Thursday, May 17, 2012

ARCHIPELAGO

Για μια στιγμή ο κόσμος υπήρξε
Χωρίς ήχο· από πάνω σιωπηλός

ο ήλιος

Παρακολουθούσε την θάλασσα
Που τόσο νωχελικά προωθούσε

Τα αρχαία κύματα προς την ακτή
Όπου κι έσκαγε ο φλοίσβος άηχα

Όσο άηχα βυθιζόντανε οι σκέψεις
Των περαστικών στις χρυσαφένιες

από χυτό φως

μορφές τους·

Λίγο πιο κει τα παιδιά αφημένα από
Χρόνους μεγάλους και εκκρεμούσες

στο κενό της Ιστορίας

εποχές

Ιερουργούσανε τους λίθους και την
Άμμο, ενώ η ροδόχρυση επικράτεια

της φλογερής σιωπής

Ολόγυρά τους, μετέφερε ένα μυστικό
Στον γλάρο που περίμενε πάνω στον

Σκυθρωπό βράχο από ώρα, με μάτια
Αιχμάλωτα να κοιτάζει στο βάθος του

αρχιπελάγους

Και

Λίγο προτού με μια δρασκελιά ισχυρή
Τολμήσει ένα νέο άλμα του στον αέρα

θέτοντας με αυτόν τον τρόπο

τον ήχο του κόσμου

ξανά σε εκκίνηση·

Κανείς δεν γύρισε να τον κοιτάξει, έως
Που χάθηκε στον ορίζοντα σαν λευκό

Μαντήλι των θεών που για λίγο ανέμισε
Προς την πραγματικότητα, ενώ αρκετά

Μακριά, πολύ πιο πέρα απ' όσο ο νους
Των παιδιών μπορούσε να φανταστεί,

Πέρα από το

Μόντε Σίντου, βόρεια της Μπάστια και
Της Ίζουλα Ρόσσα, πολύ πιο νότια από

την Άλτα Ρόκκα,

Οι πολιτείες του κόσμου τελούνταν σε
Πλήρη ληθαργικό και έμμονο θόρυβο·

Μοιραίες σε ιαχή επιθυμίας και κίνηση
Αυτόματη προς τα μπροστά, έναν βωμό

του μέλλοντος επιζητώντας

για να θυσιάσουν ξανά

την ζωή για την ζωή,

Το μόλις Κενό στο οποίο είχε πέσει
Ο Χρόνος απ' την άλλη πλευρά των

ορίων τους,

Εξ ανάγκης και όχι επιδεικτικά
Αγνοώντας,

Και

Την μία άγνωστη Ισχύ που αργά
Και ήρεμα ετοιμαζότανε να βγει

Στο φως

Μην

Θεωρώντας σίγουρο ότι μπορεί
Κάποτε και να τις διεκδικούσε

οριστικά·