το κτήμα των πολλών δεν γίνεται
Μέσω της αγγελίας, είναι μάλλον που οι θεοί

Μυστικό το μονοπάτι ετοιμάζουνε κάθε φορά
Που λόγος ανθρώπου έρχεται στους άλλους

να

κυριαρχήσει

Και σ' αυτό βαίνουν όχι οι ενήμεροι αλλά οι
Άγνοοι και οι ανύποπτοι και ποτέ οι χαίνοντες

Σε επιφυλακή ότι η ζωή αγαπά να καταλαμβάνει
Και όχι να καταλαβαίνει, μα είναι ο τρόμος που

Πρόκειται ξανά να διαφεντέψει τις καρδιές ότι
Άνθρωπος άλλο μηδέν από εκείνο που κινείται

Προς ό,τι περισσότερο φοβάται όπως οι λέξεις
Στο αποσιωπημένο κι όπως η σάρκα στο χώμα·

Όμως εσύ Βελλεροφόντη, τον διέκοψε τότε η
Σθενέβοια, ποτέ σου φανερή δεν έκανες την

Βασιλεία σου, και αν του κόσμου αυτού δεν είναι
Εσύ ωστόσο παραμένεις όμηρός του ωσάν αετός

Δεσμώτης όχι σε κελλί αλλά σ' ολόκληρη την θεία
Κτίση, ένα βήμα μπροστά αν κάνεις πια θνητός

δεν

είσαι

Και ένα βήμα πίσω δεν μπορεί να σε πισωγυρίσει
Στην ανθρωπότητα, και όμως προτιμάς να μένεις

ασάλευτος

και

μάσκα πηλού στα γήινα

Μήτε θεός να απολήγεις μα και το έθος της βροτής
Ζωής κρατώντας μακριά σου, σα να μην θέλεις πια

Τα δώρα του Ολύμπου μα μηδέ την αληία εορτή
Της θλίψης, είσαι γι' αυτό η κατάρα στον αιώνα

Μια απειλή για τους ανθρώπους και ένα άγος για
Τους θεούς, συμπλήρωσε η Σθενέβοια και έκανε

Να κινήσει ερωτικά προς τον Βελλεροφόντη, και
Εκείνος πράγματι την κράτησε στην αγκαλιά του

για λίγο,

Ο λόγος είναι η χαλαρή άγκυρα ενός πλοίου,
Σθενέβοια, της είπε τότε αναρριγώντας, με την

Ελαχίστη των νερών ορμή απασφαλίζεται και
Σωριάζεται σαν ένας γρίφος στους βυθούς της

αβεβαιότητας

Ότι νόμος ένας για τους θνητούς υπάρχει, του
Ισχυρού να ακολουθούν και όχι του ευλόγου,

Μηδεμιά η πεποίθηση που φαίνει αλλά μονάχα
Η λάμψη κατισχύει άλλης λάμψης, είναι γι'αυτό

Οι άνθρωποι σαν τα φυτά που οι ακτίνες ενός
Ηλίου να τα στρέψουνε μπορούν σε άλλη όψη

Έτσι και η εσώτερη νύχτα τα πλείονα των φώτων
Στο σκοτάδι της ποθεί για να ακμάζει η σκηνή

του

αιωνίου θεάτρου

της ανθρωπότητας

Και ιδού, σου λέγω, έως σήμερα ετούτη η δόξα
Δεν πληρώθηκε ει μη δια προσωπείων επί των

Προσωπείων και σοφής αντιγνωμίας χορού
Σε ακινητοποιημένο πλήθος που ρημαγμένο

Στέκεται ακόμα στην πλατεία του θεού μιαν
Αθωότητα γυρεύοντας μέσα στη πήλινη σκόνη

της ενοχής·

Όμως εγώ δεν εντοπίζομαι μήτε στους θεατές
Μηδέ και στους ηθοποιούς, είμαι η σκηνή που

Αχόρταγα τους στρέφει στο αίμα του ονείρου
Και είμαι ακόμα εκείνος που απολύει πάσα

πλοκή

στα δρώμενα

Όταν το κρίνω σκόπιμο, τον ίμερο της νυκτός
Γλυκείας επί της πραότητας των σιγηλοτέρων

Λογισμών του νου αναρρυθμίζοντας σε νέα
Ταραχή στη θηριώδη κυριαρχία της ελπίδας

Ότι μες στους θνητούς πια δεν καταλέγομαι
Καλώς το είπες, μα θεός ακόμα δεν αφήνομαι

Να γίνω απ' τον εγωισμό μου, δεδικαίωμαι σε
Μια λυσία μνήμη παιδίου που αρνείται έτι τα

Αθύρματά του επί γης να παραδώσει και εις
Άλλα ουράνια να στραφεί παραμερίζοντας

ωστόσο

Την καθαρτήρια δύναμη σαρκός που θνήσκει
Σε άλλη σάρκα, την γενετήσια ιαχή της μάσκας

μηδέποτε

ν' αφήσω

τόσο πρόωρα

Κι ας με εχθρεύονται οι θεοί γι' αυτό και ας με
Προσπερνούνε βιαστικά οι κοιμώμενοι εκ των

θνητών

Ότι ναι μεν εφόνευσα τη Χίμαιρα όμως ακόμα
Το νεκρό της σώμα ας είναι η μυστική ασπίδα

Στο πλευρό μου, καρπούς θηρεύοντας για χάρη
Των καρπών, οράματα θνητότητας αγρεύοντας

Προς χάριν ενός συμπαντικού αστείου που αν
Δεν σφάλλω θαρρώ ότι και αυτόν τον Όλυμπο

εγέννησε

Σε μια στιγμή παιγνίου του καθρέπτη αντίκρυ σε
Καθρέπτη καθώς τα μέλη του Λυσέως Διονύσου

Επέρριψαν στη γη σε κατασπαραγή σαρκός οι
Πολεμόφωτοι Τιτάνες, και έκτοτε γεννήθηκαν

ακόμα

Το Κράτος και το Θέατρο, δύο οι πόλοι της θέας
Στους σαστισμένους της Ιστορίας, από τον έναν

Πάνε στον άλλον χωρίς ποτέ τους να σημαίνουν
Μια τελευτή του δράματος και της κωμωδίας επί

της

απάτης

της γης

Γιατί τίποτε εδώ κάτω αληθινό δεν είναι και σαν
Λιγόθυμα αστέρια οι μύριες του πηλού μορφές

Θα απορροφηθούν ξανά απ' την μεγίστη τροχιά
Του θεϊκού οφθαλμού, κέντρο στη καρδιά του

καθενός

ανθρώπου

και ας μην το ξέρει ο ίδιος,

Είσαι ένας ωκεανός με κατάμαυρα νερά που
Απειλεί ν'αρπάξει την ύπαρξη σε μία κίνηση

αφοπλισμού

του χρόνου,

Βελλεροφόντη,

Του είπε τότε η Σθενέβοια με πάθος φωτεινό
Στα μάτια τα χείλη του αναζητώντας, ακόμα

Είσαι ο λιθοξόος της καθαρής έννοιας, τίποτε
Δεν σε αναχαιτίζει ωσπού ένα λευκό πτηνό να

Ανασύρεις από τις καταπακτές του στοχασμού
Όμως δες, Βελλεροφόντη, δες, σε μία στιγμή

μετέωρη

έως τώρα οι ζωντανοί

εζήσαν

Οι τόσοι αιώνες, τα χάσματα πανηγυρικά της
Προσμονής του μέλλοντος και οι φωτιές που

Ανάψαν στις μητροπόλεις τον νέον άνθρωπο
Κηρύττοντας, είναι ένα διπλωμένο στα δύο

κουρέλι

αθανασίας

Που το παρασέρνει η θύελλα των γεγονότων
Και το κάνει να φαντάζει σαν οιωνός χαράς

Στους πάντοτε καρφωμένους στις θέσεις τους
Ανθρώπους, ποιος ο σκοπός και το σκοπούμενο

τι

μέσα στη τόση

ανατροπή της ραθυμίας

Ουδείς εμπόρεσε να το συνάγει, όμως εσύ που
Ξαφνικά επέστρεψες μες απ' το ρήγμα που

Αφήνει ο νους με τη καρδιά ενώπιον των όλων
Στον ουρανό τετειχισμένων ονειρικών εόντων

της

ευτυχίας

Εσύ μοιάζεις να έχεις στο λόγο σου την ζωή
Λυτρωμένη από τα περιττά των επιμηθέων

γιατί

Όσο πιο πλήρεις των αιτήσεων είν'οι προσευχές
Του πλήθους, Βελλεροφόντη, άλλο τόσο άδειος

Φαντάζει ο αιμάτινος θόλος της σάρκας και πιο
Άδεια φαίνεται ακόμα προς τα ανήσυχα μάτια

Του σκιαγμένου περαστικού η οικοδομή του
Δειλού παρόντος στην άκρη του δρόμου της

δημιουργίας,

Είναι η ζωή φυλακισμένη στα όνειρα ακόμη
Και είναι ένας ο θησαυρός της ο χαμένος στα

Προαύλια της παιδικότητας, σαν φάντασμα
Και είδωλο απόγνωσης πλανάται μέσα στον

χρόνο

ο τρομαγμένος άνθρωπος

των δισταγμών

Και σαν είδωλο κενό από ζωής ουσία εκείνος
Θ' αφεθεί ξανά στους μοχλούς του μυστηρίου

Που θα τον επισύρουνε και πάλι στα σκόρπια
Γέλια και τις ιλαρές βοές ενός πλήθους μικρού

με ελπίδες

χαρωπά συσωρρευμένες

Έξω στην αυλή του εαυτού του·

Είμαι το νήμα που συνδέει την αιωνιότητα
Με την εύθραυστη υποδοχή της στο χρόνο,

Της απάντησε τότε ο Βελλεροφόντης καθώς
Ετοιμαζόταν να αναχωρήσει από το παλάτι,

Θα ξαναγυρίσω Σθενέβοια, της είπε, όμως
Κανείς δεν θα γνωρίζει τότε ποια η χίμαιρα

