Showing posts with label 367 Macro-Miniatures. Show all posts
Showing posts with label 367 Macro-Miniatures. Show all posts

Wednesday, May 18, 2016

GRAND CHŒUR DIALOGUÉ EN AVANCE SUR LE TEMPS






Kαι προέκυπτε σαφές με την πάροδο
Του ηλιακού χρόνου πως οι άνθρωποι


Που μετακινούντο κατά τις νύχτες ανά
Μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες και από


Το Σατώ ντε Σαμπόρ προς την Ρουέν,
Δεν εγνώριζαν εντοπιότητα μηδέ και


Πίστη στον βασιλέα· το μέλημά τους
Ήταν όλως διάφορο της Ιστορίας, οι


Δε προσπάθειές τους δεν διηυθύνοντο
Προς το ξέφωτο μιας γενναίας εποχής


Αλλά προς την τυφλή επιβίωση, είχανε,
Έλεγαν μεταξύ τους κατά την διάρκεια


της μεγάλης πορείας,

Αποφασίσει να καταφθάσουν έξω απ'
Τον Καθεδρικό της Ρουέν και εκεί να


Παραμείνουν καθ'όλη την έκταση του
Αιώνα αναζητώντας ένα μήνυμα από


το Μέλλον

Που θα τους καθιστούσε μετόχους μιας
Σταθερής χαράς στο μέσον της μείζονος


ταραχής και της ελάσσονος νηνεμίας

του βιωτού χρόνου,

Ανάμεσά τους ξεχώριζε ενόσω σταθερά
Επορεύετο μπροστά η νεαρή χορεύτρια


Ακτίς,

Που χόρευε ασταμάτητα όλη την ώρα·
Κοιτάξτε, τους έλεγε, πόσο εύκολα οι


Κόσμοι αναβλύζουν γύρω μου ως εάν
Οι πίδακες της ζωής, κοιτάξτε πώς οι


Σκιές

Που εγώ αφήνω στους βηματισμούς μου
Εγείρουν πύργους, φωτιά και αγάπη μα


και

Τείχη αστραία από διαμάντι, σάπφειρο
Και γαλακτόπετρα, δείτε ακόμα πως οι


Κήποι του θεού έχουν ήδη αποκαλυφθεί
Ανάμεσα στους οδοιπόρους και τα τέκνα


τους,

κι ακόμα δείτε

πώς

Λάμπουν στο κέντρο τους ένας ζωντανός
'Ενας πεθαμένος και η συνομιλία τους, ο


πρώτος λέγεται Μποάζ

Και ο δεύτερος Γιαχίν, ουδείς μεταβαίνει
Στο φως της ημέρας αν δεν περάσει από


ανάμεσά τους

Και κανένας δεν έρχεται προς την ζωή αν
Δεν διαβεί την πύλη που σχηματίζουνε οι


δυο τους

Καθώς παρατηρούν αντικρυστά ο ένας τον
Άλλον, τους έλεγε με έξαψη και ολοένα τα


Μάτια της είχαν αποβεί δυο πύρινοι έλικες
Στο παγκόσμιο σκοτάδι που καταπίναν την


ορατότητα

Προς όφελος μιας αδιάγνωστης βασιλείας·
Δεν βλέπουμε τίποτα, Ακτίς, της έλεγαν οι


