Thursday, June 4, 2009

ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΗΣ ΚΑΛΥΨΟΥΣ



Μία μία φωτίζονταν οι άδειες μορφές
Στη βροχή, καθώς εμφανίζονταν στον

κόσμο

Που τόσο βαρειά προσέπιπτε στη θέα
Σάν αρχαίο πέπλο σβησμένης φωτιάς,

Ενώ ολόγυρά τους η αιώνια φύση
Έτοιμη ήδη κρυβόταν σε ολισθηρό

σκοτάδι·

'Ωστε ήλθαμε επιτέλους, μόλις
Και σιγοψιθύρισαν, τόσο ώστε να

καταφέρουν

να

Ακουστούν ανάμεσα στις σταγόνες
Του νερού που έπεφταν σαν ομιλία,

Τα λόγια των νερών δεν ήταν καθαρά,
Ωστόσο ήταν φανερό πως ακούγονταν

Μισοτελειωμένες φράσεις γύρω από
Τις ανθρώπινες μορφές που γρήγορα

σχημάτισαν

έναν

κύκλο επίκλησης

Μπροστά από το παλάτι· και το παλάτι
Ήταν τόσο αχανές στη προοπτική του

που

Νόμιζες ότι κατελάμβανε έναν κόσμο
Από μόνο του εκτός γεωγραφίας και

Σίγουρης γνώσης των ανθρώπων, οι δε
Πύλες του ήταν ήδη ανοιχτές ενώ από

Το εσωτερικό φαινόταν αναμμένος
Μόνον ένας πυρσός ζωής και θανάτου

που θα καιγόταν

Καθ' όλη τη διάρκεια

της παραμονής·

Από την αυλή φαινόταν όλη η γη από
Άκρη σε άκρη, τίποτε δεν μπορούσε να

διαφύγει

του

Ισόθεου oφθαλμού του παλατιού ενώ
Από τα χάλκεα υψηλά κιγκλιδώματα

Που έμοιαζαν να φτάνουν έως τα νέφη
Της νύχτας, απλώνονταν σαν τείχος των

θεών

οι ειμαρμένες

των όντων·

Η δε άγρια βλάστηση γύρω από το
Παλάτι ήταν μια παλλόμενη έκταση

πριονωτών φυτών

που είχαν τη μορφή

στόματος ανθρώπου·

Λυσιδίκη, έλεγαν,

Αποκαλώντας την με το όνομά της,
Λυσιδίκη, όλη η ανθρωπότητα είναι

ξανά

εδώ,

Την πληροφορούσαν μυστικά με τους
Άτονους ψιθύρους τους, ενώ η γυναίκα

Ξαπλωμένη στο κρεβάτι κοιμόταν ακόμη,
Λυσιδίκη, λέγαν πάλι τα θηριώδη φυτά,

Όλη η ανθρωπότητα επέστρεψε πίσω για
Να ξαναζήσει, ένα προς ένα τραβάμε έξω

ξανά τα φαντάσματα

από την ανυπαρξία στην ύπαρξη

και από την απορία στην απορία πάλι·

Οι αιώνες είναι έτοιμοι, η Ιστορία τους έχει
Ήδη σχηματιστεί, οι ηγέτες περιμένουν

Στη σάλα της γέννησης, της ανόδου και
Της πτώσης, ενώ ο όχλος στιβάχτηκε

Στις διαμαντένιες αποθήκες αναμένοντας
Να ακουστεί το μαδριγάλι της άνοιξης, ο

Κάματος του ανθρώπου, συμπλήρωναν
Παράξενα, δεν είναι παρά η ανάσα μιας

φλόγας

Πριν καθαρπαχτεί από τον ουρανό, πριν
Λυγίσει από τον δυνατό μαύρο άνεμο του

ολοκληρωτικού

θανάτου

Μα το μνήμα της ζωής ευρέθη άδειο στο
Τέλος, και λείψανα εν αυτώ ουχ ευρέθησαν,

Και τα αίματα των σφαγών στους

κατόχους των

επεστράφησαν,

Ό,τι πρόκειται να μείνει από τον κόσμο
Αυτόν, τόνιζαν και τινάσσονταν προς τα

Πάνω σαν με πτυσσόμενους βλαστούς
Μέχρι τις πύλες του παλατιού όντας ήδη

μια θολή κατάρα

και ευλογία

στο έλος και το έλεος του μέλλοντος,

Είναι ένα κάτοπτρο τυλιγμένο σε λευκό
Μαντήλι, λέγαν τα φυτά κουρασμένα

Από την προσπάθεια για ανθρώπινη
Ομιλία, ένα μικρό κάτοπτρο επιστροφής

Ο που θα δει το πρόσωπό του μέσα, θα
Έχει ήδη γυρίσει στη πραγματικότητα

Το άδειο κέλυφος αφήνοντας του κόσμου
Για πάντα πίσω· ούτος κληθήσεται ο ζων

και

ο υιός

της εικόνας

Και για πρώτη φορά θα υπάρξει, χωρίς
Να μετράνε καθόλου τα χρόνια του επί

Της γης των ανθρώπων που ζουν κοντά
Στη κρημνώδη έπαυλη των εννοιών και

των λέξεων·

Είπαν τα φυτά και έπαυσαν να ομιλούν
Ενώ η Λυσιδίκη Πίξελμπεργκ κοιμόταν

ανήσυχα

Με ένα παιδικό χαμόγελο ωστόσο

στο πρόσωπό της

Και ο Οδυσσεύς που της χάιδευε μέσα
Από το λευκό σκέπασμα το ακόμα πιο

λευκό

και ιδρωμένο από την ένταση του ύπνου

στήθος της

Δεν τολμούσε να την ξυπνήσει από το
Βαθύ γαλαζοφώτιστο όνειρό της πάνω

από

την υδρόγειο