Saturday, May 30, 2009

Η ΓΙΟΡΤΗ



Ε πώς, είπε τότε ο Αγαμέμνων στη
Συγκεντρωμένη ομήγυρη στο παλάτι

που ήταν

ένα

Έγκαταλελειμμένο βαγόνι τραίνου
Στην παραλία, δίπλα ο κόσμος έκανε

μπάνιο

μην προσέχοντας

την παρουσία του

Η δε ομήγυρις ήταν καθισμένη γύρω
Από μια τράπεζα που φάνταζε αιώνια

Με τα πόδια της να έχουν βυθιστεί
Στο δάπεδο καθώς βρισκόταν εκεί

από

πάντοτε

Από την αρχή του χρόνου και του
Κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, μα πώς,

είπε ξανά ο Αγαμέμνων,

κάποιος λόγος θα

Υπάρχει που είμαστε όλοι εδώ
Παρόντες στη γιορτή χωρίς να

Ξέρουμε ακριβώς τι εορτάζουμε,
Χωρίς ακόμα να μπορούμε να

γνωρίζουμε

Αν είμαστε τυφλοί ή μονόχειρες
Άρρωστοι ή υγιείς, κι αν τελικώς

Είμαστε άνθρωποι εκ γενετής ή
Εξ επικτησίας, μέγιστο ερώτημα,

Μα το κυριώτερο, δεν καταλήξαμε
Ακόμη αν αυτό το αφημένο σύμπαν

Τρέφει καλά αισθήματα για μας ή
Μας επιβουλεύεται ατέγκτως με

σπάνιο

στοχασμό

και αιχμηρή σπουδή,

Αγαμέμνων,

Του είπε τότε η ομήγυρις, προφανώς
Δεν έχουμε γνώση των προθέσεων

αυτού

του

κόσμου,

Ωστόσο, έχουμε ασαφή γνώση πως
Τα πάντα τελούν εν αναμονή, λέγαν,

Και γέμιζαν τα ποτήρια τους με θυμό,
Η κτίσις όλη εν μακρά τελεί αναμονή,

Κι εμείς,

είναι αλήθεια,

σε ταχύθυμη επιμονή αναμονής,

Τι ακριβώς περιμένουμε; τους ρώτησε
Τότε ο Αγαμέμνων, δεν ξέρουμε, του

είπαν,

Ξέρουμε μόνο πως κάτι θα γίνει, το τι
Και πώς εισέτι άγνωστα, απάντησαν,

Και για μια στιγμή φάνηκε πως το
Βαγόνι κουνήθηκε σημαντικώς,

Επιβεβαιώθηκε ωστόσο σύντομα ότι
Επρόκειτο για μια τυχαία κίνηση εκ

των

παρευρισκομένων

καθόλου σκόπιμη,

Όμως το μόνο σκόπιμο που έχουμε από
Την πάσα του κόσμου ιστορία είναι πως

η κτίσις όλη

αρνείται

να μην αναμένει κάτι,

Υπενθύμιζαν ξανά διακριτικά, ενώ ο
Βασιλεύς καλούσε προσωπικά έναν

προς

έναν

όλους τους

Να κάνουν και μια πρόποση επί των
Ποθουμένων τους, δεν εγειρόταν

κανείς

ωστόσο,

Δεν τολμούμε να επιθυμήσουμε κάτι
Βασιλεύ, του είπαν τότε σκυθρωποί,

Ότι αυτός ο κόσμος είναι σύντομος
Και η κατοχή του επιθυμητού η πλέον

επισφαλής

αποβαίνει

σε χρόνο ελάχιστο,

Ώσπου να τ'αποκτήσουμε, υπεστήριξαν,
Έχουμε χάσει ήδη τη ζωή μας, κι ωσπού

Να τ'απωλέσουμε έχουμε ήδη ζήσει προ
Πολλού χωρίς να το 'χουμε ωστόσο καν,

Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε, τους διέκοψε
Ο Αγαμέμνων, θέλετε να πείτε πως ματαίως

επιθυμούμε

και ματαιώτερα ακόμη

ανησυχούμε επ'αυτού;

Απλά, βασιλεύ, νοιώθουμε πως πλέον δεν
Χρωστάμε σε θεό και σε δημιουργία μα

Και σε σένα τίποτα, καθόλου βέβαια στη
Ζωή, σου λέμε το εξής απλό χωρίς αυτό

Εκ μέρους μας ως στάση να εκλάβεις και
Παρεξηγήσεις, ότι η βασιλεία σου μάλλον

αδιάφορη

μας είναι,

σου λέμε λοιπόν,

Πως αν τα πάντα
δωρεάν δεν επιδίδονται
Σε τούτη τη ζωή, αυτό είναι παράνομο

Και αν χρειάζεται έστω και κόπος ελάχιστος
Για την απόκτηση τινός εκ των πραγμάτων,

αυτό

είναι

δις παράνομο,

Kάθε ζωή που δωρεάν δεν ζει ακόμα
Eίναι μια φάρσα, κατέληξαν ενώ το

Βαγόνι ήδη σειόταν, άγνωστο από τις
Άσκοπες μετακινήσεις ποιών εντός του,

είναι μια φάρσα,

ξαναψέλλισαν,

Είστε τρελλοί, τους είπε τότε ο Αγαμέμνων,
Θα διατάξω να σας συλλάβουν, και σήκωσε

το τηλέφωνο,

Γιατί βασιλεύ, απόρησαν τότε οι καλεσμένοι,
Να μας συλλάβεις ποιος ο λόγος, ωραία εδώ

περνάμε,

του είπαν

Και τον κοιτάξαν αποφασιστικά και τόνισαν
Αργά και χαμηλόφωνα σαν σπήλαιο που

ροχάλιζε

μία προς μία τις λέξεις τους,

ωραία περνάμε εδώ,

Ο βασιλεύς αφοπλίστηκε προς στιγμήν,
Αλήθεια; το εννοείτε αυτό που λέτε;

τους ρώτησε,

Ναι, Αγαμέμνων, του είπαν αυτοί,

ωραία περνάμε εδώ

ωραία περνάμε από εδώ