άνθρωποι,

συνεχίζουμε προς την Ρουέν,

Η νεαρή χορεύτρια δεν έχανε ωστόσο την
Επιμονή της και συνεχώς τους προέτρεπε


Να δούνε πράγματα που δεν φαινόνταν
Σε κανέναν άλλον εκτός απ' αυτήν· οι δε


οδοιπόροι

Παρ' όλ' αυτά δεν την εξελάμβαναν ποτέ
Ως τρελλή, μηδέ και απαίτησαν έστω και


μια φορά

να σωπάσει,

Αν και έδειχναν να τηνε σέβονται μεγάλως
Επεδίωκαν ωστόσο σαν σε βαθειά ύπνωση


την πορεία προς την Ρουέν,

Συνεχίζουμε προς την Ρουέν, Ακτίς,
Της απάντησαν για άλλη μια φορά


Ενώ ο κραταιός ορίζοντας της γαίας στο
Βάθος ολοένα τίναζε πυρρές ακτίνες σαν


μέσ' από τον ίδιο τον κρατήρα

της Δημιουργίας

Μιας ελπιδοφόρου αλλά σκοτεινής αυγής
Που ερχόταν στον κόσμο μέσ' απ' εκείνην


την αμείλικτα καινούργια εποχή,

Και λαμπρύνετο σα φωτεινό σπήλαιο στα
Ουράνια όταν ωμοίαζε μ' έναν μορφασμό


επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας

κάθε θνητής απόφασης

και πορείας ανεξαιρέτως·

Σε κάθε περίπτωση το πλήθος έδειχνε
Αποφασισμένο να μεταβεί πάση θυσία


στην Ρουέν,

Αυτό δεν σήμαινε ωστόσο κατ' ελάχιστον
Πως θα μπορούσε κάποτε να καταπαύσει


η προαιώνια

παρακολούθηση,

Όμως ακόμα περισσότερο δεν εσήμαινε
Πως έστω για μια στιγμή θα αποκτούσε


μέσα στα βυθιζόμενα τάρταρα

του χρόνου

Το καθαρά ανθρώπινο δικαίωμα

να επέμβει·




Tuesday, January 12, 2016

À L' ŒUVRE ON CONNAÎT L' ARTISAN


un hommage à François Couperin



Η σάλα έγεμε από τις χαρωπές μορφές 
Των κυριών της αυλής που επενίσχυαν

Την ήδη δεδομένη κυτταρική άνοιξη του 
Ανθρωπίνου χρόνου στις απαλές επόψεις

Των κορμών τους καθώς οι αστερομήκεις
Ήχοι του κλαβεσέν, σαν από ασημόφωτο

λεπτό σύρμα 

Φτιαγμένοι, περιδιαχέοντο ενώπιον ενός 
Ουρανού που συνέχιζε να μένει σιωπηλός 

Ενώ επί της γαίας έλαμπε κουτί ανεωγμένο
Με δύο σειρές των πλήκτρων, από παλαιά

το δώρο των θεών 

Προς τη διαθέσιμη μνήμη του κόσμου
Εξ όπου μια εποχή τόσον θεατρική και 

ευθέως χυμική

μπορούσε

Ακόμα να υπάρξει μέσ' στους λειμώνες
Της τέχνης και της στιλβούσης σαρκός 

των ανθεοτρόπων κοριτσιών, 

Τ' αδιάσειστο απογευματινό 

Βασίλειο της  Ιστορίας

Αιτώντας από τους εξώστες της τυφλής 
Αλλ' όχι αδιάκριτης ορμής προς τη ζωή·

Η δε λεία στα αυτιά όσον και περίτεχνη 
Ηχοτεκτoνική του τσεμπαλίστα επέδιδε

Την εντύπωση ενός πίδακα του χρόνου
Εξ όπου απέκλιναν ωσάν από το κέντρο 

Ενός λεπτουργημένου μπαρόκ κήπου οι
Κοκκινόφωτες παγκόσμιες εσπέρες των 

Βερσαλλιών

Φρανσουά, του έλεγαν, είσαι σαν ο ήλιος
Μιας τέχνης που δύσκολα φθείρεται από

Τους ακατάλληλους· εδώ μονάχα όποιος
Είναι μαιτρ, μπορεί να υπάρξει, ότι αυτό

Το κουτί ενέχει μια διάλεκτο καθαρά του
Φωτός, κι εκείνος ο που δεν μπορεί έστω

Επ' ολίγον ν' αποχωριστεί τ' ολόδικό του
Βαρετό ανθρώπινο σκοτάδι μέλλεται να 

ατυχήσει σε αυτό το αδυσώπητο 

κυνήγι του αγνώστου,

Φρανσουά,

Όμως τι 'ναι αυτό αλήθεια που μπορεί να
Κάνει κάποιον ποιητή του κλαβεσέν όπως

Εσύ και όχι έναν απλό τσεμπαλίστα και
Τι 'ναι εκείνο που όταν καταδράμει στο

Μυαλό του καλλιτέχνη ερημώνει πάντα
Τον λείο θόρυβο της ζωής προς όφελος 

Μιας άλλης οράσεως, πολύ πιο διευκρινούς 
Στις ανωφέρειες των εννοιών και των ήχων

Και στις απότομες πλαγιές του εσωτέρου
Ολύμπου των ανθρώπων, τι' ναι αυτό που

κάνει κάποιον ποιητή,

Φρανσουά,

Τον ρωτούσαν, ενώ η θυμική, ζωηρότονη
Πορφυρότης της εσπέρας δεν είχε φύγει 

ακόμα από τον ορίζοντα

Ως εάν ανέμενε και αυτή να ακούσει την 
Απάντησή του για να τελέσει ήσυχα τον

ουράνιο κύκλο της εκ των υστέρων·

Η ομιλία του, είπε τελικά, και ξανάρχισε
Να παίζει, 

Και είναι αλήθεια, 

πως εξεπλάγησαν κατά τι

Όμως δεν το σχολίασαν περαιτέρω, καίτοι
Διατελούσαν όλως βέβαιοι ότι θα ακούγαν

Είτε την λέξη δεξιοτεχνία είτε πιθανώς την
Λέξη έμπνευση από έναν άνθρωπο που τις