Που αναγκάζει τον έναν άνθρωπο των πέπλων
Της χρυσοθόου πλανήσεως που επικάθονται

Ωσάν την άχνη του ονείρου πάνω στα σβησμένα
Μάτια των υπνοβατών, μέσα στα δώματα της

Αγελαίας θυμηδίας των εποχών να κινείται σαν
Καταραμένος από πόλη σε πόλη τις πολιτείες

Των θνητών μηδέ αξιώνοντας την δε μεγίστη
Επικράτεια του παραδείσου αποφεύγοντας,

Κατέληξε, ενώ η Σθενέβοια ήδη τον επικάλυπτε
Με τα δικά της λόγια που 'φευγαν ασυγκράτητα

από

το ισχυρό

στήθος της,

Όσο διαρκεί η άπληστη ορμή σου για την οσμή
Της γυναίκας και όσο λάμπεις μέσα στην ακόμα

Πιο άγρια ορμή του λόγου σου, θα 'σαι ορισμένος
Την ανέστια πορεία σου να συνεχίζεις, ότι μηδέ

Οι πύλες της Κορίνθου, ούτε τα πράα παλάτια της
Τίρυνθας, μήποτε τα φονικά πεδία της Λυκίας θα

Μπορούσαν μόνα τους το τέλος της νύχτας σου
Να επιφέρουν, είσαι γι'αυτό η πυγολαμπίδα μες

Στην αγρύπνια κάποιου σκοτεινού θεού που τα
Ανθρώπινα φρονεί των ανθρώπων μεμερισμένος

Εκ σαρκός εξέπεσες εκ σαρκός υπερίπτασαι και
Από σάρκας εξουσία μένεις δέσμιος των φθαρτών

φώτων

της

οικουμένης,

Ζητώ να ορίζω εγώ τον εαυτό μου και μηδείς ο
Θεός που θ'απεργάζεται την τύχη μου, της είπε

τότε,

Όμως δεν ημπορείς το θαύμα να τελέσεις χωρίς
Την εισβολή της χάρης από τ' αόρατα βασίλεια

Θυμήσου

Βελλεροφόντη,

Εγώ η Σθενέβοια αποζήτησα τον θάνατό σου
Και εγώ θα σε οδηγήσω τούτη τη φορά στην

ζωή

Ότι τα σημεία των καιρών σου δείχνω, όμως
Οι ίδιοι οι καιροί έχουν επέλθει προ πολλού

Από τον υψίθοο κρατήρα του πεπρωμένου
Και η δική σου μοίρα θα 'ναι μια αναλαμπή

Έλξεως

ξανά

προς τα πίσω

Στον χαμένο σου παράδεισο απ'όπου σε μια
Δόξα φρυγική και έπος ισχύος μεγαλόθυμης

Κατέπεσες σαν στήλη διερρηγμένου φωτός
Σε κλέη ανοίκεια του χαμηλοφώνου κόσμου

Ότι δεν έχεις εκ του γνωστού μηδέν να λάβεις
Πλέον, και εκ του αγνώστου πάντα εξήντλησες

τα ωμά

περιθώρια

του πυρετού της αναμονής

Ότι η σάρκα σου φλέγεται στον έρωτα προς
Σάρκα, όμως χωρίς της γης το ένδυμα και της

ξενίου

μήτρας

Βασιλεύς και πάλι θα στεφθείς στην δική σου
Επικράτεια εκεί όπου το φως του ηλίου φαίνει

Χωρίς ο ήλιος να υπάρχει και ο ουρανός την
Άφθαρτη πολιτεία σκέπει χωρίς ο ίδιος πλέον

Απ'το έδαφος να ξεχωρίζεται σε μάτια και σε
Νου αθανασίας, στο ρυάκι ενός δευτερολέπτου

θα αναχωρήσεις

καθυπαστράπτοντας του πραγματικού

εωσφέρων και συνολικός σαν κόσμος

Ότι μήτε οι βλάσφημες ορδές των Σολύμων
Μηδέ και οι υπαίθριες απέραντες πυρές των

θυμοτεύκτων Αμαζόνων

μα ούτε

και

Η λυσιάνασσα πνοή της μεγάλης Χίμαιρας
Που τους κόσμους ορίζει στην χόβολή της

Φώτα πορείας πια για σένα δεν θα είναι ει μη
Ο λόγος μιας γυναίκας που σκληρά αδίκησες

Προς χάριν αίματος δικού της και αγαπημένου
Ότι την διπλή ανομία ουδείς να λύσει δύναται

Ει μη η αιώνια ρίγηση του μυστικού παλατιού
Μες στη καρδιά του ανθρώπου η που πάντοτε

Νέα γεννάται σε κάθε λήμμα φωτός από τα
Φρέατα του χρόνου και της διαυγούς λήθης,

Κατέληξε η ηλιόσαρκη Σθενέβοια σφίγγοντας
Απαλά τον κορμό του Βελλεροφόντη προς το

δικό της

ευγενικό κορμό,

Η δε πύλη του παλατιού ήταν μισανοιγμένη
Όσο ακριβώς θα επέτρεπε σε φως και σκιά

Να εισέρχονται ισομερώς

Ο δε Βελλεροφόντης παρατηρούσε ακόμα
Την μη απτή υφή της διανοίξεως, όπου δεν

καθίστατο δυνατόν

να επιμεριστεί

Το σκότος από τη λάμψη

Και η πύλη δεν ήταν σαφές αν επρόκειτο να
Ανοίξει περισσότερο ή αντίθετα θα επήρχετο

πίσω

πάλι

στον αποκλεισμό


Sunday, November 8, 2009

Η ΣΥΝΩΝΥΜΙΑ



Ώστε δεν είστε ο συνονόματός σας,
Ακουγόταν αδύναμη η μια φωνή

Από το δεξί βάθος του διαδρόμου
Της συσκοτισμένης πολυκατοικίας,

Όχι

δεν είμαι ο

συνονόματός μου,

Ακουγόταν ακόμα πιο αδύναμη η
Άλλη φωνή από το αριστερό βάθος

του διαδρόμου,

Και μηδέποτε υπήρξατε εκείνος;
Επερώτησε η πρώτη φωνή με πολύ

Πιο αδιάφορο τόνο αυτή τη φορά,
Όχι, απάντησε η δεύτερη φωνή,

δεν θυμάμαι

να υπήρξα ποτέ

εκείνος,

Και φάνταζε σα να έσβηνε μακριά
Σε έναν αχνό αντίλαλο των τοίχων,

Και εσείς ποιος είστε τότε;

Εγώ είμαι μόνον ο συνονόματός του,
Του απάντησε, εξ όσων ανακαλώ δεν

φέρομαι να έχω

άλλη

ιδιότητα,

Και συνεπώς δεν είστε τίποτα απ'
Όσα είναι εκείνος, ετυμηγόρησε

Ξανά η πρώτη φωνή,

Δυστυχώς, ήλθε η διστακτική
Απάντηση, πρόκειται απλά για

συνωνυμία

και όχι

για ανεμπόδιστη επωνυμία

Δεν είμαι εγώ που έχω όνομα αλλά
Το όνομα που με έχει, μουρμούρισε,

Όπως ακριβώς η ζωή μαρτυρείται πως
Έχει τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος

τη ζωή

κύριέ μου,

δεν με καταλαβαίνετε, ελπίζω,

Όπως και να'χει είμαι ένα είδος σωσία
Χωρίς όμως ομοιότητες με το όμοιό του,

κι ακόμα πρέπει

να σας πω,

Πως

Κάθε άλλη ομοιότητα θα ήταν όχι τόσο
Επιθυμητή και καθόλου ανεπιθύμητη

και

όχι σε κάθε

περίπτωση

Λέω να μην υπάρξω σήμερα ιδιαίτερα,
Κατέληξε κάνοντας talk talk στον τοίχο,

Λέω ακόμα να τηγανίσω δυο αυγά μάτια
Για μεσημεριανό, συμπλήρωσε με έναν

τόνο

θριαμβευτικό

στη φωνή του,

Εσείς πάντως δεν θα ανακαλύψετε ποιο
Από τα δυο είναι συνονόματο του άλλου,

κατέληξε

ακόμα

πιο θριαμβευτικά,

Τότε δεν έχω να πω τίποτε άλλο μαζί σας
Κύριε, δήλωσε η άλλη φωνή νοσταλγικά,

Που παρ'όλ αυτά συνέχισε να του
Απευθύνει τον λόγο αν και κάπως

ψυχρά,

Πέρασαν περίπου σαράντα χρόνια,
Οι δυο φωνές συνέχιζαν να μιλούν

ψιθυριστά

στον συσκοτισμένο διάδρομο

της πολυκατοικίας

Πού και πού εμφανιζόταν μία
Καθαρίστρια που άναβε ένα

φακό

και μάζευε πάντα

το ίδιο σκουπίδι

Επρόκειτο για μια πλαστική
Σακκούλα με ολίγα υπάρχοντα

φθαρμένα

και σχισμένα

εντός της

Κανείς από τους δύο συνομιλητές
Δεν την διεκδίκησε ποτέ, αν και

διεπιστώθη

αργότερα

Πως ο ένας άφηνε υπόνοιες πως την
Άφηνε εκεί ο άλλος· ευρίσκετο ωστόσο

σε μια σχεδόν μέση

απόσταση

και από τους δυο

Τόσο όσο ακριβώς θα επέτρεπε σε
Κάποιον να μην την θεωρήσει ποτέ

δική του

ή το αντίθετο,

πλήρως δική του,

Η δε ολιγόπνοη ισχύς και των δύο
Φωνών την προσπερνούσε σχεδόν

διακριτικά

Αν και κάπως ένοχα·


Wednesday, November 4, 2009

SILVIA MARCOVICI


Το αριστουργηματικό Κονσέρτο για βιολί Νο.3 του Camille Saint-Saens (1st Movement) με σολίστ την κορυφαία Silvia Marcovici. Την Ορχήστρα της ιταλόφωνης Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης της Ελβετίας διευθύνει ο Piero Bellugi.




