Monday, September 19, 2011

ET QUI SEULEMENT DEMEURENT EN VOULOIR ET DÉSIR D' AMOUR


un hommage à Marguerite Porete

Μαργκερίτ, εσύ είσαι εκείνη η φλόγα
Μέσα στο ανθρώπινο δάσος που από

Όλους

Τους ξέφρενους μυστικούς χορούς της
Στις ρίζες, τους κορμούς και τα φύλλα

του

Δεν καταλήγει τώρα παρά να ζητεί να
Κάψει μονάχα εσένα, τρελλή ερωμένη

του φωτός και της ανεμελιάς του θεού,

ότι

Η αγάπη σου για τον ουρανό είναι μια
Φυλακή ελευθερίας όπως είναι αυτός

Ο κόσμος για το μέγα πλήθος της ζωής
Που παραπαίει ανάμεσα σ' ένα που δεν

ορά

Λαξευμένο μυστήριο στην φωτεινότερη
Αγωνία γενεών και γενεών που ακόμα

ζουν

στις σκέψεις και τα λόγια μας

Και μιαν ορατή καθήλωσή του σε ναούς
Παχύσαρκους που βιαστικά περιζώνουν

την ανθρώπινη θλίψη

με αμήχανη προστασία και τρόμο,

Μαργκερίτ,

Μπροστά στο Μέγα Σκέλεθρο του Λόγου,
Ο οποίος ως σήμερα, άλλο δεν είναι παρά

Αυτές οι κουρασμένες πόλεις των εθνών,
Όταν επιζητούν όχι μια θέση στον ήλιο

του θεού

αλλά ένα δροσερό κατάλυμμα στη σκιά

της Ιστορίας,

Μακριά από εκείνον τον ήλιο που καίει,
Όπως ετοιμάζεται να κάψει τώρα εσένα,

Της έλεγε

Ο συγκρατούμενος και υπερασπιστής της,
Γκιγιάρ, ενώ ετοίμαζε με κάθε λεπτομέρεια

την υστάτη ομιλία του

στο

ιερατικό δικαστήριο·

Και τι' ναι μια αίρεση, Μαργκερίτ, αν όχι
Το τέκνο της αγάπης και του θυμού, ένα

Άλμα στο μέλλον χωρίς πάτημα σταθερό
Σε ουδέν των παρελθόντων και μια άγρια

ώση φυγής

από τα δεσμά του

χρόνου

Προς τα περιστύλια του σύμπαντος, εκεί
Όπου μόνον η αγάπη του νοός βασιλεύει

και ο νους της αγάπης·

Ότι όσα βιβλία και αν κάψει ο επίσκοπος
Του Καμπραί, και τον κορμό ανθρώπου

Αν παραδώσει ακόμα στη φωτιά, δεν θα
Μπορέσει ωστόσο μήποτε τον εαυτό του

να καύσει

Και

Αυτό μέλλει να 'ναι η οιονεί αποτυχία του
Στους αιώνες, ενώπιον θεού, ανθρώπων

και

των

Λουλουδιών που φυτρώνουν ελεύθερα
Στο δρόμο ανάμεσα Παρίσι και σύμπαν,

Ότι το πρώτο είναι ακόμα βυθισμένο σε
Μια νύχτα σκληρή που προετοίμασε γι'

Αυτό ένας αιών γηραιός κι αναποφάσιστος
Που μην τολμώντας να τελευτήσει ακόμα

Και νέα ζωή να δώσει κάτω από τον θόλο
Των αθανάτων, σκοτώνει τους ανθρώπους

Όταν αυτοί επιχειρούν μια δρασκελιά στην
Άβυσσο της αγάπης και μιας λάμψης που

'ρχεται κατευθείαν από τα πρωινά αστέρια
Της ζωής των έξω από κανόνες και νόμους

ανθρώπινους,

Εκείνης που κάνει τους εραστές να πέφτουν
Μαζί στην κλίνη των ηδυλύτων στεναγμών

Και τον προφήτη να πυρπολεί τις καρδιές
Του πλήθους με μία μόνο λέξη κάθε φορά

και είναι αυτή η λέξη,

Άφεσις,

Μαργκερίτ,

Ότι είναι η τιμωρία ακόμα ένα βάρβαρο
Έθος των δαιμόνων και όχι το άνθος των

αγγέλων

Ότι ο άνθρωπος θεός μπορεί να γίνει μόνον
Εάν αγαπάει και όχι αν φοβάται· της έλεγε

Και ευθύς κοίταξε την ευγενική μορφή της
Με αγωνία μεγίστη, καθώς η ακρόαση στην

ακούραστη αίθουσα

επίκειτο από στιγμή σε στιγμή,

Κι εγώ σου λέγω, τούτο, χαριέστερο άνθος
Ενός κήπου ακόμα αγνώστου της καρδιάς,

Την μοίρα σου φύγε και την πυρά διώξε απ'
Τις μέρες που έρχονται και ομολόγησε όπως

κι εγώ,

Ότι το φως της ζωής σου

Βορά σε ρασοφόρους δαίμονες να δώσεις
Πρέπον δεν είναι, και τους αδελφούς σου

Σε θλίψη έσχατη να επιρρίψεις, ποτέ να μην
Στέρξεις να σκεφτείς· ομολόγησε, Μαργκερίτ,

Κατά πώς αυτοί ζητούν και το μέγα άγος της
Δίκης ας απαλύνεις, ότι ο κόσμος αυτός δεν

χρειάζεται μάρτυρες πια

αλλά την συνείδηση της ομορφιάς του·

Της είπε και την κοίταζε στα χείλη με τόση
Ανυπομονησία ώστε σχεδόν δεν άκουσε τον

φύλακα

Που τον καλούσε να εμφανιστεί μπροστά
Στους δικαστές·

Μαργκερίτ, της ψιθύρισε,

Ενώ τον τραβούσαν έξω στο πεινασμένο
Χάος μιας αλλόκοτης εποχής που ακόμα

και το μίσος της δεν μπορούσε παρά

να το τραυλίζει·

Η δε

Γυναίκα, είχε καρφώσει το εξώκοσμο
Βλέμμα της πάνω του χωρίς να μιλάει·

Έτσι τον παρακολούθησε να χάνεται
Στο τέλος του διαδρόμου, μέσα στον

θόρυβο της ζωής

που ανέμενε πάντοτε με τον θάνατο

μαζί, μιαν νέα εποχή·

Στο έλεος αφήνοντάς την,
Όπως και κάθε άλλη εποχή,

όχι του θεού

Αλλά του ανθρώπου·