Saturday, February 4, 2012

L' ORGUE MYSTIQUE


un hommage à Charles Tournemire


Σαρλ, είσαι η νύχτα η κτισμένη στο
Ανθρώπινο πρόσωπο και ουδείς θα


Μπορούσε πραγματικά να διαφύγει
Της προσοχής της ει μη εκείνος που

Τρέχει σε μια βαθύτερη νύχτα ακόμα,
Όμως ιδού οι άνθρωποι του Παρισιού

ήταν και θα είναι πάντα

Το προπορευόμενο έναντι κάθε γήινου
Θεού υπόλοιπο της Ιστορίας σκότος, κι

εσύ ο πλέον

μυστικός ήχος

και

Μάγος της άγνωστης εκείνης πυρκαϊάς
Που μέλλεται να φωταγωγήσει αιώνια

Τα μισοσβησμένα στην καταχνιά της
Ελπίδας πλήθη των αγορών μέσ' από

την

αστρόληπτη φάτνη

Του καθεδρικού της Σαιντ Κλοτίλντ και
Στην Πεντηκοστή μιας ανάκτησης της

ζωής από το πουθενά·

Σου μιλώ, Σαρλ,

Για

Την μεγάλη ανάληψη του κόσμου από
Μιαν ονειρική λεγεώνα των σκέψεων

του

αιεί απάτριδος Νου

καθώς, σου λέγω, συχνά

Μπορεί να υποψιάζεται πως τούτ' η γη
Άλλο δεν είναι από μεταίχμιο προς μια

Στέγη των ουρανών όταν αυτή επιθυμεί
Ν' αποκριθεί στις ηλιοτρόπες εκκλήσεις

Για ένα τροπαιούχο στις άδειες εξέδρες
Του ευτυχείν και του δυστυχείν νόημα,

Σαρλ,

Η αλήθεια δεν είναι ποτέ αναμονή αλλά
Έκπληξη, και ο λαμβάνων δεν διαφέρει

Από τον μη λαμβάνοντα παρά μόνον απ'
Τον προηγούμενο εαυτό του στην κοίτη

της νωχελικότερης

ή πιο δραστήριας

άγνοιας,

Του έλεγε ο ίδιος ζητιάνος κάθε φορά
Στη γεμάτη από κόσμο Ρυ λα Κας την

φλόγινη παρισινή εσπέρα

Όταν ολόκληρη η πόλις μελαγχολούσε
Και εόρταζε μαζί σε μια μεταπολεμική

απόσταση από τον εαυτό της·

Δεν θέλω χρήματα 'πό σένα, Σαρλ, πάρε
Τα πίσω, του' λεγε, άλλο σου ζητώ θερμά,

Να με αφήσεις μια φορά μόνον να παίξω
Στις κισσώδεις σκαλωσιές των πλήκτρων

του οργάνου της Σαιντ Κλοτίλντ,

Του είπε, κι ευθύς το βλέμμα του εφάνη
Αγριεμένο ως εάν μια μεγάλη συσκότιση

του θεού,

Θα δω τι μπορώ να κάνω, του απάντησε
Ο κύριος μπροστά του ευγενικά, ίσως θα

Μπορούσες να 'λθεις αργότερα το βράδυ
Όταν η λειτουργία θα έχει πια τελειώσει,

Συμπλήρωσε και κίνησε να φύγει, όμως
Κοντοστάθηκε για λίγο και γύρισε πάλι

προς τον ζητιάνο·

Αλήθεια, Υλύς,

Είσαι σίγουρος ότι μπορείς να παίξεις στη
Σαιντ Κλοτίλντ, τον ρώτησε με ανησυχία,

Μπορώ να παίξω καλύτερ' από τον καθένα
Επήλθε ακαριαία η απόκριση, μία φορά να

με αφήσεις, είναι αρκετή,

βέβαιωνε ο συνομιλητής του,

Ο καλλιτέχνης, Σαρλ, είναι πάντα ένας
Φωτόλιθος ανάγκης στην πτωχεία των

γεγονότων

Και

Αν από μόνος του μπορεί έναν κόσμο
Να δημιουργεί, τότ' εγώ σου λέγω ότι

Μία τοκκάτα που θ' ακουστεί μέσα στη
Νύχτα των αιώνων, μπορεί τον ουρανό

και την γη

Να πάρει μπροστά 'π' τα μάτια μας και
Έναν κόσμο από μόνο του τον καθένα

'πό εμάς να κάνει·

Ποτέ μην δημιουργείς την τέχνη αν δεν
Πιστεύεις βαθειά σ' αυτήν, γιατί κάποια

στιγμή, Σαρλ,

είτε ο διάβολος είτε ο θεός

Θα σου ζητήσουν να αντικαταστήσεις την
Πλάση όλη με αυτήν, και αν δεν το κάνεις,

ποτέ, Σαρλ,

δεν θα'χεις υπάρξει καλλιτέχνης,

Του απάντησε ο ζητιάνος με το ίδιο πάλι
Αναίτια αγριωπό του βλέμμα και νευρικά

απωθώντας

όσους πήγαιναν να τον ελεήσουν·

Θα με αφήσεις, Σαρλ, ξαναρώτησε, και
Φαινόταν έτοιμος να παρατήσει εκείνη

Την στιγμή την θέση του και να παίξει
Στο όργανο, δεν θα μου αρνηθείς, έτσι;

Και ολοένα η μορφή του φαινόταν να
Ξεθωριάζει στην άκρη του δρόμου σα

φάντασμα

Και μια οπτασία φωτός που ερχότανε
Όχι απ' άλλο κόσμο αλλά μέσ' από τις

Πλέον σκοτεινές πτυχώσεις αυτού του
Κόσμου, όταν κάποτε ο νους τοσούτον

απορροφημένος

Από το λυκόφως της μαγείας της γης
Επιτρέπει μιαν πιο ανενόχλητη ορμή

στα θαύματα,

Σαρλ, άκουγε από πιο μακριά την φωνή
Του ζητιάνου παρόλο που δεν ξεμάκρυνε

απ' αυτόν

Και εκείνη τη στιγμή, του ήταν αδύνατον
Να εννοήσει, καθώς τον επίστευε πλήρως

σε ό,τι έλεγε,

Σε ποιον κόσμο ανήκε ο ίδιος,

Σ' εκείνον που δημιουργούσε η τέχνη ή σ'
Αυτόν τον κόσμο που δεν υπήρχε πια στα

ζαλισμένα μάτια του,

Την απάντηση αφήνοντας να αιωρηθεί
Για λίγες ώρες ακόμα, που θ' ακουγόταν

μια άλλη μελωδία να'ρχεται

από τον σήμερα, είναι αλήθεια,

Καθόλου σκυθρωπό στην όψη ναό·