Και στο δεύτερο βίντεο που ακολουθεί το υπόλοιπο μέρος από το πρώτο Movement του Κονσέρτου για Βιολί του Béla Bartók, με το πρώτο μέρος να έχει παρουσιαστεί
εδώ. Την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βουδαπέστης διευθύνει ο Erich Bergel με σολίστ πάλι την Silvia Marcovici.


Friday, October 30, 2009

ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ BAYREUTH



Οραματίσου μιαν υδρόγειο εσαεί στην
Διάσταση ενός παγκόσμιου θεάτρου,

Είπε ξαφνικά ο ναύτης της Κρονστάνδης
Στον Λάμα, καθώς παρακολουθούσαν

από τα θεωρεία

τους

Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης

Να εκτυλίσσονται στη σκηνή του Μπάιροϊτ,
Και ακόμα φαντάσου τον κόσμο να συρρέει

Από τις τέσσερεις γωνιές όχι της γης, αλλά
Της αιώνιας νιότης του, κι η αυτοκρατορία

της

Ιστορίας

Τίποτε άλλο πλέον από στάση οικουμένης
Στο ξέφωτο μιας θυμικής φυλακής όπως η

Νύχτα που εξουδετερώνεται από τις πάντοτε
Νεαρές φωταψίες της προπατορικής αυγής

Έτσι και η συσκοτισμένη, άδεια σκηνή όλων
Των γεγονότων να λάμπει σε μια τυφλή άρση

του πέπλου

του

χρόνου

Σαν μια κατατονία αιώνων που λήγει αίφνης
Με ένα εγέρθητι προφερόμενο από τα χείλη

μιας

Ολόλευκης ανάγκης που μοιράζει τα ληστρικά
Χαμόγελα στο ξηραμένο παρελθόν και παύει

ακόμα

Και το αδηφάγο μέλλον, ναι, ως οι ολόφωτες
Σφύρες του μυαλού που κατορθώνουν κάποτε

Ν' ακινητοποιήσουν την γη σε στιγμιότυπο
Αναθρόνισης του Σίλλερ αποθρονίζοντάς τον

'die Weltgeschichte ist das Weltgericht',

όχι πλέον

εις τον αιώνα,

die Weltgeschichte ist das Weltgedicht

αποπλέον την κάθε στιγμή

Στα κύτταρα του ενός εκάστου που ακόμα
Συλλαβίζει την ελευθερία με τόσα σύμφωνα

στη γλώσσα του

που μπερδεύεται

τελικώς

Και φτιάχνει συνθήκες με τους δισταγμούς
Του ατημέλητου χρόνου καθώς παραπατάει

στην άναστρη

νύχτα

του εύθυμου ζόφου της ζωής,

Συμπλήρωσε ο εξεγερμένος όντας βέβαιος
Ότι προκάλεσε
εύρυθμα τον ήρεμο Λάμα,

Οι άνθρωποι μπορεί να είναι οι ηθοποιοί
Που στέκονται στη σκηνή με μάσκες που

λειώνουν

σαν το λυπημένο κερί

στην θέρμη της νοσταλγίας

Όμως η σκηνή του θεάτρου τους έως τώρα
Δεν ήταν άλλη από ένα πανδοχείο χωρίς τα

δώματα·

Όλοι περιμέναν στην σάλα της άφιξης μιαν
Επιταγή υπογεγραμμένη από τον θεό και

ελάμβαναν

μόνον

τους

Απλήρωτους λογαριασμούς μιας τρυφηλής
Διανυκτέρευσης που δεν θυμόταν κανείς το

πότε

και

αν έγινε αλήθεια,

Είπε τότε ο Λάμα στον ναύτη της Κρονστάνδης,
Η ψυχή θα είναι δέσμια της καλά σμιλεμένης

απάτης

Όσο ο νους δεν αποφασίζει να μην αντικαθιστά
Μια πλάνη από άλλη πιο βιώσιμη, αλλά οριστικά

Από την

φυγή

στα απόμακρα βασίλεια των λευκών αετών

Ότι κάθε βασιλεία επί της γης είναι ένα πεταμένο
Σκύβαλο ευτυχίας που αναδιανέμεται κατόπιν ως

χίλιες

δυστυχίες

στα ελεεινά συσσίτια των δευτερολέπτων,

Κατέληξε διαφωνώντας κι έκανε νόημα στο ναύτη
Να κοιτάξει τον Φάιτ Πόγκνερ επί σκηνής καθώς

Εκήρυττε διαγωνισμό στους αρχιτραγουδιστές·
Και η Εύα; του ψιθύρισε ακόμα ο Λάμα, μήπως

θαρρείς

πως θα 'ταν κάτι διαφορετικό από

το έπαθλο του νικητή;

Η Εύα του κόσμου είναι η αναμονή του κόσμου,
Είπε τότε ο ναύτης, και η φωνή του υψώθηκε

απότομα

σαν

αποπνιχτική αλήθεια,

Όμως η Εύα Πόγκνερ; επέμεινε τότε ο Λάμα,
Η Εύα Πόγκνερ είναι η αναμονή ενός μόνον

ανθρώπου,

αγαπητέ μου

Λάμα,

Απάντησε ο ναύτης με ετοιμόλεκτη φυγή,
Ό,τι αναμένει ο κόσμος και ό,τι προσμονεί

ένας

άνθρωπος

στη λίθινη εποχή της ψυχής του

Δεν ταυτίζονται κατ'ανάγκην, και ας είναι
Το ίδιο ένα στην εξίσωση του χρόνου με

την

αιωνιότητα,

Σαν σελίδες σκονισμένου βιβλίου που τόσο
Γρήγορα γυρίζουν λες και είναι ο μύλος της

λήθης

Έτσι και οι καταφυγές του ανθρώπου στις
Σκοτεινές εσπέρες των επιθυμιών του, ξανά

Περιστρέφονται στα άδεια μάτια ενός ηλίου
Επόπτη στα λεκανοπέδια της ξηράς θλίψης,

που απλά αναμένει

και αυτός

Όπως όλοι,

Το σύνολο χάος γυρεύοντας σε μια συνθήκη
Αναβολής ενός ακόμα ενιαυτού πριν από τη

παρωδιακή

καταρροή

του σύμπαντος

Σε θρίμματα ψωμιού στο τραπέζι του επαίτη
Και ψέκασμα δακρύων στους οφθαλμούς ενός

αγάλματος

Που διερωτάται περί της ακινησίας της ροής
Στο κέντρο μιας πλατείας που αργά ολισθαίνει

Στην παύση κάθε ζωής μέσα από τους κρότους
Των ποτηριών και των φλυτζανιών που έρχονται

νυσταγμένοι

από τα ιερά άδυτα

των γύρω καφέ,

Και ο Bάλτερ της ανθρωπότητας ποιος είναι;
Ρώτησε περιπαικτικά τότε ο Λάμα τον ναύτη

της

Κρονστάνδης

Ωθώντας τον σε ισχυρότερη αντίφαση ζωής
Σε μια λυτή χρυσοθηρία της απόδρασής του

από το

ον της υπονόμου αναγκαιότητας

σε ον της υψικαμίνου ελευθερίας,

Ο Bάλτερ ποιος; ξαναρώτησε ο Λάμα, σίγουρος
Ακόμα ότι το σύμπαν θα 'πεφτε εκ νέου σε έναν

μακάβριο

ύπνο

Παρά τα θαμβογόνα τέλη της κουβέντας στα
Θεωρεία, όμως ο εξεγερμένος δεν αποκρίθηκε,

Έβγαλε το ναυτικό πηλίκιό του και σαν ύστατη
Διαφυγή από τα κιγκλιδώματα κάθε ερώτησης

που θα μπορούσε

να διατυπωθεί ποτέ στο κόσμο

Το πέταξε στους θεατές,

Οι οποίοι μόλις και μετά βίας το αντιλήφθηκαν
Να προσγειώνεται χαλαρά ανάμεσα τους ωσάν

απαλή ηδεία νύχτα

μιας σιωπηλής Εύας-Αλήθειας

ερωμένης

ολόκληρης της ανθρωπότητας


Saturday, October 24, 2009

Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΕΧΝΗ



Εκείνη τη νύχτα ο Μόρφυ είδε ξανά στο
Όνειρό του, πως ήταν στο μέσον του

αναβράζοντος

κοχλίου

κόσμου

Και από παντού άκουγε τις οιμωγές
Των ανθρώπων για απελευθέρωση

από

την ίδια

τη ζωή,

Ο Μόρφυ κοιτούσε προς τον ουρανό που
Είχε ήδη μεταμορφωθεί σε ένα μεγάλο

χάσμα

Απ'όπου προέβαλε ο χρόνος με τη μορφή
Ενός παιδιού χωρίς μάτια που κοιτούσε

το καθόλου·

τις Δέκα Εντολές χωρίς καμμία εντολή

αναγεγραμμένη επ'αυτών

Ενώ ολόκληρη η γη ήταν μια ατέλειωτη
Κοιλάδα του Ιωσαφάτ όπου συνωθούντο

σε μάχες οδυνηρές

οι γενεές

μετά των πτερωτών αρμάτων

της επιθυμίας,

Τα πλήθη συνέρεαν στον έσχατο πόλεμο
Ασταμάτητα ωσεί αρπακτική πυρκαγιά

σε

δάση

ανθρώπων

Και οι κραυγές τους ήταν μαινόμενες ως εάν
Σπασμικός κλονισμός του ίδιου του κέντρου

της

θέλησης:

μια λύση ωμής νύχτας μέσα στο αίμα,

Είναι η εσχάτη συνέπεια του κόσμου, άκουσε
Μια φωνή από δίπλα του να του λέει, όλα τα

πράγματα

κάποτε

καταρρέουν

Στην πρώτη αρχή τους και στην μία ασάλευτη
Μονάδα, τίποτε εκ των πολλών που δεν λήγει