Είχε και τις δύο σίγουρα σε μέγιστο βαθμό,

Η ομιλία του, 

τους ξαναείπε,

Και τα χέρια του περιέδραμαν τα κλαβιέ
Ασταμάτητα ωσάν οι πτέρυγες της πλέον

Προχωρημένης ανθρώπινης νύχτας που
Εγκυμονούσε έναν ήλιο άγνωστο ακόμα

στο σκηνικό στερέωμα της δράσης,

Λέξεις- νότες, άλλοτ' εξονυχιστικά ήρεμες 
Και κάποτε ωσεί δριμείες κραυγές με τους

δυνατούς κτύπους επί των κλαβιέ

Το μέγα μυστήριο της ούσης τέχνης μην
Κάνοντας πιο προσιτό απ' όσο εκείνο της

ζωής,

Μην ούτως ή άλλως σ' όσους δεν θα ήταν
Εύκολον ακόμα να διακρίνουνε τον όλως

τόσον ή όσον ήχο της ζωής 

απ' τον  

ακοίμητο απόηχο της·



Wednesday, April 8, 2015

C' EST L' ÉTERNITÉ PAR LES CORPS HUMAINS



Ο άνθρωπος είναι ανά τους αιώνες
Μια κινούμενη παγίδα ελευθερίας

Ένα θηριώδες αυτόματον ζωής που
Θητεύει οδυνηρά στη λαμπρή τέχνη

της αυτεξουσίας

Και δυόμισυ χιλιάδες χρόνια μιας
Έτερης, τυφλής κυριαρχίας πάνω

στις ελπίδες του

Δεν είναι παρά σωρός από πέτρες
Πάνω στα σκοτεινότερα άνθη της


ψυχής του·

Ο ηγεμών, το μέλλον, η πρόοδος, η
Ιδέα για ένα καλύτερο κόσμο, ποτέ


δεν είναι η ποίηση αυτού του

κόσμου,

αλλά η πεζογραφία του,

Και ο ποιητής πρωτομνήμων, τρελλός
Φυγάς των ουρανών στην ωμότερη γη


Συχνά επιμιμνήσκεται του σκηνικού 
Που δεν έχει χρεία νοήματος ετέρου 

παρεκτός

μιας σάρκας αρπαγμένης

απ' άλλη σάρκα,

Και εξ αυτής της λυτής  πτώσης στον 
Άνθρακα επιφέρεται η κάθε αλήθεια 

της  αχνής κλίμακας που

άγει ξανά στους καθαρούς Ουρανούς

Όταν αίφνης αυτοί φωταγωγούνται στις
Συμπαντικές προβλήτες της καρδίας και 

τους χρυσόλεκτους λιμένες της φωτιάς·

Δεν υπάρχει τίποτε το υψηλόν που να μην
Συμμερίζεται τον τυφλό πηλό στον αιώνα

και

Μηδεμιά τελειότητα που να μην διέρευσε
Σε πρόσωπο που κατασπαράζει πρόσωπο

σε ωκεάνειο χαοτικό φιλί

ως τα λυμένα οντολογικά θεμέλια

της αλληλενδομετουσίωσης·

Κάποτε δεν έχει αρχή, δεν έχει τέλος, δεν 
Έχει σκοπό άλλον πέραν του εαυτού του,

δεν χρησιμεύει προς άλλο,

Ακόμα κι αν ολοφάνερα έχει αρχή και τέλος, 
Σκοπό και χρησιμότητα προς άλλο τι πέραν,

Γιατί αυτός ο βουλιαγμένος κόσμος σίγουρα 
Δεν είναι προορισμός αλλ' όμως είναι ωραίο 

