Monday, January 14, 2013

THE CONQUEST OF BREAD


Κατά το νέο σούρουπο του Χρόνου
Οι άνθρωποι περισυνελέγοντο από

τους δρόμους

Ως εάν ήταν δραπέτες· τους ελέγετο
Αμέσως ότι θα τους οδηγήσουν πίσω,

άγνωστο πού,

Και τους φορτώνανε κατά μάζες σε 
Καμιόνια τα οποία φαντάζαν όμως

Αρκούντως ετεροχρονισμένα, ωσάν
Να είχαν προκύψει αίφνης από ένα

Χάσμα χρονικά απροσδιόριστο· η δε
Διαδρομή που ηκολουθείτο πάντοτε

Απ' το σημείο της περισυλλογής ως 
Τον τόπο της συγκέντρωσης ήτανε

Η ίδια κάθε φορά, απαρέγκλιτη και
Εμμένουσα, κυρίως όμως άδεια από  

ενδιάμεση

Παρουσία ζωής· το δε τοπίο ολόγυρα
Εφάνταζε βλοσυρό ως εάν εσκέπτετο

ανθρώπινα,

Ενώ στ' αυτιά τους ερχόνταν κάποτε
Οι ήχοι των μεμακρυσμένων θηρίων

ως

τα

Τεκμήρια μιας αλλόκοτης μείξης του
Πολιτισμού με την ωμότητα μιας όχι

Τόσο αφημένης οπίσω άγριας ζωής·
Καθ' όλην δε τη διαδρομή οι οδηγοί

Ήταν άφαντοι όπως επίσης και το
Στρατιωτικό απόσπασμα· ουδεμία 

ομιλία

Ή συνομιλία ακουγόταν μέσ' από
Τα καμιόνια και οι άνθρωποι δεν

Κάναν άλλο απ' το να αναμένουν
Να περάσει ο χρόνος μεταγωγής

των·

Δεν γνωρίζουμε το πού ακριβώς μας
Μεταφέρουν, σκέπτονταν κοιτώντας

Με ανέστιο, φυγόκεντρο βλέμμα προς
Το δάπεδο του καμιονιού, δεν ξέρουμε

Επίσης για ποιο λόγο μας συνέλεξαν
Και αν βαρυνόμαστε με κατηγορίες

Τις οποίες δεν μας ανακοινώνουνε
Ακόμα, συμπλήρωναν στωικότερα

Χωρίς ιδιαίτερη ανησυχία· όπως και
Να 'χει, προσέθεταν, όλ' αυτό μπορεί 

να

Μην είναι απαραίτητα κάτι κακό,
Διόλου απίθανο να πρόκειται για

Κάτι υπέρ ημών, κατέληγαν καθώς οι
Αιφνίδιες αναπηδήσεις του δαπέδου

Απ' τη σπασμωδική πρόσφυση των
Τροχών επί ενός τραχέως εδάφους

Τους εκλόνιζε αυτοματικώς ως εάν
Ήταν κούκλες σωριασμένες επί του

Εσωτερικού του οχήματος, ενίοτε δε  
Προκαλώντας και κάποιες κρούσεις

Των σωμάτων τους αναμεταξύ τους
Παρ' όλ' αυτά ωστόσο δεν έδειχναν

Φοβισμένοι, αλλά μόνο πλήττοντες
Και υπομονετικά αντέχοντας πάσα

Διαρροή του χρόνου προς τα οπίσω
Της ζωής των· φτάσαμε; ρωτούσαν

Κάποια στιγμή ο ένας τον άλλον με
Κουρασμένη χροιά στη φωνή τους, 

Δεν φτάσαμε, ξαναλέγαν, δεν μας 
Είπαν τίποτε ακόμα, επισημαίναν,

Και παρατηρούσανε για άλλη μια
Φορά μέσ' απ' ένα μικρό, ελάχιστο

άνοιγμα

Τη θέση του οδηγού που φαινόταν
Κενή, χωρίς ωστόσο να 'ναι βέβαιοι


γι' αυτό,

Η δε σκέψη τους κατά το πλείστον
Ήταν αφιερωμένη στον έξω κόσμο

Εκ του οποίου είχανε αποκλειστεί
Κατ' ελπίδα προσωρινώς και μόνο,
 
Kαι καθώς το καμιόνι ξεμάκραινε 
Ολοένα πιο πολύ προς τ' άγνωστο
 
Καθίστατο όλο και πιο δύσκολο να
Καθορίσουνε τον Χρόνο· κάλλιστα

Μπορεί να είχε περάσει μισή όλη και 
Όλη ώρα ή και μέρες ολόκληρες, μια

αιωνιότητα 

τελείτο σίγουρα 

υπ' αναζήτηση·
   
Κατεβείτε, ακούστηκε κάποια στιγμή
Σαν από πάντοτε η διατακτική φωνή,

φθάσαμε, τους είπε

από πολύ μακριά,

ενώ το

Νέο τοπίο που φάνηκε ενώπιόν τους  
Έδειχνε απόλυτα, αν όχι απρόσμενα,

φυσιολογικό· και ούτε

επρόκειτο, αλήθεια,

για κάτι 

Άλλο απ' εκείνο το ίδιο σημείο απ' 
Όπου επιβιβάστηκαν στο καμιόνι,

Και τούτο το θυμηθήκαν μετά από
Μεγάλη προσπάθεια σαν να είχανε

Περάσει αιώνες από τότε·

Ναι, αυτό είναι, πιστοποίησαν

οκνηρά,  και 

Προχωρώντας μέσα στη δική τους
Γνώριμη πόλη συναντούσανε ξανά

Τα αγαπημένα πρόσωπά τους καθώς
Και τους γνωστούς των, όπως επίσης

Τους συναδέλφους των στην δουλειά,
Επιτέλους σας ξαναβρίσκουμε, είπαν,
 
Γιατί το λέτε αυτό, ήρθε η απάντηση,
Πότε λείψατε, εδώ μαζί μας είσασταν,

Τους βεβαίωσαν 

Μαζί μας είσασταν, δεν φύγατε ποτέ
Δεν υπήρξε λόγος να μας ξαναβρείτε,

Τους υπερτόνισαν αυτή τη φορά οι
Συγγενείς οι φίλοι κι οι συνάδελφοι

Και εκείνοι, απλά έγνεψαν αδιάφορα
Χωρίς να εκπλήσσονται στ' άκουσμα

αυτών των λόγων

Και 

Κίνησαν για τις δουλειές τους ήσυχα
Ρίχνοντας τυχαία βλέμματα ολόγυρά

τους·

Αν και κάτι φαινόταν κάπως να είχε
Αλλάξει, αδιευκρίνιστο τι, ο κόσμος

Δεν φαινόταν ίδιος πάντως· φαινόταν 
Ανησυχητικά ίδιος και τη διαφορά την 

αντελήφθησαν  

χωρίς να της δώσουνε ωστόσο

και κάποια μεγάλη σημασία,

Όντας σε κάθε περίπτωση πρόθυμοι
Να ξεχάσουν τ' όλο θέμα ως συνέβη,

Ταυτοχρόνως όμως   

αδυνατώντας πλέον να το θυμηθούν

και τόσο καθαρά·