Friday, July 22, 2016

NICOLAS VALLET: Lute Works






Ηχητική κάθαρση για τους σημερινούς μολυσμένους καιρούς από έναν μεγάλο καλλιτέχνη του είδους, τον Nicolas Vallet (1583 - περίπου 1642).

 

Thursday, July 7, 2016

TELEMAN ή Το Ιστορικό ως η Ολιγωρία Έναντι του Φασματικού






Υπήρχε ένας διάδρομος απογείωσης
Σ' ένα εγκαταλελειμμένο αεροδρόμιο

Στον οποίο φαινόταν μονίμως ακίνητος
Ένας σκακιστικός πύργος ελέγχου· ο δε

Χώρος του αεροδρομίου, όταν ο ήλιος 
Κατεδύετο πίσω από τα σκιώδη βουνά

Της σιωπηλής περιχώρας, επέφερε την
Εντύπωση μιας σκακιέρας· τότ' ακριβώς

Έκαναν την εμφάνισή τους κι οι λοιποί
Πεσσοί: οι ίπποι, οι αξιωματικοί, πιόνια,

Τα βασιλικά ζεύγη αλλά επίσης κι ένας
Πεσσός άγνωστος από την μέχρι τούδε

Σκακιστική φαινομενολογία· επρόκειτο
Για κάτι που 'μοιαζε ανάμεσα άνθρωπο

και νύχτα, 

ενώ

Κάποιες φορές προσέδιδε την εντύπωση
Ενός σκιώδους, ίσως αρπακτικού πτηνού,

Που δεν ενδιαφερόταν ωστόσο ν' αρπάξει
Κάτι και άλλοτε την εικόνα ενός ενάστρου

χάρτη κεντημένου με φώτα θαλάμου·

Κατά την νύχτα, -ελέγετο αργότερα από
Τους τρομαγμένους περίοικους-, τελείτο

Σ' αυτή 

Την φασματική  σκακιέρα-αερολιμένα
Μία παρτίδα· 

Οι μάλιστα ήχοι των μετακινήσεων των
Πεσσών υπήρξαν τόσον κλονιστικοί και 

δριμείς

Ώστε πραγματικά θα μπορούσε κανείς
Να νομίσει πως επρόκειτο για πολεμική

επιχείρηση 

Ή για μεγασεισμό αγνώστου αντικτύπου
Μιας και το έδαφος ποτέ δεν έμοιαζε να

Πλήττεται σημαντικώς, ή έστω κατ' ολίγον,
Κατά τη διάρκεια αυτής της μάλλον οξείας

υπερολονυκτίας·

Και εν τέλει εγένετο πρωί, έφαινε ήλιος,
Ήτανε ημέρα μία·
 
Με τίποτα εξ άλλου στoν αέρα να
Φανερώνει τα ίχνη μιας πράγματι

τόσον επεισοδιακής 

πτήσης,

'Εστω κι αν αυτή δεν θα είχε λόγο να
Προκύπτει ευρέως κοινοποιήσιμη σε 

Μια γεώδη περιοχή ή επικράτεια από 
Τη φύση της ανεπανόρθωτα ριζωμένη  

Σε χώμα ελαφρύ και έδαφος 

βλακωδώς ακόμα 

μη τραβηγμένο κάτ' από τα πόδια·



 

Saturday, June 11, 2016

A TAMIL LEGEND AMIDST THE RUINS OF TIME







Δεν ήταν παρά μι' αδιέξοδη εποχή σε μια
Βάρβαρη χώρα, η οποία αναμένοντας το

τέλος της 

-το τόσον βέβαιον όσον και το άδραστον
μιας υπνωτισμένης παθητικής μετοχής-,

Μιμείτο αδέξια τις περασμένες εποχές της·
Ελάχιστοι εκείνοι που μπορούσαν να δουν

Με άλλο τρόπο, και ακόμα πιο ελάχιστοι οι  
Πυρήνες· τα φλούδια είχαν κατακλύσει την

Οπτική: αποξηραμένα φαντάσματα μιας
Ζωηρής επιθυμίας που δεν μπορούσε να

ανθίσει σε θορυβώδη χαλάσματα·

Το σημείο μηδέν του ανθρωπίνου θηρίου:
Μίμοι, κλόουνς και ψυχωσικοί ζηλιάρηδες

Αλλά και ημίτρελλες, παραχολλυγουντιανές 
Κυράτσες μπροστά σε μιαν οθόνη επαιτείας

Να καταπίνονται απ' τους εκτροχιασμένους
Στροβίλους μιας άθυμης Νέας Καρχηδόνας·

Και τι, αλήθεια, θα μπορούσε, να' ναι ποίηση
Και φαντασία σε μια τέτοια έκλειψη λογικής

Σ' ένα τέτοιο, από αιώνες ιδωμένο ξανά,
Ξεχαρβαλωμένο πανηγύρι της Ερημίας;

Ο,τιδήποτε πιο μακριά απ' αυτό, ασφαλώς,

Κάτι ας πούμε σαν ένα όμορφο Ταμίλ κορίτσι
Δίχως ηλικία· ή τόσον αρχαία όσον η γλώσσα