σε

ένα μονάχα

φως

Εκ των πολλαπλών μηδέν που δεν ωθείται ξανά
Στο φρέαρ της αβύσσου το που δεν είναι παρά η

πίσω πόρτα

του παραδείσου

Και μηδείς ο πλούτος που δεν απλοποιείται σε
Ένα μπαλωμένο φτερό των αγγέλων στη στέγη

της λησμονιάς·

Ο Μόρφυ κοίταξε τότε έκπληκτος να του μιλάει
Από δίπλα του ο άνθρωπος χωρίς μορφή, με ένα

στέμμα

να λάμπει σαν ήλιος

επί της κεφαλής του·

Δεν έχεις καμμία μορφή, του είπε τότε, αλλά
Φαντάζεις να μιλάς εξ ονόματος των πάντων

Σα να είσαι πράγματι εσύ ο ίδιος τα πάντα·
Αν είσαι θεός ή θνητός δεν το γνωρίζω, όμως

Σίγουρα δεν είσαι μέρος αυτού του κόσμου,
Και αν ακόμα έργο του διαβόλου είσαι, τότε

Από μένα τίποτε μην καρτεράς, είμαι απλά
Ο άνθρωπος των τετραγώνων, όχι όμως το

τετράγωνο

Το κύμα μέσα στη θάλασσα όχι όμως η
Ίδια η θάλασσα και τέλος, όταν κάποιος

στρέφεται

με αγωνία

προς τον ουρανό ή τη γη

Δεν είμαι η αγωνία του, αλλά ο συνοδός της,
Δεν έχεις συνεπώς να λάβεις τίποτε από την

έκπληξή μου

Ότι είμαι μοναχά το στίγμα του απείρου που
Σκέπτεται, και έως τώρα η καθαρή σκέψη

Προβαίνει στη καλύτερη χειρονομία της όταν
Ξέρει που να σταματήσει και όρια ανάμεσα

στο γνωστό

και το άγνωστο

να επιθέτει,

Είμαι ο εαυτός σου και άλλος κανείς, του είπε
Τότε απότομα ο άνθρωπος χωρίς μορφή, είμαι

εσύ

χωρίς χρόνο

και χωρίς αίμα

Και ακόμα είμαι το ένα βασίλειο στο οποίο
Η ψυχή ανθρώπου καταλήγει, η επιστροφή

Μόρφυ,

του είπε,

Κάθε μορφή τελειώνει σαν ένα άδειο όνειρο
Και κάθε θέληση λειώνει σαν το κερί στον

βωμό

της βασιλικής

τέχνης·

Ουδείς εκ των ανθρώπων που δύναται να
Ξερριζώσει έως σήμερα μια θύελλα από τη

κοίτη της

Και μια πλήρη έννοια

από τη λέξη της,

Σαν μια οπτασία άξαφνα ο κόσμος λύεται
Στην αφύπνιση του ενός και μόνον γιατί

ένας

άνθρωπος

Είναι τα πάντα και όλα εγείρονται από το
Δικό του όνειρο, όπως ακριβώς οι μύριες

λέξεις

Συρρέουν στο νου από μία και μόνη λέξη:
Φως, Μόρφυ, του είπε, φως, ότι λάμψη

είναι

η αρχή

Και ως συσκότιση περατούται μέχρι να
Ξαναλάμψει· και ιδού το τέλος των γενεών

Μπροστά σου

Εξαπλούται

Ωσάν πέπλο που αρπάζει φωτιά σε μία
Στιγμή μοναχικής θλίψεως· μία είναι η

πραγματική

τέχνη

του ανθρώπου

Μόρφυ, να αναμένει, τίποτε άλλο, και
Κάθε ζωή δεν είναι τίποτε περισσότερο

Από μια πρόφαση αναμονής της καθαρής
Συντέλειας, έλεγε και η φωνή του βάθυνε

απότομα

Κι έμοιαζε να ερχόταν από χιλιάδες σπήλαια
Της ίδιας της τρέλλας της δημιουργίας, εγώ

ειμί

ο

παρερχόμενος,

Του είπε ακόμα γελώντας, τα πάντα είναι
Προορισμένα να απολυθούν σε μια φυσική

κωμωδία,

Δεν είσαι παρά όνειρο, αναθάρρησε ξαφνικά
Ο Μόρφυ, ονειρεύομαι αυτό είναι όλο, μόλις

ξυπνήσω

Θα εξαφανιστούν και εσύ και η κοιλάδα του
Ιωσαφάτ, και μπροστά μου θα αναφανεί η

ηρεμία

της απρόσκοπτης

ημέρας,

'Ωστε κοιμάσαι, Μόρφυ, κοιμάσαι, του είπε
Τότε η φωνή, και ακόμα, ονειρεύεσαι, του

τόνισε

περιπαικτικά,

Και ο Μόρφυ δεν μπορούσε να καταλάβει
Του φάνταζε έτι αδιανόητο να προσχωρεί

στο αμφίμαχο

των λέξεων,

Ναι, κοιμάμαι και ονειρεύομαι, απάντησε
Στον άνθρωπο χωρίς μορφή, είσαι μόνον

Το τυχαίο προϊόν ενός ακόμα πιο τυχαίου
Ονείρου, μόλις ανοίξουν οι οφθαλμοί μου

Σαν τα παράθυρα ενός σκοτεινιασμένου
Κτιρίου, η ακεραιότητα της πλάσης θα

μου παραδοθεί

ξανά

στην ίδια έτοιμη χρήση της,

Εκτός αν, τον διέκοψε τότε απότομα η φωνή,
Το κτίριο είναι το ίδιο το όνειρό σου, και τα

παράθυρα των ματιών σου

οι στρόφιγγες απ'όπου σε καταπίνει

ο θεός,

Ο Μόρφυ δεν μπορούσε να ακούσει τίποτε
Άλλο, αναρρίγησε από φρίκη στο άκουσμα

Των τελευταίων λέξεων του ανθρώπου χωρίς
Μορφή, και ετοιμαζόταν να ξυπνήσει οριστικά·

Ιδού επανέρχομαι στη ζωή,

είπε

σα μεθυσμένος

Τόσο αυτοματικά που αμφέβαλε αν ήταν δικά
Του τα λόγια και δική του η φωνή που μιλούσε,

Έρχομαι ξανά στη ζωή,

Επανέλαβε,

Και όλα έδειχναν

Στην ολίγη αναμονή των δευτερολέπτων τους
Ότι το όνειρό του, το τόσο ακαριαία πραγματικό

στον ύπνο του,

Θα ήταν εκείνο που θα αναγκαζόταν

να πει την τελευταία λέξη πάνω σ' αυτό·



Tuesday, October 20, 2009

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΥ



a tribute to the ghosts

Είναι ωραία εδώ στη σάλα αναμονής
Του μέλλοντος, λέγανε και ολοένα

κοιτούσαν

Προς τη πόρτα να δούνε ποιος ήταν
Αυτός που έμπαινε κάθε φορά, ενώ

Σε κάθε χτύπημα του κουδουνιού
Αίφνης αναθαρρούσαν και έτρεχαν

ν' ανοίξουν,

Ακόμα πιο ωραία, συνέχιζαν να λένε,
Όσο σκεφτόμαστε πως τίποτε δεν μας

κουνάει από εδώ

Ούτε καν αυτό το μέλλον που λέγεται
Ότι θα μας οδηγήσει σε μια όσο να' ναι

παλαιότερη εποχή

από την κατοπινότερή του,

Μας αρκεί η αναμονή,

δηλώναν,

Και μια σταυρώναν τα χέρια τους και
Μια χτυπούσαν δυνατά τα γόνατά τους,

Παριστάνοντας δήθεν ότι θα φύγουν,
Όμως όχι, δεν είμαστε εμείς για τέτοια,

ξεφύσησαν

κάποια στιγμή,

για τέτοια δεν είμασταν ποτέ,

Και έως τώρα διατηρούμε την εντύπωση
Πως η αυριανή ημέρα μας αρκεί, όσο και

η σημερινή

Ότι εντός εικοσιτετραώρου έχουμε μιαν
Πλήρη περιφορά της γης γύρω από τον

εαυτό της

Και των καθημερινών συμβάντων γύρω
Από τα ίδια και πάντοτε αναμενόμενα

Μας είναι δε δύσκολο να εννοήσουμε το
Πώς ο κόσμος προχωράει προς τα μπρος

Εφ'όσον στριφογυρίζει στον εαυτό του
Πάντα, μα ιδού μία σβούρα, διεπίστωναν

Και κοιτούσαν ένα παιδί στην άκρη του
Διαδρόμου που έπαιζε με μία σβούρα,

Στις περιστροφές της φάνταζε να τυλίγει
Τα βλέμματα όλων σε έναν οφθαλμικό

χυλό

εντός του οποίου

σχεδόν υπνωτισμένη η

Πάσα διαφοροποιημένη σκέψη κατέληγε,
Έτσι είναι και η υδρόγειος, είπαν τότε με

φωναχτή

σκέψη,

Στην ενδοπεριστροφή της πάσα ζωή κείται
Ωμού με τις άλλες σε μία κοινή ζωή, μα πιο

κοινή

δεν γίνεται,

Και ευθύς πρόσεξαν το φωτισμό της σάλας
Που είχε ένα κάπως κοκκινωπό χρωματισμό

στην

δεσπόζουσα

ανταύγειά του επί του χώρου

Και συνεχίζαν να παρακολουθούν τη σβούρα
Μέχρι που κατέπιπτε στο πάτωμα νεκρή· ενώ

