Saturday, June 29, 2013

ΤΙ ΑΝΕΦΕΡΑΝ ΚΑΙ ΤΙ ΟΧΙ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΙΑΠΩΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΝΝΕΡΟΗ






Λίγα χιλιόμετρα έξω από το Κυότο υπήρχε
Ένα χάσμα ανάμεσα στους θεούς και τους

ανθρώπους

Το οποίο, εξ όσων μπορούσε να συναχθεί
Εκ των πλέον παλαιών αυτοκρατορικών

χρονικών,
 

Αλλά και κάποιων μάλλον σκοτεινών μύθων
Που ακούγονταν στην περιοχή Αρασιγιάμα
 

Είχε την μορφή μιας Αβύσσου, η οποία ήταν
Πλήρης ωστόσο αστρικών φώτων που χέοντο 


έως

τα σπλάγχνα της γης·

Οι Άνθρωποι στο δρόμο από το Κυότο προς

Το Σογκάνο το απέφευγαν προληπτικά ότι

Φοβούντο πως θα μπορούσε να προκύψει 
Ανά πάσα στιγμή μέσ' από τα έγκατά του

ένας
 

κόσμος ουκέτι γνωστός

Πλήρως διάφορος του πραγματικού και

Δίχως οι ίδιοι να μπορούν να 'ναι βέβαιοι 

περί του αγαθού 

της υπόστασής του,

Παρ' όλ' αυτά, δεν υπήρχε εκεί τίποτε άλλο

Παρεκτός ενός κήπου και εντός του πάντα

το ίδιο κορίτσι,

Το όνομά της δεν ήταν ιαπωνικό, και φάνταζε
Ξένη στην περιοχή, κανείς δεν ήξερε ποιος και

πότε την άφησε εκεί μονάχη της

να παίζει όλη μέρα 

με τα θεουργικά παιγνίδια της

Τα ζώα του δάσους την λατρεύαν, οι άνθρωποι
Την κοιτούσαν όμως με σκεπτικισμό μήπως και

ήταν κάποιο πνεύμα του κακού

μεταμορφωμένο,

Κάποτε την πλησίασε ένας ισχυρός άνεμος,
Κι εκείνη είναι αλήθεια πως φοβήθηκε λίγο,

Όμως αργότερα την σήκωσε από το έδαφος
Πολύ τρυφερά και άρχισε να την μεταφέρει 

παντού στη γη,

Πού θέλεις να σε πάω, Ιννερόη, της έλεγε ο
Άνεμος σφυρίζοντας με χίλιες έγκατες βοές

Μέσ' 

Απ' τα ανοιχτά καλειδοσκοπικά  παράθυρα
Του μυαλού της, να , βλέπεις, της έλεγε, δεν 

υπάρχει

Λόγος να με φοβάσαι, οι άνεμοι σε αυτήν
Την περιοχή είναι δυνατοί στην βοή αλλά

μαζί και απαλοί 

στην αφή,

Και εκείνη ολοένα φάνταζε από τη γη σα
Συννεφάκι που ταξίδευε σε έναν ουρανό

Ο οποίος είχε το χρώμα του λαζουλίτη και 
Σε βαθεία εσπέρα των γήινων μορφών που

Βυθίζονταν σιγαλά στις σκιές που αφήναν
Οι ακτίνες του ηλίου λίγο πριν αποσυρθεί

στην

Άκρη του στερέωματος για να ονειρευτεί την
Δύση και την Ανατολή μαζί σ΄ένα παράφορο

ισημερινό αγκάλιασμα·

Τα μάτια της ήταν δυο κρύσταλλοι ιεροί και
Αφημένοι σε ανύποπτο χρόνο απ' το σύμπαν 

στην γη,

ενώ η λεπτή μορφή της

Ερχόταν από αιώνες σκοτεινούς που την 
Είχαν σμιλέψει ωστόσο με φωτεινόθυμη

ψυχή·

Και η οικουμένη όλη έδειχνε για μια στιγμή
Σα να κρατούσε την ανάσα της μπροστά στη

μαγική πτήση της,

Την ατέλειωτη φωταγωγημένη οροσειρά των
Θεών στο βάθος αφήνοντας να επιπλέει στην

αιθερική ομίχλη

της ανθρώπινης οπτικής εμβέλειας,

Τον ένα κόσμο μυστικό των θαυμάτων κανείς
Μην στέργοντας να αποκαλύψει σε βέβηλους

οφθαλμούς,

Και

Την μια αιώνια Φωτιά που συναρπάζει τις
Καρδιές του έρωτα, αποκαλύπτοντας στην

απέραντη  κοσμική προοπτική της·