κάποιες στιγμές

να τον αντιμετωπίζεις έτσι· 

Επειδή πάνω απ' όλα, ή έστω κάτω απ' όλα,

Το αγριότερο ένστικτο της ελευθερίας
Κάποτε θα πρέπει κι αυτό να ομιλήσει


τυφλό σαν φως

με πουθενά σταθμούς

στην παγκόσμια νύχτα· 


Thursday, September 4, 2014

ΥΠΕΡΙΩΝ

Η ανθρωπότητα είναι μια συνάθροιση
Ληθαργικού φωτός σε αρχαίο σκοτάδι


Και ολόγυρά της χαίνουν πάντοτε οι
Δαμόκλειες στιγμές της Ιστορίας, τα


Πρωθύστερα πάθη του ομιλείν και μια
Φωτιά που ανασείει το μέλλον μέσ' στο


παρόν

Γνωρίζοντας σ' έναν Μύθο που κείται
Ανάμεσα στην θνητή ορατότητα και


την θεία ανάμνηση·

Προχωρώντας μπροστά στο χρόνο δεν
Βρίσκει κανείς παρά την μία χυτευμένη


Νύκτα

Στα πρόσωπα όλων των συγκεντρωμένων
Καταμεσής της μεγάλης αγοράς και μέσα


στο τιτανικό συνωστισμό

των απλών ανθρωπίνων σκέψεων·

Νύκτα, εκ της οποίας

Το φως χρυσούν διαπιστούται πάντοτε απ'
Τα ίχνη που αφήνει ο νους στην άμμο της


απέραντης  ερήμου

Που νέμεται την ακόπαστη ακολουθία
Των γεγονότων, υπάρχουν, έλεγαν, οι 


Άνθρωποι, υπάρχουν και οι θεοί, και το
Δίχως άλλο, συμπλήρωναν, υπάρχει ο


ήλιος ένας

Που φαίνει ανάμεσα στο ευαγές Κάτι
Και το οδοντωτό Μηδέν· προς τα κει


και ας

πορευθούμε,

Ακούγονταν οι φωνές μέσα στον ύπνο
Τον συλλογικό ενώ τα λυτά πτηνά των


εννοιών

Διασχίζαν την επικράτεια του φωταυγούς
Ονείρου, του χτισμένου από μάσκα και το


αίμα

Κρώζοντας την φωτοσκίαση του θεού·
Ας κινηθούμε προς τα κει, ξαναλέγανε


Ήρεμα ενώ από δεξιά και αριστερά οι
Μορφές αυξομειώνονταν σε ύψος και


έκταση

Ωσεί εντός σπηλαίου παραμορφωτικών
Κατόπτρων·


Κάποτε,

είπαν,

Άνοιξε την πόρτα του κόσμου ένας
Σκιώδης διαβάτης που 'χε ξυπνήσει


Και εφάνη σα να βγήκε στο αστρικό

χάος

με δυο δρασκελιές των λέξεων·

Οι υπόλοιποι, ελέχθη ακόμα και αυτό,
Δεν τον περίμεναν, καθώς αμέριμνοι


Προσπαθούσαν ακόμα να ζυγιάσουν
Τις κατοπτρικές παραμορφώσεις του


ολοζώντανου ενυπνίου τους,

Βλέπεις κάποιο όνειρο εκεί που είσαι;
Τον ρωτούσαν κάποτε, όμως εκείνος


δεν απαντούσε ποτέ,

απλά αιωρείτο στο αχανές·

Τον είδανε μια νύχτα όλοι μαζί σ' ένα
Παγκόσμιο όνειρο να τους μιλάει σε


μια γλώσσα άγνωστη,

Τι θέλεις ακριβώς να μας πεις, τονε
Ρωτήσαν γι' άλλη μια φορά, και εκεί


Ο κόσμος έλαμψε σαν να ήταν ο ίδιος
Θεός που ετοιμαζόταν να αναληφθεί,


Την Νύκτα 

Ωστόσο αφήνοντας σχεδόν και όχι
Ολότελα οπίσω του, διστακτικά με


Κάτι ανάμεσα ανεμελιά και τρόμο
Στην αφύπνισή του,


Μην στέργοντας να την εξαφανίσει
Όλως·


Την

Πελώρια σκιά της που ήδη διέρεε στο
Ουράνιο στερέωμα, και κατέκλυζε με


ωκεάνεια κύματα επιστροφής

το σύμπαν όλο,

Διακριτικά προσπερνώντας στον
Δρόμο προς το ακόμα αχνόφωτο


κι από μακριά

αμέτοχο

νέο βασίλειο· 



Friday, June 20, 2014

Η ΦΩΤΑΓΩΓΗΣΗ ΤΟΥ JOSEFSTADT



Και επιτέλους, Φραντς, παύσε πια
Ν' ανάβεις την φωτιά με όλα αυτά 

τα αρνησίτυπα χειρόγραφα,

Ή μην και θαρρείς ότι χρειάζεται
Επιπλέον Λόγο για να βασιλεύσει