ανάμεσά τους

ήταν

ολίγοι

Που τυπώναν και μοιράζαν βιβλιδάρια με
Στίχους και δοκίμιά των σε όλους όσους

ευρίσκονταν εκεί

να περιμένουν

το μέλλον

Αυτοί έμοιαζαν ιδιαιτέρως εχθρικοί προς
Κάθε ξένον που ανεφαίνετο στην πόρτα,

Όχι, είπαν και αυτοί κάποια στιγμή, εμείς
Εξ όλων των συγκεντρωμένων στη σάλα

Έχουμε χρέος ανεξακρίβωτο το μέλλον μας
Έναντι παρεισάκτων να φυλάττουμε, και

Συνέχιζαν να χλευάζουν μυστικώς ο ένας
Τον άλλον και να παραδίδουν τα λειψά

Βιβλιδάριά τους με εγκάρδιες αφιερώσεις
Στην βιβλιοθήκη του χώρου, απ' όπου τα

Παρελάμβανε ένας από αυτούς και πρόθυμα
Τα διένεμε στους άλλους, ιδού ο άζυμος άρτος

του

θεάματος,

κήρυττε,

Μην τον αγγίξετε όμως , τους έλεγε καθώς
Τους προέτεινε τα έντυπα με σκυθρωπό

ύφος,

δεν είναι για σας

αλλά

για το μέλλον,

Και πού είναι το μέλλον, τον ρωτούσαν,
Εκεί ή εδώ, μπροστά ή πίσω μας, δεξιά

ή αριστερά μας;

Και κοιτούσαν αμήχανα προς τα κάτω
Αλλά έβλεπαν μόνο το γηραιό ξύλινο

πάτωμα,

Αλήθεια,

ρωτούσαν,

τι υπάρχει από κάτω μας,

Ο προηγούμενος όροφος του κτιρίου,
Ερχόταν η απάντηση, και ποιος μένει

εκεί;

Όμως δεν ήξεραν τι να τους απαντήσουν,
Σας ξαναρωτάμε, έλεγαν οι μεν, ποιος μένει

στον

κάτω

όροφο;

Δεν γνωρίζουμε, τους είπαν τελικώς, - είναι
Μήπως πιθανόν να βρίσκεται από κάτω μας

το παρελθόν μας;

Δεν το ξέρουμε αυτό, τους απάντησαν,

κάποιος πάντως μένει από κάτω,

Και από πάνω μας ποιοι μένουν; και όλοι
Μαζί κοιτάξαν προς την αμέτοχη οροφή,

Από πάνω

είναι

Μόνον η ταράτσα, τους καθησύχασαν,
Άλλος όροφος δεν υπάρχει, εδώ κάπου

πρέπει

συνεπώς

να έλθει το μέλλον,

Και φάνηκαν όλοι τότε κάπως να ηρεμούν,
Ενώ γινόταν ολοένα και πιο καθαρό πως

Οι ήχοι από το κάτω πάτωμα δεν είχαν
Τίποτε το απειλητικό μέσα στους πνιχτούς

θορύβους

και

ψιθύρους των

Που φαντάζαν πράγματι παρακείμενοι
Και αδιάφοροι χωρίς νύξη σχολιασμού

για ό,τι λάμβανε

χώρα

ένα μόλις πάτωμα πάνω·

Η αντιστοίχιση των ήχων και του κάτωθεν
Υποφερτού σάλου σε πιθανολογούμενες

αιτίες

Δεν κατέστη δυνατή, η δε συνύπαρξη δύο
Ορόφων με ένα είδος ζωής ο καθείς εντός

του

Μπορεί, είπαν, και να είναι μοιραία, στο
Βαθμό που κανείς από τους δυο δεν θα

ήταν εκείνος

Που θα τολμούσε να εκβάλλει μια ζωή
Οριστικά στην εγκαταλελειμμένη από

καιρό

άδεια

οικοδομή·


********************************************************************
Και με αυτό το ποίημα ολοκληρώνεται μια εσωτερική τριλογία μέσα στην ενότητα "Θέατρο Σκιών", με τα προηγούμενα δύο, "Η Ατομική Εποχή του Λίθου" και "Η Ηλεκτρονική Εποχή των Πάγων (a tribute to fecesbook)" ήδη ανηρτημένα.

Saturday, October 17, 2009

ΜΑΔΑΓΑΣΚΑΡΗ



Θα υπάρχει κάποιος τρόπος, έλεγε
Ο πρωτότοκος στον σωσία του, να

Απασφαλίζονται εγκαίρως τα έθνη
Τα πεπαλαιωμένα και με οριστική

θέληση

Να αποδεσμεύονται πλέον από την
Ιστορία· τα ανάκτορα της Ευρώπης,

Ντράγκο,

Σαπίσαν πλέον στην βροχή που έως
Σήμερα ασταμάτητα πέφτει από τους

ουράνιους

κρουνούς

μιας άδοξης δόξας,

Οι ωκεάνειες εκτάσεις της Ασίας δεν
Εκβάλλουν πλέον τον μάργαρο της

αληθείας

Αλλά ένα φτηνό εξάρτημα θυμού
Ανταλλακτικό· και οι εφημερίδες

της

Νέας Υόρκης

Είναι η επιτομή του χαμένου χρόνου
Που δεν αναζητείται πλέον· η μάλιστα

Αυστραλία

παραμένει

η χαμένη ήπειρος,

Εις μάτην Ντράγκο, εις μάτην η συνέχεια
Χωρίς συνέχεια σε κρανία αδειασμένα από

Ψύχα ανθρώπου με ένα κόκκινο φωτάκι
Στην παρεγκεφαλίδα τους να εκλιπαρούν

λίγη

λάμψη

στα ορνιθοτροφεία της φήμης

Τους βλέπω να γίνονται περισσότερους
Στους καιρούς που έρχονται μέσα σε μία

και

μόνον

ημέρα

Ότι ο χρόνος εγγύς και εντός μίας στιγμής
Πληρούται πλέον· και ο άνθρωπος δεν είναι

άλλο

Παρά η φτηνή ετυμηγορία του κενού που
Πάνω σε κενό θησαυρίζει λύπη χρωματιστή

Και τα χρώματα αυτής η ώχρα του θανάτου
Ότι ζωντανοί μεν αποκαλούνται αλλά μόνο

τον

τάφο τους

Επιμελώς ετοίμασαν έως σήμερα,
και ένα
Συμφωνητικό γονικής παροχής μιας ρηχής

θάλασσας

Σε λεκάνες άδειες με τα λίγα λοιπόνερά τους
Να ψήνονται στον ήλιο της αρπαγής και του

στρήνους

Ας ήταν όμως το αίμα του χρόνου παρθένο
Ακόμα, και ο ορίζοντας ολόγυρά του η μία

νήσος

της

κάθαρσης

Η νήσος όπου τα όνειρα δεν είναι φυλακές
Φτιαγμένες από καθρέπτες του πολιτισμού,

