Thursday, July 7, 2011

Η ΤΗΛΑΥΓΗΣ ΘΥΜΗΣΗ

Υπάρχουμε συνεχώς και για πάντοτε,
Άρκλυς, σαν μια μνήμη που διέπει τα

Γεγονότα ωσεί νηματοληψία ενός νου
Θεϊκού εντός της ζωής των ανθρώπων,

Και

Ποιος αποφασίζει κάθε φορά να κινεί
Αυτά τα ενδόφωτα νήματα μέσα στην

Ιστορία,

Αυτό δεν είναι παρά το μυστικό στέμμα
Του ποιητή όταν ανασύρει από την μία

θάλασσα

της έλξης της ζωής

προς την ζωή

Τα αποθέματα των εννοιών του τα που
Δεν εξαντλούνται ποτέ, αν βέβαια ξέρει

Να λύει ακαριαία την ιστώδη σκέψη του
Κάθε φορά που επεκτείνεται στο ακόμα

όχι γνωστό

μιας μεγάλης

φωτιάς

Που φαίνεται πως ενέχει όλα τα εγκόσμια·
Ακουγόταν πολύ ψιθυριστά η φωνή απ' τον

ορίζοντα,

προς τον άνθρωπο

εκείνον

Που αν και δεν φαινόταν να την προσέχει
Ιδιαίτερα, εν τούτοις την άκουγε ευκρινώς·

Και εσύ, Άρκλυς, είσαι πάντοτε σκεφτικός,
Σαν μια εκκρεμότητα που κατακρατάει η

ημερησία λήθη του ζην

από το τόσο δραστήριο στους αιώνες

σκότος του όντος,

Τίποτε δεν υπάρχει αληθινά στο κόσμο,
Άρκλυς, εκτός από μια λάμψη που 'ναι

ο άνθρωπος

σε μία δεδομένη στιγμή

Προγεγραμμένη από εσώτερους αιώνες
Που έχει ζήσει η ψυχή, σπάνια ορατούς

Από την αμφίβολη

Κατάφαση του φωτός στις επιφάνειες
Του επιθυμείν· ότι είναι αλήθεια πως ο

ίδιος

ευρίσκεται ακόμα μέσα σ'

ένα κέλυφος ραγδαίας νυκτός

Και απέξω μαίνονται οι κητώδεις άνεμοι
Μιας αρπαγής της πραγματικότητας απ'

την τυχούσα διερχομένη Αλήθεια·

Ό,τι έχει μιλήσει η ζωή, ό,τι έχει πράξει,
Ό,τι έχει ξεχάσει και έχει θυμηθεί, όλα,

μα όλα,

Άρκλυς,

Θα καταλήξουν σε ένα και μόνο φως
Τόσο στιγμιαίο, τόσο αναπάντεχο εξ

ίσου,

Που

Θα άρει μια για πάντα κάθε μέλλον
Που τόσο επιμελώς οι άνθρωποι κι

η Ιστορία όπως,

Ετοίμασαν ερήμην μιας εκπατρισμένης
Στο χρόνο θεότητας που φαίνεται πως

θέλει κάποτε

να ιδιοκατοικήσει στην ύπαρξη

και να μην την ενοικιάζει πλέον·

Έλεγε η φωνή στον ορίζοντα σιγανά, ενώ
Ο άνθρωπος που την άκουγε από μακριά

Φαινόταν απορροφημένος όπως πάντα στις
Ίδιες καθημερινές του ασχολίες· με κάτι να

μην τον απασχολεί ακόμα

Και

Με επίσης άλλο να μην τονε ταράζει διόλου
Ακολουθώντας όπως κι οι υπόλοιποι την μία

πεπατημένη απάτητη

νύχτα του ζην,

Την αρκούντως προβλέψιμη στο κόσμο
Τόσο, όσο θα του επέτρεπε να πορευθεί

Σε ό,τι πιο άγνωστο θα μπορούσε ποτέ να
Μην υποψιάζεται, το που καραδοκούσε

συνεχώς

μπροστά του

Ως η από παλιά του γνώριμη εικόνα των
Πραγμάτων και ανθρώπων, πάντα εκεί

Κάθε φορά

Χωρίς ν' αλλάζει κατ'ελάχιστον

Και χωρίς να είναι διόλου βέβαιο ακόμα
Πως έφαινε απαραίτητα γι' αυτόν·