Wednesday, February 29, 2012

BELLE LOUISE

Λουίζ, της έλεγε συχνά καθώς την
Έβλεπε να παίζει μόνη της πιάνο

Για αιώνες ατέλειωτους στην σάλα
Του Κονσερβατουάρ του Παρισιού,

Λουίζ,

Οι νότες σου επιμένουν στην πρωινή
Λιτανεία της καθημερινότητας ωσάν

Νύμφες πανδρόσου θεϊκής και αίγλης
Που περισώζει του χρόνου τα όντα από

την λογική της λήθης·

Μα να' ναι άραγε

Που οι άνθρωποι λικνίζονται σαν τα
Φαντάσματα στην αχλύ των ονείρων

τους

Και πηγαινοέρχονται σαν φώτα μέσ'
Στον εγκέφαλο του ουρανού την μια

μυστική σκέψη

Όντος ακατανοήτου και υπεραισθητού
Κάνοντας απτή στη γη, διατρανώνοντας

Επιθυμίες και νοσταλγίες, σκοπούς και
Τύχη, αίμα που διψά για το αίμα και τη

σάρκα που πεινά για την σάρκα

και στο τέλος μια

Φωτεινή κληρονομιά του ανίστασθαι εν
Τω μέσω της αναίτιας οχλοσυρροής του

φόβου του χρόνου,

Λουίζ,

Και η τέχνη δεν κάνει άλλο από το να
Περισυλλέγει αυτή την νιότη του νου

Στους δρόμους μιας πιο καρποφόρου
Νύχτας των αιεί περιπλανωμένων στη

φωτοβολία της δικής τους τρέλλας

και μόνον,

Κατέληξε και εκεί σιώπησε για λίγο
Μην και ακούσει κάποια απόκριση

Από την γυναίκα που συνέχιζε ωστόσο
Να κυματίζει πάνω στο πιάνο την λεία

Αίσθηση του θηλυκού σωματοποιημένου
Φωτός συμπαρασύροντας με τους αρμούς

του λεπτού βραχίονά της

προς την αχρονία ενός έρωτα

αντικειμενικού

Ανθρώπου προς το Κάλλος και του πυρός
Κορμού προς την συμπαντική δεξαμενή

της έλξης,

Μα αλήθεια

Είσαι μια λεπτότητα
ανήκουστη σε ένα
Τόσο αδέξιο και χοντροκομμένο κόσμο,

φάνηκε να

της είπε κάποια στιγμή,

Και ένας υπερίων οίστρος του θήλεος
Προς την ερατεινή μαγεία των απτών

σκιών

σε κάθε ένα ξεχωριστά ηλιοβασίλεμα

Της πόλης του Παρισιού, όταν ακόμα
Οι ζητιάνοι λησμονούν την σκοτοδίνη

Του τυφλού περισπώμενου είναι τους
Και αναθυμούνται την χαρά της ζωής

Ενώ διπλώς και σφόδρα μιμνήσκονται
Της αιτίας του ολόδικου τους αιτείσθαι

στο μελαγχολικό προαύλιο

ενός πυρετού αιώνα

Που μηχανεύεται τον ατμό σε κίνηση
Και την κάθε κίνηση ανθρώπου προς

το μέλλον του

Εξατμίζοντας σε πρόσκαιρη δόξα των
Εθνών καθώς απορρέουν από πόλεμο

σε ειρήνη

Την ανάπαυλα της ιστορίας οσαύτως
Οικειοποιούμενα σε αναπαλμό μιας

ζωηρής έξαψης

στα μπουλεβάρ της επαφής·

Όμως εσύ, Λουίζ, εσύ, όσο δεν παύεις
Ποτέ να παίζεις πάνω στο πιάνο σου,

Δεν πρόκειται και αυτός ο κόσμος να
Σταματήσει να υπάρχει ως κόσμος για

έναν

Και ως η φωτιά για τους δύο,

τα υπόλοιπα είναι Ιστορία, της ώριζε,
τα υπόλοιπα είναι κόκκοι της άμμου

στην υδρία νύχτα της πλάσης,

Της έλεγε με αρπακτικό ψίθυρο ενώ
Ανυπομονούσε να την σφίξει δυνατά

στην αγκαλιά του,

Καθώς

Η όλη σάλα σιγά σιγά θα' λεγε κανείς πως
Εκυριεύετο από μορφές και παραστάσεις

που λύοντο κατά τις ηχούμενες

διαδρομές επί των λευκών πλήκτρων

των ακόμα πιο λευκών χεριών της,

Aπομονώνοντας εν τέλει στην οπτική
Δυο απαρχής του κόσμου περιστέρια·

Αμέριμνα μα και απαιτητικά πετούσαν
Εδώ και εκεί κατά ύψος της οροσειράς

των

Μαγεμένων πλασμάτων της οικουμένης,
Ενώ γύρω τους από παντού και πάντοτε,

Μαινόταν

Η ακόμα ακαλλιέργητη και οσαύτως
Επιδεχόμενη βελτίωση σε αισθητική

Μοναχική, παγκόσμια,
Κάποτε δε εορταστική

Άβυσσος των ανθρώπων·