μήτε ένα

Σπασμένο κόκκαλο για χιλιάδες οπτασίες
Του Νάρκισσου που ως ο ουροβόρις όφις

κατατρώγει

την δική του

ουρά του πλήθους,

Λέγω πως όχι πλέον η Ιερουσαλήμ μηδέ η
Ακροπόλις των Αθηνών αλλά το πρόχειρο

βότσαλο

της άμμου

Μηδέ οι βυζαντινοί τρούλοι που εγείρουν
Μια λάμψη του αυτοκράτορα στα ύψη

Της παντοτινής κατατονίας, αλλά τα
Αειθαλή πυρίτια των ακροθαλασσών

Καθώς δίνουν σήμα ισχύος της αχρονίας
Από την καύση του γιγαντόσωμου ηλίου

Εντός της ελαχίστης οντότητάς των· μηδέ
Η διαστολή των Αψβούργων στα παλάτια

όπου κρατείτο

έγκλειστη η Ευρώπη

μετά την απαγωγή της από τον Δία,

Αλλά οι ανιστόρητοι βράχοι που γνωρίζουν
Να μιλάνε τόσο επαρκώς την διάλεκτο του

θεού

Ούτε τα ανάκτορα των Βερσαλλιών, χλωμό
Αντίκρυσμα των πηγών της Βηθεσδά αλλά

τα φύκια

Ντράγκο,

τα φύκια

Καθώς επισύρονται σε μεγάλα καραβάνια
Αλμύρας και ιωδίου στην υποθαλάσσια

αυγή

του ανθρώπου

Με δύο ακτίνες ηλίου να καταπίπτουν επί
Του κορμού του, η μία λέγεται η άφεσις

και η άλλη

καλείται

η αποκατάστασις,

Και καθόλου τα χειμερινά ανάκτορα έστω
Και αν έγιναν κάποτε θερινά· αρκεί προς

τούτο

το ίδιο

το θέρος

Από μόνο του· και ακόμα διόλου δεν αρκεί
Ο προφήτης, χρειάζεται ακόμα και η ορθή

προφητεία,

Σαν ασκός φουσκωμένος από αέρα μόνον
Ολισθαίνει η υδρόγειος από βραδύτητα σε

βραδύτητα

Για τούτο όλα θάλλουνε εν ελαχίστω και
Ως αστήρ διάττων που ποτέ του αστήρ δεν

υπήρξε

Ει μη μόνον μια κούπα επαίτη στο άκυρο
Συμπόσιο των επιθυμιών, είναι η εποχή

του

κενού

Που προσποιείται πια όχι το πλήρες για
Να ζήσει, αλλά το ίδιο το κενό αν θέλει

Να είναι αποδεκτό, ωσάν όρμος όπου τα
Αδέξια πλοία της ανθρωπότητας ποτέ δεν

βρίσκουν

καταφύγιο

και ποτέ δεν

Παύουν να κατασυντρίβονται στα ολίγα
Νερά που με ένα άγριο μάτι του ονείρου

κολλημένο

Στον λειψό πυθμένα τους προκαλούν την
Θύελλα από δέσμες ασθενικών πνοών μιας

ανάξιας φιλοδοξίας

Έτσι και οι ζωντανοί ένας προς έναν

παραδίδονται

στο κάλλος του ρηχού θανάτου·

Όμως εμείς, Ντράγκο, χρεία έχουμε κενού
Ουσιαστικού και όχι εκείνου των καιρών

Και μια εκκένωση θνησιμότητας από τα
Βαλμένα σε σειρά προτεραιότητας νυκτός

έθνη,

Η Μαδαγασκάρη, Ντράγκο, ας είναι η
Φωτιά στα μέλη μας και στα μυαλά μας

που

αρχίζει

από τώρα

Από το σημείο μηδέν της Ιστορίας, από
Το πρώτο έτος μετά δυστοπίαν προς τις


ερημιές

της

πλήρωσης

Και μια αποικία της Εδέμ ας φέρουμε σε
Φως καυτού ηλίου που θα πυρπολεί τα

περιττά

αιώνων και αιώνων

Που έως σήμερα συσσώρευσαν μόνον
Τον άνθρακα επί του θησαυρού που

ακόμα

παραμένει

χαμένος,

Βλέπω στο πνεύμα μου, Ντράγκο, όλη
Την γενεαλογία του ανθρώπου να ομιλεί

με ήχους

μιας γλώσσας άγνωστης

ακόμα

Ωσάν το καθαρότερο κρύσταλλο που θα
Μπορούσε ποτέ εξ υαλοπραξίας των θεών

να γεννάται στον ουρανό

του Παρθενώνος,

Μήτε πια οι σανσκριτικές επιχωματώσεις
Της αληθείας, μηδέ οι περσικές φλογώσεις

των ιερότερων αδύτων

της ανθρωπότητας

Ούτε ακόμα

Οι ορεσίβιοι άγγελοι του αιωνικού Καυκάσου
Καθώς κυκλώνουν το λιπόθυμο κορμό του

Προμηθέως·

Μήποτε η ιερογλυφία της Αιγύπτου στο έως
Τώρα διαμελισμένο στερέωμα του Όσιρι, μα

ούτε

Και ο προορισμός του μέλλοντος αιώνος για
Τα παιδιά του Αβραάμ· όχι οι χωλές στέππες

Των αγαθών Τατάρων και καθόλου, λέγω, τα
Απέραντα βουστάσια θαυμάτων στα υψίπεδα

του

Θιβέτ,

Μηδέ η έρημος της Νέας Γης· και ιδού κείται
Παυμένη στο χείλος του χρόνου η σπασμική

καλλονή

Ευρώπη

Κανένα κάστρο σκωτικό και μηδεμία σάλα
Της Βιέννης δεν ημπορούν να υποδεχθούν

την παλιά αλήθεια:

Μόνες και ισχύουσες οι λυμένες πύλες της
Βαβυλώνος αφήνουν να ξεχυθεί από εντός

η οριστική

νήσος του ανθρώπου

Που σαν πόρος διαφυγής στο άπειρο θα
Εγείρεται πάντοτε την καθόλου κρίσιμη

ώρα

Ενώ πάνω από τα ιστία των πλοίων των
Πληθών που θα καταφθάνουν έστω και

αν

μόνον

ένας

Θα είναι εκείνος που θα ορμάται στη γη
Της επαγγελίας, τα άλμπατρος θα ψάλλουν

τροπικά

ωσαννά

Εν τω μέσω μιας θαλάσσης από συντρίμμια
Αγαλμάτων και κατεδαφιζομένων αψίδων

Εν τω μέσω

Του πουθενά του τυφλού οφθαλμού του
Κύκλωπος που δεν ημπορεί να ανεύρει τον

Οδυσσέα

πλέον

εντός της επικρατείας του

Και μόνος συνεχίζει την μάταιη επιστασία
Στις σπηλιές της φρίκης και της ελπίδας,

Είπε ο πρωτότοκος και γύρισε για να κοιτάξει
Τον Ντράγκο που καθόταν δίπλα του, όμως

δεν

είδε

Κανέναν,

Μόνο μια καρέκλα που 'χε γείρει από χέρι
Βιαστικό προς το τραπέζι με τα δυο πόδια

της

αιωρούμενα

στο κενό

Το οποίο φάνταζαν να μην αναγνωρίζουν
Ως τέτοιο· η τάση τους για μια εκ νέου

καθίζηση

στο ανθρώπινο έδαφος

ήταν σχεδόν φανερή·


Sunday, October 11, 2009

Η ΘΛΙΨΗ ΤΗΣ ΧΡΥΣΑΥΓΕΙΑΣ



Βρεθήκαμε πάλι εδώ Βελλεροφόντη,
Έλεγε η Χρυσαύγεια καθώς ο ήλιος

είχε αρχίσει

να κατεβαίνει

πολύ κοντά στη γη,

Σαν στρόβιλοι του χάους σε ανοίκειο
Περιβάλλον την μία επιθυμία λέγοντας

θαρρετά

ενώπιον

του θρόνου του θεού,

Σαν βολίδες φωτός, ριπές της πρώτης
Φλόγας που εμφανίστηκε στην αυγή

του

νωπού ακόμα

κόσμου

Τον ένα νόμο καταργώντας και την βοή
Του θανάτου να απέχει μόλις μιαν ανάσα

αγάπης

Από τα πήλινα πεπρωμένα μας που
Σιγαλά σμιλεύονταν στα τυφλά από

Ζήλο δαιμόνων καλώς κεκρυμμένων
Στην φωτεινή συσκότισή μας, εμείς

Που με μια απόφαση ανταρσίας τόσες
Φορές κολυμπήσαμε στις ζωηρές νύχτες

των γεγονότων

Και τις λάμψεις των φωτισμένων από
Μέσα κεφαλών του πλήθους κρατώντας

σε

αιώνια

ισχύ

Μα ήταν ξανά η ζωή, και το φως τώρα
Πλέον τις ουράνιες πολιτείες δεν θα έλυε

Στην ακύμαντη αίγλη τους, αλλά μόνο
Αυτήν την γη, την γη του όρκου και της

εξορίας

Την παύση κάθε μνήμης της τελειότητας
Οριστικά απαιτώντας, και τον ιδρώτα του

έρωτα

Διεκδικώντας έναντι του χρυσέως κορμού
Της αθανασίας, μας ελέχθη, μείνετε εδώ

και φύγαμε

προτού

καν έλθουμε

Μας ελέχθη, φύγετε από εδώ μα έως τώρα
Δεν προσήλθαμε καν, είμασταν στο ελεήμον

σκότος

του νεκρού

Φαέθοντος

Και γύρω μας έλαμπαν δέκα χιλιάδες ήλιοι
Της σάρκας, στα υπόγεια της ζωής είμασταν

Και από παντού μιλούσαν τα υπερώα της
Άγνωστης ακόμα νίκης των ανθρώπων επί

της λύπης

του αργού

χρόνου

Που καταρρέει σε σωριασμένες φιγούρες
Πάνω στα κυριακάτικα τραπέζια να λένε

μοναχά

τη λέξη

'έως'

Ότι εμείς μονάχα την κατάφαση της ψυχής
Αποτολμήσαμε σε μια λίμνη φωτιάς, θνητοί

Σε κόσμο θνητό να βασιλεύουμε τυχοδιώκτες,
Και έναν παράδεισο αφήνοντας για πάντα

πίσω

σε

άδεια μάτια,

Μα αν η πλάση είναι το φανερό τότε η ψυχή
Είναι το διπλά φανερό, Βελλεροφόντη, είναι

η αγάπη

Ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα που
Δεν αφήνει να επιστρέψει ο κόσμος στο φως

των

αγγέλων

Είναι η θλίψη των απογευματινών λιμνών
Καθώς ασάλευτες καθρεφτίζουν την νηνεμία

του τετελεσμένου

Και όλες οι μπάρες συρθήκαν βαρειά πάνω
Στις πύλες της ζωής και εμείς νεκροί ανάμεσα

σε

νεκρούς

Αφήσαμε πίσω κάθε σώμα θεϊκό την τριβή
Και την φθαρτότητα βασιλείς κηρύσσοντας

σε βασίλειο

μεταφερόμενο

από ψυχή σε ψυχή

Από ελπίδα σ' ελπίδα κι από απάτη του νου
Σε φυλακή οράσεως σπιλωμένης να βλέπει

το ίδιο πράγμα

κάθε φορά,

την Πτώση,

Έλεγε η Χρυσαύγεια καθώς άφηνε απαλά
Τα ξανθά μαλλιά της να σκεπάζουν όλο

τον κόσμο

Σαν μια φωτεινή αυλαία δυνάμεως που
Φάνταζε πως ήλθε για να λύσει τον έρωτα

επί των ανθρώπων

Το δε σκήπτρο της εκείνη τη στιγμή ήταν
Ο ίδιος ο ήλιος χαμηλωμένος στον εξώστη

της εσπέρας

της γης

Ενώ το στέμμα της τα διακριτικά ουράνια
Φώτα της Αφροδίτης και του Δία καθώς

Υποσχόνταν στο στερέωμα μια νέα ημέρα
Μετά την διάλυση κάθε ορατού μέσα στη

νύχτα·

Το δε δάσος που έφθινε σιγά σιγά έως το
Κοίλο του ορίζοντα επιτρέποντας ένα μόνο

ευγενικό

ίχνος του

Να αγγίζει την κατωφέρεια του κόκκινου
Ήλιου που σχεδόν ακουμπούσε στην απαλή

επιφάνεια

Της αφημένης σε λήθαργο ονείρου πλάσης
Είχε φωταγωγηθεί από άκρη σε άκρη από

δένδρο σε δένδρο

και φυλλωσιά σε φυλλωσιά

την

Μυστική λάμψη ενός κόσμου θαυμάτων επί
Του πραγματικού να αφήνει να διαρρέει σαν

υπόσχεση

κρατημένη

από τον ίδιο το θεό

Δύο επικράτειες συνεργάζονταν αρμονικά
Για να αφήσουν να περάσει μέσα από το

χείλος τους

Ένας παλμός ανασυγκρότησης της φύσης
Σε μη γνωστά ακόμη θεμέλια του λόγου

Ενός λόγου που φανερά δεν εκκινήθηκε
Ποτέ με το γεννηθήτω αλλά με το αφιέτω

Μια κρυμμένη συστάδα οράματος στα
Λυμένα παιδικά μαντήλια της θνητότητας

Που απορροφούσε την βλάστηση, τα ζώα,
Και την μακρινή βασιλεία που έλαμπε στα

Μάτια των δύο εραστών σε έναν στέφανο
Ήρεμης συντέλειας καθώς οι τελευταίες

ακτίνες

του Υπερίωνος

Kυκλοτερώς αστράπτανε ωσάν λαβή θόλου
Μεγίστη επί των καταλαγιασμένων μορφών

στα χαμηλά

της προσμονής

για το σκοτάδι,

Οι μέρες σου ήταν πάντα δικές μου και οι
Νύχτες σου Χρυσαύγεια, ένας κολοφώνας

δόξας

Πάνω στο δυνατό κορμό μου που λύγιζε από
Την φλόγα των χειλιών σου και μόνον, ένας

