Friday, December 28, 2007

ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ


Φέρανε τα πτώματά τους στη πλατεία,
Εμπρός περπατήστε , τους είπαν, και

αυτοί

Σηκώθηκαν και άνοιγαν δρόμο ανάμεσα
Στα κογιότ και τα αιωρούμενα φεγγάρια

ένα είδος υπνοβάτες

Η εποχή ήταν καταραμένη, οι άνθρωποι
Μαζεύαν μαύρο νερό απ'τα πηγάδια

Τα δε πηγάδια είχανε γίνει πελώριοι πύργοι
Που ορθώνονταν στον ουρανό, κτίσματα

ερειπωμένα

Τα άγρια χορτάρια και τα νεκρά κλαδιά
Των δένδρων τα είχανε παραβιάσει

και εκ των στομίων αυτών μόνον

ακουγόταν πλέον

η ανθρώπινη ομιλία



Ενώ στο κέντρο της πλατείας το τοτέμ
Μιλούσε σαν ραδιόφωνο σε μεγάλη ένταση

Ο ήχος γινόταν ανυπόφορος κάποια στιγμή
Καθώς οι υπνοβάτες μαζεύαν τα σκουπίδια

των ανθρώπων

ένα ένα

Και τα τοποθετούσαν ευλαβικά στο κλίβανο
Απ' όπου τα εξέσυραν ως χρυσαφένιες μάσκες

Κανείς δεν εκδήλωσε πρόθεση

να τις φορέσει

Παρ'ολ'αυτά οι υπνοβάτες συνέχιζαν
Να τις μοιράζουν στους περαστικούς

Η συσσωρευμένη αναρχία του συνωστισμού
Στην πλατεία μετέτρεπε τα πάντα σε μια

διακριτή αδιακρισία

Καίτοι εδίδετο η εντύπωση μιας εναργούς
Προετοιμασίας προς πιθανή αναταραχή

Εν τούτοις ουδέν προέκυπτε πέραν των
Δεδηλωμένων ορίων της ομίχλης

Ο κόσμος ήταν μια σταθερή αναλλοίωτη
Μάζα θανάτου



Από τις οικίες και τα καταστήματα ερχόνταν
Οι πειστικοί ήχοι της καθημερινής συναλλαγής

Η κατάληψη ενός μεμονωμένου χώρου
Εκ της πραγματικότητας δεν επηρέαζε

σημαντικά

το σύνολο βίο

Η δε δυσαρμονία ανάμεσα στο τοτέμ
Και τους υπνοβάτες απο τη μια

Και τον ρυθμισμένο ανθρώπινο περίγυρο
Από την άλλη δεν ελογίσθη πολλώς ως

αντιπαλότητα

Και κάποτε

Ο ραδιοφωνικός ήχος του τοτέμ φαινόταν
Πως απευθύνετο στους περαστικούς

Δεν ήταν σίγουρο ωστόσο

Διόλου σαφές δεν ήταν
Μεσολαβούσανε στιγμές μεγάλης

αμηχανίας

Πριν επιστρέψουν ξανά τα πράγματα
Στην ουδέτερη απλωμένη ροή των

Ενώ το αδιάφορο βλέμμα του τοτέμ
Συνέχιζε να πέφτει πάνω τους

δεν τους άφησε ούτε στιγμή