καίγοντας

Πέραν εκείνου που κατέχει ήδη απ'
Την αρχή της, έλεγε ο Μαξ Μπροντ


στον άνθρωπο

Με τη νύχτα στα μάτια του και την
Ακόμα πιο βαθειά νύχτα στο μυαλό


του,

Μα εμείς, Φραντς,

Ζούμε έτσι κι αλλιώς σ' ένα υπόγειο
Του σύμπαντος, και από το υπερώο


Η μόνη είδηση που μας εστάλη έως
Τώρα ήταν πως οι κόσμοι πεθαίνουν 


Πιο γρήγορα και απ' τους ανθρώπους
Και το μόνο που αφήνουν οπίσω τους


Είναι μια αμφισβητούμενη κυριαρχία
Των οραμάτων τους επί των επιγόνων

Σαν πολιτεία φάντασμα ανάμεσα στις
Πόλεις της γης που ουδείς εκατοίκησε


Πλην της κόνεως που αναταράσσει στον
Αέρα της ο πείσμων νους του συγγραφέα·


Και 

Είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος μπορεί
Χωρίς τη ζωή να ζήσει, όχι όμως δίχως


το όνειρο

Αγνοώντας βέβαια ότι ζει ήδη μέσα σε ένα
Όνειρο· και εσύ Φραντς βάλθηκες μες στα 


υπεριώδη γραπτά σου

Να ανασκαλεύεις με αλλόκοσμο πυρετό
Ένα ολόκληρο σύμπαν δωματίου μήπως


Ανεύρεις έναν κόκκο σινάπεως αλλά και
Μια νέα ετυμηγορία ιάσεως του χρόνου

Μα βρήκες έως τώρα τι; ρίξε για λίγο μια
Ματιά έξω στους δρόμους να δεις τι, ιδού


Εγώ σου παρουσιάζω δυόμιση χιλιάδες τα
Χρόνια που πέρασαν απ' την αθλιότητα σ'


Αθλιότητα και ειλικρινά αγαπητέ μου φίλε
Μου είναι αδιάφορο αν αυτό οφείλεται σε


μια γραφειοκρατία του θεϊκού

ή του

ανθρώπινου,

Ότι όσες φορές και αν αναποδογυρίσεις
Τον κόσμο όλο, από κάτω δεν πρόκειται


άλλο να εύρεις

ει μη μια λέξη που αρνείται

ακόμα να λεχθεί: ελευθερία,

Φραντς, ελευθερία, ουδέν έτερον απ' ένα
Τ' άδειο κέλυφος χωρίς νεοσσό που κάνει


ωστόσο μυριάδες ανθρώπους να θέλουν 

να πετούν σαν τα πτηνά·

Έλεγε ο Μαξ Μπροντ ενώ ο φίλος του
Κατηύθυνε ήδη το βλέμμα του από το 


παράθυρο

έξω στο δρόμο,

Η συνοικία κοιμότανε βαρειά, ενώ στο
Λερωμένο απ' τους χαμάληδες καιρούς


της Πράγας

πλακόστρωτο

των παρατεταμένων σκοταδιών

Παραπατούσε ένας μεθυσμένος περαστικός
Ο οποίος και ισχυρίζετο πως ήταν το αιώνιο 


γκόλεμ του θεού·

Μπαρούχ !, του φώναξε από το παράθυρο
Ο άνθρωπος με τη νύχτα στα μάτια και την


Ακόμα πιο βαθειά νύχτα στο μυαλό του,

Μπαρούχ,

Ολόκληρη η πλάση ζει ακόμα χωρίς άλεφ
Κι εσύ που τα σκορπάς τόσο ανέμελα στο


δρόμο!

Ο περαστικός τότ' εφάνη πως συνήλθε κι 
Άρχισε να βαδίζει με ρυθμό όλως φυσικό

και ισορροπημένο

σαν κάποιος να τον αναδιέταξε απότομα

στην ύπαρξη·

Άσε την νύχτα να μας κυριαρχήσει, φίλε μου,
Γύρισε και είπε τότε στον Μπροντ, ενώ έκανε


Νεύμα χαιρετισμού στον πρώην μεθυσμένο,
Και μην παραπονείσαι για το έλλειμμά της,


Η ελπίδα θα είναι πάντοτε όχι το προνόμιο
Των φτωχών, αλλά εκείνων μόνον από τους


νεκρούς

Που κάποτε ξεχνιούνται και κυκλοφορούν
Ανάμεσα στους ζωντανούς, σαν μια αιώνια 


υπενθύμιση

Όχι της ζωής, αλλά του χειρογράφου της,
Από συγγραφέα άγνωστο γραμμένο και σ'


ένα συρτάρι των άστρων

παραπεταμένο

Για να τ' αρπάξει μόνον η Φωτιά· ότι αυτή
Την Φωτιά, Μαξ, πρόκειται να τη μάθουμε 