ναός

Χτισμένος από σάρκα και ιδρώτα ήταν τα
Σώματά μας σε καθαρπαγή άγριας φύσης

Από φύση αγριότερη η που τα μέλη μας
Δονούσε σε χτυπήματα οριστικής ηδονής

Και λύση ενός ωκεανού γενετήσιας λάβας
Επί των ριγμένων σε σκοτεινά πεπρωμένα

ανθρώπων,

Της απάντησε τότε ο Βελλεροφόντης ενώ
Έχτιζε με τα χέρια του έναν οίκο όπου θα

κατοικούσε

ολόκληρη

η ανθρωπότητα

Τουτέστιν, αυτοί οι δύο μονάχα,

Και εσύ, σαν κύμα κυμάτων ροής σε ροές
Ασπίλου πόθου δημιουργούσες έναν κόσμο

Από κάθε μια ανάσα σου και στεναγμό, μια
Χυμένη πολιτεία στα καλούπια ενός θηλυκού

Άδη

που

το μυστήριό του

Κρατούσε σφιχτά απλωμένο στον κόσμο, ενώ
Οι περαστικοί το μόνο που αντικρύζαν ήταν

ένας

λίθος

ακρογωνιαίος

Ο που εσύναξε θησαυρούς και θησαυρούς
Από κάθε μεριά του γνωστού κόσμου, ήταν

η πρώτη και τελευταία

εντολή

που ακούστηκε,

Λύσατε τη κτίση, ότι αυτή επληρώθη εντός
Μιας νύχτας πυρός που φώτισε τις στέγες

της

επιθυμίας

για πάντα

Λύσατε τη δημιουργία, ότι αυτή ετελέσθη
Στη βρώση ενός μήλου που κρέμεται από

δένδρο φτιαγμένο από

κρύσταλλο καθρέφτη

και οσμή γυναίκας

Και στις σχισμές του λεπτού υάλου του
Φωταγωγείται σε ετοιμότητα γενέσεως

και από μια εποχή,

Μα πότε είμασταν στις φωλέες του Ολύμπου
Χρυσόπαλμα πτηνά που την μία ευκαιρία

αναζητούσαν

Το χρυσίο αυτό με σίδερο και ατσάλι της γης
Να αλλάξουν· την σιγαλή θέρμη που τόσο

Ήπια ζέσταινε τις οράσεις μας στην αιώνια
Χώρα με μια φωτιά πηλού και το μεγαλείο

ενός ψεύτικου κόσμου

να εξαργυρώσουμε

Φυγάδες είμασταν και παραβάτες, και όμως
Ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο βέβαιο ότι νόμος

Για τους ανθρώπους μόνον απ'τα δικά μας
Χέρια θα ήταν δυνατός και απ'τη θέληση

άλλου

ανθρώπου ή θεού

όχι·

Μεγάρα κτιστά και πολιτείες σωριασμένες
Σε ερείπια του χρόνου!, εσείς υπήρξατε το

αίμα

το αλάθευτο

της αλήθειας

Και όχι η υπόσχεση του παραδείσου στα λειψά
Μάτια της ανάγνωσης, ω τύμβοι φτιαγμένοι

από μάρμαρο και νύχτα!

Ποιος ήθελε της δικής σας μεγαλοπρεπείας να
Αψηφήσει δώρα ευπειθή σαρκός και ολέθρου

Και

Με μιαν αταραξία καθαρού φωτός ηγεμόνα θεού
Να αλλάξει; ας ήταν τα πεδία των φονευμένων

Πολυπληθέστερα των άστρων, ας ήταν η μνήμη
Αιχμηρότερη της ωμής λέξεως στα λυτά πλευρά

της προσδοκίας

θνητού από θνητού

Μόνη και ωραία η κτίση της πτώσης και του
Μεγάλου θανάτου θα σύρει παντοτινά επί της

γης

Τους ύψιστους δαίμονες που επί άκμωνος δεν
'Επαψαν ως σήμερα την πλήξη να σκοτώνουν

Σφυρηλατώντας σε μαύρο μέταλλο σχισμένης
Οργής και σε λεπίδια ομιλίας έναν Καύκασο και

μια

πεταλούδα

Μονάχη να παραπετάει ανάμεσα σε συντριβάνια
Οράματος που χρυσά καταβρέχονται στον ήλιο της

εσώτερης

εκ πηλού

αμβροσίας,

Σε θεούς και ανθρώπους την είσοδο στα Ηλύσια
Πεδία του νου αειθαλούς του επιτρέποντας σε

μια κόψη ευχής

και

αράς ευκλεούς

Απολύοντας σε μία στιγμή ευτυχίας κορμού
Σε κορμό, προσώπου σε πρόσωπο, στήθους

σε στήθος

Φωτιάς σε φωτιά ανάπαυση της οικουμένης·
Ίδε η μία αλήθεια όπου αναπαύονται λέξεις

και ορισμοί

Ίδε ο άνθρωπος κι η σκιά μηδεμιά· και ουδείς
Ο πυλών που θ' απέτρεπε την είσοδο στο φως,

Είπε ο Βελλεροφόντης και συνέχιζε να φέρει
Λίθους επί λιθών να σωρεύει στα θεμέλια της

νεότητας

του κόσμου,

Και όμως, εσύ ήσουν πάντα που θήρευσες
Εκείνη τη Χίμαιρα χωρίς την οποία ακόμα

και η σφοδρή ένωσή μας

δυνατή δεν θα'ταν

Βελλεροφόντη,

Του αντείπε η Χρυσαύγεια και φάνηκε για
Μια στιγμή πως ο ήλιος είχε διαλυθεί στο

δάσος

Αφήνοντας μοναχά ένα ξέφωτο στο κέντρο
Του ορίζοντα σαν ακινητοποιημένη έκρηξη

Ενώ η νύχτα άρχιζε σιγά σιγά να τολμάει να
Καλύπτει ολόκληρη την επικράτεια, ευγενικά

Ωθώντας το ελάχιστο φως που είχε απομείνει
Στη πλάση, πίσω πάλι προς τις μυστικές κοίτες

της δημιουργίας,

Σαν πέλεκυς που κατέπεφτε όλη νύχτα έξω από
Τα τείχη της Τιρύνθου και της Κορίνθου, και σαν

Άνεμος που άρπαζε φωτιά από έναν και μόνον
Λόγο σου, Βελλεροφόντη, ωρμούσες πάνω στο


Απλωμένο σαν όνειρο επί της γης σώμα της και
Το κατέρριπτες μέσα σε μια ισχυρή λαβή ομιλίας

Και φάνταζες η ίδια η ζωή στο πιο ιερό μένος της
Όταν επιθυμεί ν'αποτινάξει από πάνω της κάθε

Άλλη ζωή που έπαψε προ πολλού να είναι τέτοια,
Και φάνταζες ο ίδιος ο θάνατος όταν έρχεται η

στιγμή

Τα άδεια κελύφη των ανθρώπων και του χρόνου
Ξανά με νέα ορμή προς τη κόλαση να επανδρώσει,

Ένας εικονοκλάστης υπήρξες Βελλεροφόντη, και
Ακόμα περισσότερο ένας βασιλιάς ανάμεσα στους

Βασιλιάδες, κανένα βασίλειο μην έχοντας ,τα όλα
Βασίλεια του κόσμου επισύροντας σε καθυποταγή

λέξεων

πιο ισχυρών ακόμα

και από τη δύναμη της ζωής,

Μα ποτέ δεν έστερξες τη δίψα των θνητών για μια
Ακόμη ραστώνη στις άδειες κοιλάδες των πόθων

και των

μοναχικών

θελήσεών τους

Που άλλος ουδείς να γνωρίζει δεν δύναται, ει μη
Ο παγωμένος μύλος π' άφησε ως κατάλοιπό της

στο Χρόνο

η Αιωνιότητα

Η μία Χίμαιρα

Που στις ατέρμονες περιστροφές της μέσα στο νου
Κάθε βροτού τα μύρια σήματα μίας θολής μορφής

ξανά αληθεύοντας

Και το όνομα αυτής

Η αγάπη

Βελλεροφόντη, η αγάπη που σαν κομμένο ιστίο
Από τα πανιά πλοίου κατέπεφτε στο πέλαγος και

Ένα βουνό από πεινώντα κύματα ορθώνοντας
Στην άκρη του ανυποψίαστου βλέμματος του

περαστικού

κολυμβητή


Και μια καταρροή φλογισμένου σιδήρου στα
Απαλά μαργαριτάρια της έκτοτε χαμένης έως

το τέλος

των καιρών

παιδικότητας,

Η Χίμαιρα υπήρξε η μία και μόνη σφραγίδα
Του κόσμου, είπε τότε ο Βελλεροφόντης στην

ξανθόφωτη

Χρυσαύγεια

Καθώς η φωνή του πλέον έρχοταν μέσα από
Τον φωτεινό κορμό ενός δένδρου που έμοιαζε

Πως φιλοξενούσε εντός του ακόμα όλες τις
Πολιτείες και τα φθαρτά επιτεύγματα των

ανθρώπων

στην ιστορία τους,

Και από ψηλά ήδη έσταζε το ψιλόβροχο του
Ουρανού, αθέατο πλήρως μέσα στο ευλαβικό

