Saturday, June 18, 2011

ARS NOVA

Εσύ Γκυγιώμ, τυχοδιώκτη των εθνών
Ιερόληπτε, πραγματικά μοντέρνε σε

κάθε εποχή

και

μυστικέ ιχνηλάτη ενός

Eνιαυτού θεού χωρίς την ανθρώπινη
Σκιά να χρονορροεί εντός του, έλεγε

H νεαρά Περόν ντ' Αρμαντιέρ στον
Άνθρωπο που είχε δραπετεύσει από

τον αιώνα του

προς μιαν άγνωστη ελευθερία,

Ποιος ο δρόμος που οδηγεί, Γκυγιώμ,
Ειπέ μου, απ'το βασίλειο της ανάγκης

Στην δόξα μιας τέχνης που είναι τόσο
Αιώνια όσο και οι λαμπρές αψίδες της

Νοτρ Νταμ

Καθώς σε μια γονυκλισία του απείρου
Μέσα στο κρυψίφωτο έλος του χρόνου

Και

Σε μια πόλη που πασχίζει να απαλλαγεί
Από σκότος αιώνων, επιφέροντας μόνο

Μια πιο ληθαργική νύχτα στους ποιητές
Και τους ζωγράφους της· με όνειρα μιας

εποχής

Που ακόμα δεν κατέφθασε, όμως, ήδη,
Απορρέει από το μέλλον στάζοντας από

Τις χίλιες στέγες του ουρανού τα σημεία
Μιας ανοιξιάτικης βροχής του νου, πάνω

Στους πυκνούς αγρούς των εννοιών και
Των μορφών μιας πλάσης που προβάλλει

κάθε αυγή

από τον ορίζοντα

το ίδιο νέα και φρέσκια

Όπως πριν από χιλιάδες χρόνια· ότι είναι
Αλήθεια, Γκυγιώμ, πως ο άνθρωπος δεν

Ίσταται παρά μονάχα ως το όνειρο της
Φύσης για τον εαυτό της, και η Ιστορία

Δεν κάνει άλλο παρά να μετατρέπει το
Όνειρο όχι ακριβώς σε εφιάλτη αλλά σε

Φωτιά μιας κόλασης γήινης την οπού
Οι ιερείς μας δεν υποψιάστηκαν ποτέ·

Και αν είναι αλήθεια πως ήδη εμείς την
Κόλαση γνωρίζουμε, δεν μας απομένει

παρά

Να βρούμε τον παράδεισο μονάχα, όπως
Εγώ Γκυγιώμ, τον αγναντεύω μέσα από

Τον γαλάζιο ύαλο των ματιών σου που λες
Κι αντιφεγγίζουν την ουράνια βασιλεία σε

μιαν αγάπη θνητού προς θνητή

που δεν τελειώνει ποτέ

Και γίνεται ισχυρότερη μέρα με την ημέρα,
Έλεγε η νεαρά Περόν ντ' Αρμαντιέρ ενώ ο

Άνδρας που την άκουγε προσεχτικά όλη
Αυτή την ώρα, είχε γείρει το κεφάλι του

Ελαφρά σε έναν στύλο του καθεδρικού
Της Ρενς που υψωνόταν ως εάν από το

μυαλό του

Προς την απώτατη εσχατιά εκείνων των
Θρυλικών, πολυύμνητων ουρανίων, που

εκείνη την στιγμή

Έμοιαζαν να αποδίδουν ένα άλλο φως
Στην πραγματικότητα του άδειου από

πιστούς

ιερού χώρου

Ο οποίος και φάνταζε σαν το προαύλιο
Της ψυχής προς ένα σκοτεινότερο και

ανομολόγητο

όνειρο

της ανθρωπότητας,

Ποιος κατοικεί στους ουρανούς, Γκυγιώμ,
Τον ρώτησε τότε η πεντάμορφη κοπέλλα

με τη

Λάγνα γυαλάδα στη μύτη και τις παρειές
Της να αστράπτει σαν ηλιόλουστη ημέρα,

Και με το σφρίγος της ζωής εντός της τόσο
Που την έκανε να χέει ανίκητο φως παντού

ολόγυρά της

σαν ένας καθεδρικός της σαρκός

καταμεσής μιας καχύποπτης πόλης,

Ποιος κατοικεί, ο θεός, ο διάβολος, ή εμείς,
Ποιοι είμαστ΄εδώ κάτω Γκυγιώμ, αν όχι οι

ομιλούσες σκιές μας

Και αν έχουμε παρατήσει τα άφθαρτά μας
Φάσματα εκεί πάνω, πόσο εύκολο νομίζεις

είναι να τα ξαναβρούμε,

του έλεγε

Και τον κοίταζε τόσο ερωτευμένη μαζί του
Όσο θα μπορούσε να είναι με έναν θεό του

μη ορατού κόσμου

Ενδεδυμένον την γήινη στολή και την χαρά
Της θνητότητας στο μυστικό του πέρασμα

από την οικουμένη·

Τοσούτον απορροφημένοι ο ένας από τον
Άλλον, που δεν είχαν προσέξει πως η πύλη

του καθεδρικού

έχασκε ανοιχτή προς το χάος

της βραδινής πόλης

Που μέσα στην οιονεί αφώτιστη ερημιά
Των δρόμων της έμοιαζε πως ανέμενε απ'

το δικό τους σμίξιμο

Να έλθει το από παλιά γνωστό

πρωινό φως·