Saturday, May 7, 2016

SALTO VITALE






Ο πίνακας είχε τοποθετηθεί προ κάποιων
Ετών στο μέσον ενός δάσους και εικόνιζε 

μιαν οικία χωρίς οροφή,

Δίπλα στον πίνακα, ο άνθρωπος-αετός 
Ομιλούσε στα μονόφθαλμα δένδρα σε

Μια γλώσσα προανθρώπινη,

Η γλώσσα αυτή δεν είχε ρήματα, δεν είχε
Ουσιαστικά, μα και επίθετα ούτε, τίποτε

Απολύτως γνωστόν από κάθε λεξιλόγιο
Και γραμματική κάθε παρελθόντος και

παρόντος 

της ανθρωπότητας,

Παρ' όλ' αυτά εξεφέρετο σε λέξεις·

Τούζγαν, του 'λεγαν τότε τα μονόφθαλμα
Δένδρα, είσαι αετός είσαι και άνθρωπος

μαζί,

Όμως οι αετοί ακόμα κολυμπούνε στην
Θάλασσα και οι άνθρωποι σέρνονται με

την κοιλιά στο χώμα

μέχρι να τους καταπιεί αυτό το χώμα,

Εσύ πλέον περπατάς με τα πόδια σου 
Αλλ' ακόμα δεν έχεις φύγεις από αυτό

Το μιαρό έδαφος που μοιάζει με μια
Άμμο κινούμενη, είναι όμως ό,τι πιο

ακίνητο υπάρχει στους καιρούς,

Τούζγαν, οι νύχτες του κόσμου είναι 
Χλωμές σαν κερί στην άβυσσο μιας

Νεκρής θέλησης των πληθυσμών που 
Όμως επιθυμεί και οι ημέρες σα σκιές

ενός 

Αστρόφωτου κυκλώπειου πολυελαίου 
Που μόνον οι αρχαίοι μάγοι βλέπουνε

Και επικαλούνται στα όνειρά τους που
Είναι το ίδιο ζωντανά με την ζωή τους,

Όχι όμως, οι νεκροί, και αυτός ο κόσμος
Καίτοι κόσμος ζωής δεν είναι όμως άλλο 

Από μια αναποδογυρισμένη υδρία λήθης
Στα αμήχανα μάτια ενός αγνώστου θεού,

Τούζγαν,

Κι εσύ, χάνεις το καιρό σου όσο δεν 
Απογειώνεσαι μακριά από τα ολίγα

σερπετά

του δάσους

Με την ανθρώπινη λαλιά μεν αλλά εις
Θάνατον καταδικασμένα από την ίδια

Τη λαλιά τους, χωρίς να το γνωρίζουν,
Εξαντλημένα πλήρως από μια λυμένη 

σκιά

Που τους εκύκλωσε και αδυνατούν με
Την περιορισμένη όρασή τους να την

δούνε,

Καίτοι μη ορώντες ωστόσο τρομάζουνε
Δίχως να βλέπουνε τι τους αποτελειώνει,

Το τέλος τους είναι κοντά, δεν έχει νόημα
Να είσαι σε αυτό το δάσος άλλο· όταν εσύ

πετάξεις μακριά,

Ο τόπος των νεκρών θα καλυφθεί αυτομάτως
Από ομιλίες, του 'παν τα μονόφθαλμα δένδρα

Και σιωπήσαν,

Ενώ οι φλόγες είχαν ήδη αρχίσει να ζώνουν
Το δάσος,

Ενώ ο άνθρωπος-αετός πετούσε ήδη μακριά,
Κυρίως όμως, ενώ κανείς δεν μπορούσε ποτέ

να καταλάβει

Πως δεν είχε και τόσον ιδιαίτερο νόημα να
Διαχωρίζονται γι' άλλη μια φορά οι ζώντες

από τους νεκρούς,

Αν δεν υπήρχε ένας πίνακας, ένα έργο τέχνης
Οποιοδήποτε ή γενικώτερα,

που το προκάλεσε,

Αρκεί φυσικά να υπήρχε Λόγος·