Thursday, July 10, 2008

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ


Παρατηρούμε, λέγαν οι άνθρωποι οι
Συναχθέντες μέσα στην αποθήκη, πως

ό,τι λάμπει

δεν είναι λαμπερό

Και ό,τι φέγγει δεν είναι φωτεινό, από
Την άλλη τα σκοτεινά εμμένουν το ίδιο

σκοτεινά

αν όχι σκοτεινότερα

Και δεν γνωρίζουμε αν πιθανώς κάποιο
Φως μέλλει προκύψαι αίφνης εξ αυτών

και μας φωτίσει

Tελικώς συμβαίνει τι; - το φέγγος πού;
Και δύναται το φως αλήθεια ασχέτως

λάμψεως

να υπάρξει;

Ίσως όλ' αυτά οφείλονται σε περιστασιακή
Ανωμαλία της οπτικής ή στον ελαττωμένο

φωτισμό

της αποθήκης

Ωστόσο δεν νοούμε πλέον που η αίγλη
Βρίσκεται, ματαίως ανακοιτάζουμε μέσα

Στα ψιμύθια του κόσμου μήπως και διέφυγε
Της προσοχής μας ψήγμα τι χρυσίου ίσως

ικανού

να αποδώσει θάμβος

Στην αποθηκευμένη παρουσία μας, όμως
Λυπούμαστε δεν βρήκαμε ακόμη τίποτα,

λέγαν και

σουφρώναν τα χείλη τους,

δεν βρήκαμε τίποτε ακόμη,

Ενώ τα πρόσωπά τους είχαν κολλήσει
Στο πάτωμα με τις κόρες των οφθαλμών

εν αχανή διαστολή

μην και τους ξεφύγει κάποια

επείγουσα μαρμαρυγή

Και ολοένα σηκώνονταν και χτυπούσαν
Τον τοίχο μην και τους απαντήσει κάποιος

απ'έξω,

Ώστε δεν είναι κανείς έξω, ξαναρωτούσαν,
Και χτυπούσαν πάλι διακριτικά τον λεπτό

τοίχο,

Ναι εγώ είμαι, ακούστηκε η φωνή, βρήκατε
Τίποτ' επιτέλους, ή ακόμη; τους ρωτούσε,

Κάτι γίνεται, του λέγαν, κάτι γίνεται,
Μην απομακρυνθείτε,περιμένετε, ίσως

σε λίγο

έχουμε νέα,

Και όχι μετά από πολύ, ίσα με που να δύσει
Πλήρως ένας ολόκληρος χρυσός ήλιος στον

ορίζοντα

Ο ήχος του αυτοκινήτου που απομακρύνοταν
Ηχούσε

ολοένα και πιο αχνός

Οι φωνές μέσα από την αποθήκη συνέχιζαν
Ν' ακούγονται,

αν και ίσως

όχι τόσο ζωηρές πια

Όμως
Δεν τολμούσαν

να χαθούν κι ολότελα