μόνο

καθώς θα καιγόμαστε,

Έλεγε και φάνταζε σαν να φωταγωγείτο το
Βλέμμα του απ' άγνωστη θέληση και σκέψη


όχι δικές του,

Ότι αυτή την φωτιά θα την ξέρουμε μόνον
Όταν δε θα ξέρουμε πλέον τίποτα· είπε και


άνοιξε με πάταγο ακόμα πιο πολύ 

Το παράθυρο προς τον θεό και την απρόσιτη
Από αιώνες και ενιαυτούς πανεπικράτειά του


Για να εισβάλλει όσο το δυνατόν

Περισσότερη από την ετοιμόγεννη νύχτα 

που καραδοκούσε έξω σιωπηλή·


*****************************************
Το ποίημα παρατίθεται εκ νέου με διάφορες κατά τόπους δευτερεύουσες τροποποιήσεις που έχουν να κάνουν με την μορφή και όχι με το περιεχόμενο  .

Monday, August 19, 2013

HANDSOME HARIETT

 
Άρνολντ, έλεγε η νεαρή γυναίκα
Προς τη σκιά που στεκόταν μόνη


Στο βάθος της έρημης αίθουσας,
Είσαι ο κρουνός της χρυσολαλίας


Στις θαμμένες κυψέλες του χρόνου
Και η μουσική σου αίθεται ως εάν


Φλόγινος χορός στα τοιχώματα μιας
Πιο κρυστάλλινης πραγματικότητας


και επαισθήτως, ιδού,

και εν ευθέτω κόσμω

Συρρέει ως πνοή των θεών σ' εκείνα
Τα ανακτορικά οστεοφυλάκια των


πιανοφόρτε

και από σάλα σε σάλα

ύπνωσης

Όπου οι άγγελοι ξαναβρίσκουν την
Θέση τους ανάμεσα στα πετεινά και


τα θηρία της γης,

Και όπου τα χρυσόφωτα στέγαστρα
Της Τέχνης κατισχύουν της Ιστορίας

στην άβυσσο

του προσθίου χρόνου,

Μα ήλθες τόσο αργοπορημένος στον
Εικοστό αιώνα και τόσο νωρίς για τον


ουρανό,

Άρνολντ,

Κι εγώ δεν θα είμαι παρεκτός η αιώνια
Μούσα σου που ακόπαστα θάλλει στην


Μαγεία των οφθαλμών σου, οι που σε
Τόσο ξένο προς τον κόσμο φως σείουν


Με απαλό αναπαλμό την κλεισμένη σε
Τέσσερεις ανέμους ζωή, εγώ σου λέγω,


Κλείδωσε την πόρτα και άφησε την
Νύχτα να μας ξαναγεννήσει αφανείς


Προς την πλάση και τα φώτα σβήσε·
Και τον έρωτα μόνο άναψε ως λύχνο


Στις μαγεμένες ερημιές του προθυραίου
Μέλλοντος ότι εμείς για τους ανθρώπους


πλέον δεν

υπάρχουμε,

Άρνολντ,

Μα και για την Εδέμ μήτε, εξόριστοι θα
Αναμένουμε σε σφιχτή αγκάλη ενωμένοι


τα

Λευκόφυρτα λάφυρα της καθαρής τέχνης
Του φύεσθαι ως φυλλώματα ηδονής στους


ελαιώνες της σάρκας,

Έλεγε η νεαρή γυναίκα και αγκάλιαζε
Την ράχη του πιάνου αφήνοντας τον


Λυγερό κορμό της να ισχύσει στην θέα
Ενώ ο άνδρας από το βάθος της σάλας


Την κοιτούσε μια με τρυφερή λαγνεία
Και μια με ασίγαστο σκότος να λάμπει


Στον ίδιον από πάντα σιωπηλό και
Διαιωνίως άδειον από ακροατήριο

Ουρανό της αθανασίας·



**********************************************************
Στην φωτογραφία η Hariett Cohen (1895 - 1967) σε ηλικία 25 ετών, κορυφαία πιανίστρια του μεσοπολέμου και ισόβια ερωμένη του μεγάλου Άγγλου συνθέτη Sir Arnold Bax . 

Το ποίημα αναρτάται εκ νέου με μερικές κατά τόπους τροποποιήσεις.