σκοτάδι,

Δεν ήμουν

Εγώ εκείνος που θέλησε να την σκοτώσει, αλλά
Ο ίδιος ο χρόνος στην αποκάλυψη ενός λιθίσκου

ενώπιον

ενός ασάλευτου μεγαβράχου

ανάμεσα στα κύματα

Και ο μεν πρώτος λέγεται ζωή ο δε δεύτερος θα
Αποκληθεί ξανά η βασιλεία· ότι πηλός μεν είναι

Ο κόσμος, σε πηλό όμως δεν θα μπορέσει να
Επιστρέψει ποτέ, ότι θάνατος είναι η κάθε ζωή

Σε θάνατο όμως να καταλήξει δεν θα'ταν ποτέ
Δυνατό,
ότι όλα τα πράγματα όνειρο είναι και

Σε πηγή ονείρου θα απορροφηθούν ξανά ως
Το νερό στη δίνη του· ότι ένας ύπνος είναι η

Μυστική υπόσταση του κάθε όντος και σε μία
Αφύπνιση τα πάντα οφείλουν να περιέλθουν

Ότι στη σκιά ενός θεϊκού ειδύλλιου αναβράζουν
Πάντα τα ορατά και ως τους δύο μόνον εραστές

Οφείλουν κάποια στιγμή τις μορφές αυτών να
Απεκδυθούν, στην εσχάτη απλότητα και δεινό

μεγαλείο

απολήγοντας

Δύο αετών που πετούν μοναχιασμένοι πάνω
Απ'τις χαράδρες των αιώνων σαν σε πανόραμα

Θεώμενοι τα γεγονότα ξανά, και από πάνω τους
Ωσεί αδάμας σε αδαμάντινο ουρανό ο νεαρός

ήλιος

Όπως υπήρξε εκατοντάδες και χιλιάδες αιώνων
Πριν, και από κάτω τους ωσεί νωπός κέραμος

Επί κεράμω κτισμένος, οι πρώτες οικήσεις των
Εκπεσόντων αγγέλων επί της γης, και γύρω τους

Στον ορίζοντα οι διαφανείς υδρόβιοι σωλήνες
Της παρθένου βλαστήσεως των πρώτων σκέψεων

Και στοχασμών που έλαμψαν σε συνείδηση σαρκός
Οι δε υάλινοι καρποί των φυτών έσταζαν ξανά την

λευκότητα

των

θεών

Σε απαλές νύξεις δρόσου επί της χαμηλής φωτιάς
Των συναθροιζομένων σε αγωνίας ομάδες που από

τότε

δεν έπαψαν να κυνηγάνε εν σε πολλά·

την Χίμαιρα, Χρυσαύγεια, την Χίμαιρα,

Χωρίς την οποία μηδεμιά θνητού ανάσα δεν θα
Θάμπωνε το γυαλί του ιδίου πεπρωμένου του

Μα και καμμία όπλων κλαγγή δεν θα 'σκιζε την
Κοιλάδα του χρόνου όπως ακριβώς το κλάμα

του

νεογέννητου

που σχίζει τα σκοτάδια της μήτρας·

Κι εγώ Βελλεροφόντη, είμαι απλά η αναμονή
Έως ότου τελεσθεί η ειρκτή και ειμαρμένη του

κόσμου,

είπε τότε με μια ανάσα θλίψεως

η λευκόθυμη Χρυσαύγεια,

Όμως

Ήμουν εγώ που φύσηξα τη Χίμαιρα μέσα
Σ' έναν αδρό ύαλο ονείρων και εγώ που την

έσυρα

έξω

Από τη φιάλη του πρώτου θυμού της προς
Τις εστίες φωτιάς των συγκεντρωμένων εν

απλότητι

ελπίδας και τρόμου μαζί

Η πρώτη αυγή της ιστορίας του κόσμου
Ήταν και η πρώτη νύχτα που σκέπασε τα

όμματα

του

πλήθους,

Βελλεροφόντη,

Καθώς θα ήταν καταδικασμένο πια να
Σύρεται ως δαίμων αλύτρωτος στα ελεεινά

Πατώματα των μυχίων σπηλαίων της ιδικής
Του καρδιάς, και ένας όφις γενεσιουργός

πάντων

των ορατών

Που έκτοτε μόνο αόρατα θα τα ένοιωθαν οι
Άνθρωποι δίπλα τους, από κατωφέρεια σε

κατωφέρεια

Κινήθηκε η ανθρωπότητα

Βελλεροφόντη,

Και από λήψη ύδατος ζωής σε λήψη ενός
Άδειου κάδου ζωής όπου όλοι έρριχναν τα

απορρίματά τους

Και τις σχισμένες σε χίλια κόμματια στον
Αγέρα ήσυχες προσδοκίες των, οίμοι, οι

πλάνητες

των παθών τους

Οίμοι, η πασιθόη φυγή της χιλιετίας στο
Πουθενά της επιθυμίας γενεών και γενεών

Που ακόμα είναι σταματημένες στη γωνία
Την μία γοή απωλείας αναμένοντας, όμως

δεν θα είναι

Την μία ιαχή της νίκης νυχτοποθώντας όμως
Δεν θα είναι· τα κάτεργα του θανάτου μήπως

κάποτε

ανακαινίσουν σε κτίσματα

λαμπρότερα των ακροπόλεών τους

Όμως δεν θα είναι·

Ότι εγώ παραδίδομαι πια στη νύχτα σου
Που της ιδικής μου σκοτεινότερη είναι·

Και σε θρόνους σμιλεμένους από αίμα και
Γέλιο ιλαρό, έρωτα και μίσος λατρευτικό

Θέρμη αγκάλης και πάγο του νου, πτέρυγες
Σε πτερύγια υψών στα καταβάραθρα των

προσμονών

μίας

εποχής οριστικής

Ας καθήσουμε, τους γάμους ανάμεσα στα
Απρόσιτα βάθη ανδρός δεινού και τις αθώες

ακόμα

επιφάνειες

κόρης λαξευμένης στο άπειρο

Ας επικυρώσουμε,

Είπε η Χρυσαύγεια και ευθύς εφύσηξε ως
Άνεμος τυφλός επί της επιφανείας της γης

Τους κλάδους και τα αθρώα φυλλώματα των
Δένδρων ανασηκώνοντας σε ιερή ετοιμότητα

βασιλείας

που έρχεται,

Ο δε Βελλεροφόντης είχε προ πολλού σκεπάσει
Τον κόσμο με άστρα μύρια όσες ακριβώς ήταν

και οι ψυχές

των κατοίκων του χρόνου

αιώνος παρελθόντος και μέλλοντος,

Στο μάλιστα στερέωμα μπορούσε κάποτε να
Ακούγεται μονάχα ένα γέλιο παιδικό, που

δεν τολμούσε

ωστόσο

ουδείς των θνητών να ακολουθήσει·


Monday, October 5, 2009

RICHARD WAGNER: the Ride of the Valkyries




Bayreuth 1976, recorded 1980.

Carmen Reppel as Gerhilde
Gabriele Schnaut as Waltraute
Gwendolyn Killebrew as Schwertleite
Karen Middleton as Ortlinde
Gwyneth Jones as Brünnhilde
Katie Clarke as Helmwige
Ilse Gramatzki as Grimgerde
Jeannine Altmeyer as Sieglinde
Elisabeth Glauser as Rossweisse
Marga Schiml as Siegrune

Conducted by Pierre Boulez

Directed by Patrice Chéreau

from Darraðarljóð (Njál's saga Chap. 156.):

Vindum, vindum
vef darraðar,
þars er vé vaða
vígra manna!
Látum eigi
líf hans farask;
eigu valkyrjur
vals of kosti.

Wind we, wind swiftly
Our warwinning woof.
sword-bearing rovers
To banners rush on,
Mind, maidens, we spare not
One life in the fray!
We corse-choosing sisters

Monday, September 28, 2009

ΕΠΙΘΥΜΙΟΝ



Ποτέ κανένας δεν μπορούσε
Να τους εντοπίσει για πολύ

στην πραγματικότητα

μα ούτε

και σε κανένα όνειρο

Που θα μπορούσε να αφορά
Αν όχι μια πραγματικότητα

τότε ίσως

ένα άλλο όνειρο

Eπί ματαίω εξ ίσου

Μα και κανείς εξ άλλου δεν τους
Αναζήτησε, και ούτε γινόταν τόσο

εύκολα

αντιληπτές

Η παρουσία και η απουσία τους,
Τρέχουμε και δεν προλαβαίνουμε,

έλεγαν

βιαστικά

ενώ παρέμεναν ακίνητοι,

Και σαν βραχύβιες πεταλούδες
Των ολίγων ωρών κάναν την

εμφάνισή τους

στην ομιλία

και σβήναν ζωντανοί

Εμφανίζονταν κι απεμφανίζονταν
Χαμογελώντας ή και δυσθυμώντας

επιπλέοντας

σε

Μια απόλυτη νεκρά θάλασσα
Της οποίας τα νερά ακόμη και

σήμερα αναζητούνται

Σε κοίτες αφανείς χαμένες στον
Γεωψυχικό χάρτη· την δε εναλλαγή

της ζωής και του θανάτου

δεν την λογίσανε σημαντική

Την επανελάμβαναν κατά άπειρη
Ακολουθία σε μία πάντοτε ελλιπή

εκδοχή·

Tο μάλιστα αναζητούμενο πλεόνασμα
Ανέλαβαν όσοι ήταν εξ αυτών οι

ποιητές

Να το αποκλείσουνε ακόμη περισσότερο




(Και με αυτό το ποίημα ολοκληρώνεται η ενότητα "Το Όρος της Ομιλίας και η Νεκρά Θάλασσα". Στην Όλγα για τις επιτυχίες της στο ρωσσικό διασυλλογικό πρωτάθλημα σκακιού γυναικών και στην Ρεγγίνα για το θερμό review της στους "Τρώες" μου).