της πατρίδας της,

και ολόφωτα σκοτεινή όσον και το ανεξήγητο 

του έθνους της,

Απορροφημένη σε μια σκακιέρα με τις ώρες
Να τροχίζει την ευφυία της και τυλιγμένη με

όλες τις μυστικές φωτιές του μέλλοντος

καθώς

Την αποκάλεσαν με χιλιάδες ονόματα, Ίργα,
Μλέχε, Κορσινή, Ιοπέχη, Λαμαρύτη, Κορχώ,

Όμως το πραγματικό όνομά της μπορούσε να
Το ξέρει μονάχα ένας ποιητής·

Ποίηση είναι ό,τι δεν χρειάζεται να ρωτήσει
Τίποτε για να το μάθει: δεν υπάρχει ποίηση 

που να μην είναι 

πιο μπροστά από τον εαυτό της·

Κι ο ποιητής,

Ο ποιητής ανέκαθεν δεν ήτανε παρά εκείνος
Που προσπερνούσε τα γεγονότα μιας εποχής

όχι για να τα ξεχάσει,

αλλά για να τα θυμηθεί·




Saturday, June 4, 2016

ΤΑ ΑΘΕΑΤΑ ΚΑΛΩΔΙΑ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ







Η εποχή έτεινε στο σημείο μηδέν και ένα
Της ροής· οι άνθρωποι μιλούσαν για λίγο

Κι αμέσως τα λόγια τους εξατμίζονταν
Ως εάν προκατακλυσμιαίος λήθαργος

Στα περιθώρια της ομιλίας· δεν κατέστη
Δυνατόν ακόμα, έστω και αναδρομικώς

Να διαπιστωθεί μια συναρμογή αιτίας 
Και αποτελέσματος στις εποπτείες του

Υπνωτισμένου πλήθους: η αρχαία αγορά,
Εξ άλλου, είχε παντελώς ερημώσει, παρά

Το γεγονός ότι ο κόσμος ενέμενε εκεί πέρα
Ωσαν αγάλματα όμως που ανοιγοκλείνανε

Μονάχα τα χείλη τους, 

Δεν μπορούσαν να κάνουνε τίποτ' άλλο
Από το να περιμένουνε, καίτοι βεβαίως

Προφασίζονταν την κίνηση ή έδιδαν την
Εντύπωσή της με την ακινητοποιημένη,

όπως και να 'χει, στάση τους,

Δεν κινούνταν όμως, δεν πηγαίναν πουθενά,
Πολλοί, πράγματι, κατέρρεαν από άφευκτη

υπαρκτική

Παχυσαρκία και κατέπιπταν στο έδαφος ωσάν
Κυκλώπεια τραπουλόχαρτα που τα πελεκούσε 

άδηλος

Ξυλοκόπος μιας ινκόγκνιτο παγκόσμιας νυκτός
Κατά την διάρκεια μιας αρρωστημένης ημέρας,

Μα τα μυαλά τους ήτανε μισοσβησμένα σε 
Μιαν αρχαία αγορά που 'μοιαζε πια με ένα

Εγκαταλελειμμένο γκαράζ 

γεμάτο από ηλεκτρικές πολυθρόνες

και αφημένες κιβωτούς,

Δυστυχισμένοι, υπέρβαροι και παρανοϊκοί
Τρέμαν στην ιδέα πως σύντομα πιθανώς θα

Εδίδετο μια λύση από την Ιστορία, από το
Υπερπέραν, από τους γείτονες, απ' τον θεό

τον ίδιο ή από τον μοναχικό τηλεβόα,

Και ποιος θα κυβερνήσει, ρωτούσαν, και τι
Θα γίνει τελικά με τα φρεάτια που βγάζουν 

αυτούς τους τρομερούς καπνούς 

Και συσκοτίζουν την θέα μας, και τι το ένα
Και τι το άλλο, ρωτούσαν ακόμα· κανείς δεν

τους απαντούσε,

Και οι ελάχιστοι που έβλεπαν περισσότερα
Πράγματα στο μέλλον, διεξεφάνησαν πολύ

Μετρημένοι στα λόγια τους,

Έξω απ' την αγορά υπήρχε ένας μονάχα
Δρόμος που τονε κατέπινε και εξαφάνιζε

από την οπτική

ο ίδιος ο χάρτης·

Η Γη μεταμορφωνόταν με αστραπιαία
Ταχύτητα ωσάν μια συννεφοροή η ίδια

Και

Μια σκακιέρα, μια Ταμίλ νέα γυναίκα
Και δύο πτερωτές νίκες στα χέρια της

θεάς Αθηνάς, 

Όσον

Η ποίηση είχε ήδη επιτελέσει το έκτοτε
Κληθέν και μείναν εις τους αιώνες ως το

άγνωστο 

πραξικόπημα

μιας 

Νέας ύπαρξης, μιας νέας ανθρωπότητας·   
Ύπαρξης τόσον αμείλικτης και σίγουρης 

για το τι μέλλει προκύψαι απ'

την σφοδρή αναμόχλευση της λήξης,

Που δεν θα 'χε λόγο να βιάζεται ιδιαίτερα
Να προσέλθει στην γέννησή της·