Saturday, August 17, 2013

FRA NORGE TIL EVIGHETEN



Στις φυγόκρημνες βραχοσειρές του
Σόνεφγιουρ που επιθεωρούσανε με


ιερατική σιωπή

Tα υπνωτισμένα απαρχής του κόσμου
Αρχαιότατα ύδατα προς τον παγετώνα 

του Χάρμπαρσμπρέεν,

και πάνω στα

Πιο υψηλά σημεία τους που ενώναν
Όχι τον ουρανό με την γη, αλλά τον


άνθρωπο με τον ανεξιχνίαστο

ίλιγγό του

προς ό,τι πιο κοντινό του,

Έλεγαν οι κάτοικοι του Σγιούλντεν
Όταν ολόκληρος ο κόσμος μαζί με

τις σκιές του

βυθιζόταν στο ηλιοβασίλεμα ενός

χωριού μόνον,

Πως εκκρεμούσε ένα φως πάνω στα
Μάτια των ανθρώπων σαν ψυχή που


Αναζητούσε μια έξοδο προς την ζωή·
Δεν είναι φως ηλίου, εξηγούσαν, μηδέ


Ερχόμενο κι απ' άλλη φυσική πηγή,
Είναι το φως μας, προσέθεταν με το


Κεφάλι ντροπαλά να στρέφεται στο
Πουθενά κι εδειχναν προς τα αιώνια 

βουνά που

Κοιμόνταν μέσα στο χρόνο, θα'λεγε
Κάποιος σαν με το 'να μάτι ανοιχτό


Την μία ευκαιρία περιμένοντας για
Να μιλήσουν·
είναι το δικό μας φως,


ξαναλέγαν

Και μαζευόνταν στα σπίτια τους από
Νωρίς νυκτοπατώντας τόσο ελαφρά


Όσο κι ένας κόσμος που δεν βλέπανε
Στην άκρη των βλεφάρων τους· ήταν


Κατά τα άλλα μια χειμωνιάτικη εσπέρα
Στο τέλος των αθρόων συμβάντων, και


στο μεταίχμιο

Ανάμεσα τοπική ζωή και σε μια νύχτα
Που 'μοιαζε να 'ρχεται απ' την καρδιά


του γαλαξία·

Υπήρχε ακόμα η τόση ερημιά σε όλους
Τους δρόμους και τίποτε δεν φαινόταν


πως ημπορούσε

Να επιβαρύνει το απαλό θρόισμα των
Ανθρώπων στα περιθώρια ενός χρόνου


Που καταδυόταν όπως κάθε φορά στο
Οικείο του βάραθρο, και ετοιμάζοντας


την ερχόμενη δόξα της αυγής·

Το δε θρυλούμενο φως δεν είχε φανεί
Πουθενά σήμερα στην γύρω περιοχή


και

Οι κάτοικοι

Φαινόνταν όχι ιδιαίτερα ανήσυχοι γι'
Αυτό, αν και ολοένα είχανε τεταμένη


την προσοχή τους

Μήπως κάποιος εμφανιστεί·

Αν θα ήταν ο θεός, ή οι θεοί της Άσγκαρ,
Ή ακόμα κι ένας ταξιδιώτης, έμοιαζε να


μην έχει σημασία

για το χτισμένο σαν μάσκα πάνω

στο βραχώδες πρόσωπό τους

Λιτό χαμόγελο της απόλαυσης· γύρω
Πάντα από την ίδια αναμμένη εστία


που είχε

Την ιδική της ζωή, αιώνια και σχεδόν
Φιλική προς την πλήρη ανθρωπότητα·


Το δε ανακάτεμα των ξύλων καθώς απ'
Έξω  ο άνεμος άγνωστος της ζωής σαν


μέσ' από χίλια σύμπαντα

βοούσε ό,τι 'χε απομείνει απ' το

πέρασμα της ημέρας,

Φάνταζε σαν να ξαναμοιράζει την ίδια
Την γαία στους άτυπους κατόχους της,


Τις πιο κρυφές σκέψεις τους, προσμονές,
Ελπίδες, βεβαιότητες και τις αμφιβολίες


Αναμειγνύοντας

με στάχτες και σπινθήρες μαζί·



*********************************************
Το ποίημα αναρτάται εκ νέου με κάποιες κατά τόπους μορφικές τροποποιήσεις που δεν έχουν να κάνουν με το περιεχόμενό του.


