Wednesday, December 8, 2010

GRAND PRIX DE MONACO 1934

Καθώς τα μονοθέσια περνούσαν την
Μπω Ριβάζ ακούστηκαν ξανά απ' τις

εξέδρες

Ιαχές ενθουσιασμού, το ισχύον πλήθος
Επευφημούσε τους οδηγούς οι οποίοι

Και φάνταζαν ωσάν οι πιλότοι της ζωής
Ολόκληρης και διόλου μιας διαδρομής

στο λείο

Πριγκηπάτο·

Μέσα από τους θηριώδεις κινητήρες θα
Έλεγε κανείς πως αποπειράτο ένας νέος

κόσμος

τόσο παλαιός όσο και η σαρξ ανθρώπου

και τυφλός για ισχύ και επικράτεια

Να προσέλθει σε ύπαρξη αδιευκρινίστως
Ηχώντας με αγχώδεις βρυχηθμούς καθώς

και με

αγλωσσική ηχολαλία

Προξενώντας σάλο στην οικουμένη καθώς
Τα ταχέα οχήματα ομοίαζαν να βγαίνουν

από μακρό λήθαργο αιώνων

προς μια ιεροτελεστία

Στιγμής προς στιγμή ζωής μέσα από το
Προσιτό κάλλος του πιθανολογημένου

κινδύνου·

Στην γωνιακή εξέδρα του Καζινό τα όποια
Φαινόμενα εξαλλοσύνης από τους θερμούς

Θαυμαστές, εφάνταζαν ωσεί κυνολαλία σε
Ιπποφορβείον, μην επηρεάζοντας ωστόσο

τις

Εξελίξεις του αγώνα που 'ταν απρόβλεπτες

ενώ

Το ελαφρώς βρεγμένο οδόστρωμα από την
Ψιλή βροχή, προξενούσε κατά τόπους του

σιρκουί

Υπολογίσιμες πλαγιολισθήσεις στα μονοθέσια,
Επ' ολίγον αφήνοντάς τα ως πιρόγες πλέουσες

Μέσα σε σκιώδη ποταμό·

Στην

Δε άκρη της Μιραμπώ, υπήρχε και μια νέα
Κυρία, όμορφη όσον και μια παγκόσμια ίρις

Χαμογελούσα γύρω απ' τον ηλιακό δίσκο, η
Οποία και τραβούσε φωτογραφίες από την

Διαδρομή τις στιγμιαίες αστραπές των επί
Της πραγματικότητας, μην αναπαύοντας

Κατ' ελάχιστον· απέναντί της έβλεπε τον
Άνθρωπο με την ομίχλη να περιβάλλει την

κεφαλή του

Και λάμψεις μεγάλης ισχύος να εκφεύγουν
Από τους μη ορατούς οφθαλμούς του, και

τον εξέλαβε

ως φάντασμα

στον κόσμο αυτό διόλου ανήκον·

Δώστε μου την μηχανή σας, της είπε σε μια
Στιγμή που την προσέγγισε, εγώ θα τραβήξω

Τον

Κόσμο ολόκληρο για χάρη σας και όχι μόνο
Στιγμιότυπα από την κούρσα, της έλεγε και

Φαινόταν ως λύχνος στην καταχνιά του θεού
Που δεν φώτιζε απολύτως τίποτε στο κόσμο·

Είστε νεκρός, του είπε η νέα γυναίκα, εμένα
Δεν με ξεγελάτε, σας κατάλαβα, είστε μόνον

ένα φάντασμα

Που προσποιείται την ζωή και χαμογελάει
Στην ανάμνησή της· δεν με τρομάζετε παρ'

όλ' αυτά,

Να, ορίστε, πάρ' τε τη μηχανή μου

στην διάθεσή σας,

Του είπε, ενώ αυτός την αγκάλιασε και
Τηνε φίλησε παράφορα και εκείνη δεν

έδειχνε να φοβάται·

Δεν ξέρω

Αν μπορώ να ερωτευθώ ένα φάντασμα,
Του είπε, δεν νομίζω ωστόσο ότι μπορώ

και να το αποφύγω,

συμπλήρωσε,

Όχι ακριβώς, όχι ακριβώς, της απάντησε,
Νεκρός πιθανώς όχι, αν και αβέβαιο, και

φάντασμα

πιθανέστερα όχι,

όμως

Ουδείς ανακύπτει εκ νέου σε ζωή ει μη
Μόνον ο προκύψας στην ποίηση, της

εξηγούσε,

Κάποτε, της έλεγε, ενώ την εθώπευε
Αδιακρίτως σε όλο το σώμα της καθώς

Τα λόγια του καλύπτονταν σταδιακά
Από τον θόρυβο των διερχομένων απ'

την στροφή μονοθεσίων,

Ο ποιητής είναι μόνο μια αφορμή που
Εφευρίσκει η ποίηση για να τραβάει

φωτογραφίες

στο

χρόνο,

Δώσε μου την μηχανή σου, Ερμιέττα,
Την προέτρεψε αποκαλώντας την με

το

Όνομά της ετούτη την φορά, δεν την
Χρειάζεσαι πλέον, άσε με να σε φέρω

εγώ στις εποχές του κόσμου

Ότι η νύχτα που καλύπτει τ' ανθρώπινα
Δεν είναι αδιάτρητη· και πάντοτε εν τω

μέσω

Μιας πλατειάς λεωφόρου όπου σιωπηλά
Το πλήθος υπομένει το αδιαπέραστο του

παρελθόντος

και το άγνωστο του μέλλοντος

Υπάρχει ένας πίδακας φωτός που την όλη
Πλάση καθιστά ένα σημείο, μια στιγμή και

ένα φιλί,

Ερμιέττα,

Της έλεγε

Ενώ οι θόρυβοι των κινητήρων όχι μόνο
Δεν εκάλυψαν τον ήχο του ονόματός της

Αλλά του προσέδιδαν και μια παγκόσμια
Ισχύ σα να ακουγόταν από πάντοτε και

παντού·

Με κάτι στην

Εκφορά του από τον άχρονο ποιητή να
Θάλλει ανάμεσα σε έρωτα και επιστροφή

ενός τόσο οικείου κόσμου

στους δυο κατοίκους του που εκείνη

τη στιγμή

Έλαμπαν σαν βυθισμένος ουρανός σε μια
Γη, που είναι αμφίβολο αν συνέχιζε ακόμα

να γυρίζει·