Friday, May 1, 2009

Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ



Τις νύχτες οι άνθρωποι καταφέρναν
Τελικώς να δραπετεύσουν από τα

κρεβάτια τους

Και φυγαδεύονταν γρήγορα γρήγορα
Στην έρημο Μπόντυ που εκτείνετο σαν

λίμνη πυρός

σε αιώνια αυγή

Ανάμεσα στη βόρεια Μογγολία και το
Φεγγάρι, η πομπή των αρρώστων ήταν

Ένας αχανής διάδρομος από μαύρους
Κύκνους που μετέφεραν τις ψυχές τους

Στο κέντρο των θεών, ήλθαμε, λέγαν,
Για λίγο μόνο, γιατί το πρωί θα πρέπει

Να ξαναμπούμε στα σώματά μας και
Να πάμε στις δουλειές μας, και αφήναν

Τις ψυχές τους κάτω με το βλέμμα τους
Να κοιτάζει με μεγάλη υποψία την άδεια

επικράτεια

Που τους εκύκλωνε σαν άφωνος λυγμός
Και σπασμένη οροφή του πραγματικού,

Εδώ λέγαν θα τα αφήσουμε όλα, είστε
Οι μόνοι κληρονόμοι των χρόνων μας

Και του φωτεινού μας μίσους, εμείς απλά
Θέλουμε ως αντάλλαγμα την λήθη, την

λήθη,

Ξαναλέγαν

Με τρεμάμενα από σχισμένο παλμό
Στόματα που σφυρίζαν σαν μες από

Ανακτορικά βάραθρα που φυλάκιζαν
Κάθε εκδήλωση ζωής στην αμέτοχη

γη,

Επιθυμούμε να μην θυμόμαστε ούτε καν
Να σκεφτόμαστε έστω για λίγο τι είναι η

αθανασία

Εμείς σας αποθέτουμε εδώ τις ψυχές μας
Και εσείς, δηλώνανε αποφασιστικά ενώ

δεν φαινόταν

κανείς

γύρω τους,

Αναλαμβάνετε την υποχρέωση να μας
Ξαναστείλετε θνητούς στην πέρα χώρα

Των ανθρώπων και της ζωής, κατέληγαν
Και σηκώνονταν τότε με τα πτερά τους

Να έχουν μεγαλώσει αφύσικα

Σαν αρπαγμένος βρυχηθμός στη φωτιά
Και πετούσαν από το 'να σημείο χρόνου

στο άλλο

Δίχως να σταματούν κάπου, εμείς, λέγαν
Πάλι, επιθυμούμε μόνον να μην παύσει

Ποτέ του να γυρίζει ο τροχός που στήνει
Στη θέα όλη μας την ζωή, είναι αλήθεια

Πως η μυρωδιά της καμμένης σάρκας
Που κατακλύζει τις άγριες ημέρες μας

Ουδόλως μας αναχαιτίζει αν δεν μας
Προτρέπει κιόλας, ουδόλως μας φθίνει

Αν δεν μας στεριώνει κιόλας για τα καλά
Σ' αυτό το άρρωστο κιτρινισμένο φως

του

πηλού και της μάσκας

Που μοιάζει να είναι όλο κι όλο ένα δώμα
Νυκτός που χωράει μέσα του κάθε σύμπαν

Είμαστε οι δαίμονες, λέγανε κάποια στιγμή
Όλοι μαζί με φωνή χιλιάδων φώτων, που

φυτέψαμε

τις

ψυχές μας

στον ύπνο αιώνων

Και δρέπουμε τους καρπούς ενός ζωντανού
Ονείρου, αυτό το όνειρο λέμε, χωρίς να έχει

σημασία

Αν είναι λειψό και στιγματισμένο, είναι όμως
Δικό μας, πάρετε τον ουρανό από μπρος μας

Και αφήστε μας

την καμμένη γη,

την καμμένη ζωή αφήστε μας,

Κατέληγαν να φωνάζουν ενώ τα πτερά τους
Κατασυνετρίβοντο το ένα στο άλλο σαν μάχη

Σκέψεων επί των τοίχων της ιδίας κεφαλής,
Και αφήστε μας το ένδοξο φθαρτό σώμα

Έναντι μιας αμβροσίας που ποτέ δεν την
Θελήσαμε, επιθυμούμε ο θάνατός μας να

Είναι η δική μας συνθήκη ζωής με τους
Χυμούς του κόσμου και ο πυρετός που

Λυγίζει τα μέλη μας στον τυφλό σπαραγμό
Σώματος επί σώματος σε επικυριαρχία της

ηδονής

Η δική μας σφραγίδα στο δικό σας αναίτιο
Παιγνίδι που συσσωρεύει κοσμογονίες σε

αδιάφορους θεατές,

Είπαν και άρχισαν να μαζεύονται σαν
Σμήνη σαρκοβόρων πάνω από την

λεία

ενός βράχου

που δεν υπήρχε

Οι θεοί καίτοι δεν φαίνονταν πουθενά
Εν τούτοις έμοιαζε σα να μιλούσαν

μέσα από τα δικά τους στόματα

και ακόμα

Φάνηκε

Σα να αποδέχονται τη συμφωνία
Καθώς ο σαστισμένος άνεμος της

ερήμου

δεν έπαυσε ούτε για μια στιγμή
να φυσά

Ούτε όμως έδειχνε ότι μπορούσε
Εκείνη την άμμο που εσήκωνε

σαν αδηφάγο έλικα της αβύσσου

από κάτω

Να τηνε στήσει σ' έναν σίγουρο
Και συμπαγή σωρό ενώπιόν τους