Tuesday, August 13, 2013

Ο ΗΛΙΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Η φωτιά είναι ο μόνος τρόπος για
Να γνωρίσουμε το ύψος της ζωής,


Ίλκυς,

Όταν κάποτε η νύχτα πέφτει τόσο
Βαρειά στα μηνίγγια των αστέγων


του χρόνου,

Ώστε δεν υπάρχει κανείς να τους
Περισώσει ει μη ένα άλμα σε κάτι


που μοιάζει

με θάνατο και εξ ίσου

με ζωή

Μα αλήθεια σου μιλώ, για την
Αποχαλίνωση της ορατότητας


Σ' έναν ήλιο του θεού μέσα στο
Στήθος κάθε ανθρώπου, τόσον


στιγμιαίον

Που αρκεί για να διαστείλει τον
Χρόνο μέχρι τους ανακτορικούς


αιώνες

της αθανασίας,

Ότι ο άνθρωπος θα είναι πάντοτε
Μια μονάδα ελπίδας στα σαγόνια


του ζην

Και η νύχτα που τον οδηγεί δεν
Έχει άλλο σκότος κανένα μέσα


της

παρεκτός εκείνου

που τον ωθεί σε ύπαρξη,

Είναι ωστόσο το δικό του σκοτάδι
Κι εντός αυτού θα περισυλλέγεται


κάθε φορά

ο ίδιος ζωντανός·

Έλεγε η νεαρή Κορύνεια, καθώς το
Βλέμμα της αναζητούσε με σπουδή


Κάποιο μπαρ-καφέ στην ωκεάνεια
Προοπτική της λεωφόρου, η οποία


κατ' εκείνη την στιγμή

έλαμπε μονάχ' απ' το δικό της φως·

Υπάρχουμε πολλές φορές, Ίλκυς,
Του είπε ξανά ενώ το παιδικό της


πρόσωπο

εφάνη αίφνης

ως

Μια επίτεχνη θηλυκή καλλιγραφία
Μέσα στην αισθητή ωμοτέλεια της


πόλης·

Τόσες φορές όσες ένα λεπτό της ώρας
Συσπειρώνει μιαν απόφαση στα όρια


ανάμεσα

βεβαιότητα και άγνοια,

Όμως

Ο άνθρωπος είναι προφυλάκιο αγνής,
Αγνότερης άγνοιας που ανασχεδιάζει


την λάμψη του

στα κορυφώματα ανάμεσα ένα και

μηδέν,

Ή μάλλον, σου λέγω, αυτός είναι ο
Ποιητής που ακόμα κοιμάται μέσα


στο μυαλό του,

Γιατί, η ποίηση, Ίλκυς, δεν είναι η
Μονάδα στο πλήθος ποτέ, αλλά το


πλήθος

της μονάδας

Που περιζώνει τα κιγκλιδώματα του
Οράσθαι όταν η νύχτα έρχεται μέσα


στην

ζωηρή ετοιμοπόλεμη ησυχία της

να μας υπενθυμίσει

Τον άλλον εαυτό της ανθρωπότητας,
Εκείνον που αναμένει πάντα ένα το


Θαύμα στα σκαλοπάτια του εσώτερου
Ουρανού της ψυχής, μα τι θα' λεγες να


Μπούμε εδώ, μου φαίνεται ένα πολύ
Συμπαθητικό μπαράκι για ποτό, του


είπε η νεαρή Κορύνεια

κι εκείνος συμφώνησε,

Καθώς μάλιστα έμπαιναν μέσα, το
Βλέμμα και των δυό τους κατέπεσε


στον μεγάλο καθρέφτη του μπαρ

που αντανακλούσε τον χώρο

σε σχεδόν γαλαξιακή προοπτική·

Υπήρχε σε κάθε κάθισμα και από
Ένας θεός σκοτεινός, τούτο είπαν


και οι δυο

πως ήταν βέβαιο,

Και κυρίως,

Η συναίσθηση μιας επικράτειας
Άγνωστης και χαμένης από τον


ουρανό και την γη

και τους ανθρώπους

Που παρέκκλινε σημαντικώς της
Υπόλοιπης πόλεως μέσα σ' αυτήν


την πολυσύχναστη ερημία της·

Οι ολίγοι θαμώνες και ο μπάρμαν
Καθώς και τα πιο απομονωμένα


ερωτικά ζεύγη

Όλοι ομού συνιστούσαν ένα κόσμο
Που είχε αφαιρεθεί επιμελώς από


την γνωστή ζωή,

Προς ένα αδήριτο και εμμένον

καταφύγιο του χρόνου

Όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν
Κάποτε να υπάρξουν κάπως πιο


σοφά·

Τι θα πάρετε, ρώτησε η σερβιτόρα,
Και το εν όλω σκυθρωπό χαμόγελό


της, είναι αλήθεια πως

θα ερχόταν οπωσδήποτε

κάποια στιγμή

Σαν ένας επιπλέον φωτισμός της
Σχεδόν διαβρωτικής ανάγκης για


μια παντοτινή

στο σκοτεινό του χρόνου φόντο

Παρουσία·