Wednesday, May 22, 2013

LES CHAMPS MAGNÉTIQUES




Και η Ποίηση ένα βραδυφλεγές φυτίλι
Του Λόγου στον πολυσύχναστο νου του

ανθρώπου, 

Την καύση κάθε ορατού απεργαζόμενη
Προς όφελος της υστάτης απογύμνωσης

του πραγματικού

Πίσ' από την Μάσκα της Γης και των
Αιώνων· γιατί κανένα νόημα δεν έχει 

Η διαμονή στο Χρόνο αν δεν σκοπεύεις
Πέρα από αυτόν· και εκείνος οπού είναι

Αρκετά σκοτεινός ώστε να φαίνει ακόμη
Και στο φως, γνωρίζει καλώς πως γνώμη

Και δόξα και προοπτικές ανθρώπων είναι
Ο καπνός χωρίς φωτιά, που υπάρχει παρά

την πύρινη σφαίρα της Δημιουργίας

Μέτρο της οποίας είναι το πρόσωπο της
Γυναίκας: η Μάσκα της Φούγκας απ' τον

Πιθανώς ακατέργαστο παράδεισο που
Βιώναμε σε μεταφυσική δεσποτεία και

νύχτα φωτός

Προς όφελος ενός νέου παραδείσου και
Μιας άγνωστης ακόμα Ελευθερίας των

Βουλήσεων·

Κατ' εκείνη δε την προχωρημένη νύχτα 
Οι σκακιστές είχανε τελειώσει προ ώρας

Τους αγώνες τους, όμως δεν φεύγαν από
Την Καθεδρική Αίθουσα του Όντος· εκεί

Σιωπηλοί στοχάζονταν ανομολόγητες
Σκέψεις πάνω στους πεσσούς οι οποίοι

Παραμέναν και αυτοί σιωπηλοί πάνω
Στην σκακιέρα δείχνοντας εξ ίσου να

αναμένουν κάτι ως εάν διέθεταν

ένα είδος ελαχίστου ψυχής·

Και παρ'όλο που λογικά είχε ξημερώσει
Εν τούτοις οι πρώτες ακτίνες του ηλίου

Ακόμα δεν εφαίνοντο και ίσχυε ομοίως
Η νύχτα· τα δε κατάμαυρα μαλλιά και 

το

Ασυνήθιστα λευκό πρόσωπο της νεαρής
Σκακίστριας Φιλομήλης έφεγγαν έναντι

του ηλιακού φωτός

Με μυθική δύναμη και υδρογόνο λάμψη

Εν τω μέσω 

Της κατά τι μπαρόκ πεποικιλμένης σάλας
Και της αχανούς σπηλαιώδους αύρας των

νεολιθικών φωτιστικών·

Προ πάντων, ήταν ολοένα περισσότερο
Φανερό πως κανείς δεν ήθελε ακόμα να 

Εκκενωθεί η αίθουσα και να επιστρέψει
Στο σπίτι του· οι δε πεσσοί αμήχανοι και

Ελαφρώς διστακτικοί επί της σκακιέρας
Έμοιαζαν και αυτοί να αντιμετωπίζουνε

Πιθανώς παρόμοιο δίλημμα με εκείνο που 
Καθήλωνε τους ανθρώπους ολόγυρά τους,

Αυτή η παρτίδα,

Μπορεί να είναι δική μας, χωρίς κανέναν
Από πάνω μας να μας κινεί και ν' αλλάζει

Την θέση μας, έμοιαζαν να σκέφτονται,
Είτε οι άνθρωποι, είτε οι πεσσοί, ή και

οι δυο μαζί,
 
Ενώ ο ήλιος καταμεσής πλήρους πρωίας
Ακόμα δεν εφαίνετο και το σκότος πλέον

Δεν εδήλωνε την γήινη νύχτα αλλά μια 
Ουράνια εκκρεμότητα σε αποκάλυψη·

Και καθώς ο Αγωνοδίκης είχε μάλλον
Αποχωρήσει ή είχε καθήσει και αυτός

να ξεκουραστεί,   

Γρήγορα οι άνθρωποι περισυνέλεξαν
Τους ατάκτως απλωμένους πεσσούς 

Και τους αναπροσέταξαν στην ίδια 
Όπως άλλοτε υποταγή και διακριτή

επί αιώνες σειρά,

Αν την δική τους ανθρώπινη θέληση
Κατ' ελπίδα υπακούοντας και μόνον, 

αντίθετα με τα ήδη 

Ανέλπιδα παρατεταγμένα κομμάτια,
Μην αφήνοντας εύκολα να εννοηθεί

από τις πολύ προσεχτικές,

σε κάθε περίπτωση,

κινήσεις τους·