Showing posts with label Τοτέμ (νέο). Show all posts
Showing posts with label Τοτέμ (νέο). Show all posts

Thursday, June 4, 2009

ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΗΣ ΚΑΛΥΨΟΥΣ



Μία μία φωτίζονταν οι άδειες μορφές
Στη βροχή, καθώς εμφανίζονταν στον

κόσμο

Που τόσο βαρειά προσέπιπτε στη θέα
Σάν αρχαίο πέπλο σβησμένης φωτιάς,

Ενώ ολόγυρά τους η αιώνια φύση
Έτοιμη ήδη κρυβόταν σε ολισθηρό

σκοτάδι·

'Ωστε ήλθαμε επιτέλους, μόλις
Και σιγοψιθύρισαν, τόσο ώστε να

καταφέρουν

να

Ακουστούν ανάμεσα στις σταγόνες
Του νερού που έπεφταν σαν ομιλία,

Τα λόγια των νερών δεν ήταν καθαρά,
Ωστόσο ήταν φανερό πως ακούγονταν

Μισοτελειωμένες φράσεις γύρω από
Τις ανθρώπινες μορφές που γρήγορα

σχημάτισαν

έναν

κύκλο επίκλησης

Μπροστά από το παλάτι· και το παλάτι
Ήταν τόσο αχανές στη προοπτική του

που

Νόμιζες ότι κατελάμβανε έναν κόσμο
Από μόνο του εκτός γεωγραφίας και

Σίγουρης γνώσης των ανθρώπων, οι δε
Πύλες του ήταν ήδη ανοιχτές ενώ από

Το εσωτερικό φαινόταν αναμμένος
Μόνον ένας πυρσός ζωής και θανάτου

που θα καιγόταν

Καθ' όλη τη διάρκεια

της παραμονής·

Από την αυλή φαινόταν όλη η γη από
Άκρη σε άκρη, τίποτε δεν μπορούσε να

διαφύγει

του

Ισόθεου oφθαλμού του παλατιού ενώ
Από τα χάλκεα υψηλά κιγκλιδώματα

Που έμοιαζαν να φτάνουν έως τα νέφη
Της νύχτας, απλώνονταν σαν τείχος των

θεών

οι ειμαρμένες

των όντων·

Η δε άγρια βλάστηση γύρω από το
Παλάτι ήταν μια παλλόμενη έκταση

πριονωτών φυτών

που είχαν τη μορφή

στόματος ανθρώπου·

Λυσιδίκη, έλεγαν,

Αποκαλώντας την με το όνομά της,
Λυσιδίκη, όλη η ανθρωπότητα είναι

ξανά

εδώ,

Την πληροφορούσαν μυστικά με τους
Άτονους ψιθύρους τους, ενώ η γυναίκα

Ξαπλωμένη στο κρεβάτι κοιμόταν ακόμη,
Λυσιδίκη, λέγαν πάλι τα θηριώδη φυτά,

Όλη η ανθρωπότητα επέστρεψε πίσω για
Να ξαναζήσει, ένα προς ένα τραβάμε έξω

ξανά τα φαντάσματα

από την ανυπαρξία στην ύπαρξη

και από την απορία στην απορία πάλι·

Οι αιώνες είναι έτοιμοι, η Ιστορία τους έχει
Ήδη σχηματιστεί, οι ηγέτες περιμένουν

Στη σάλα της γέννησης, της ανόδου και
Της πτώσης, ενώ ο όχλος στιβάχτηκε

Στις διαμαντένιες αποθήκες αναμένοντας
Να ακουστεί το μαδριγάλι της άνοιξης, ο

Κάματος του ανθρώπου, συμπλήρωναν
Παράξενα, δεν είναι παρά η ανάσα μιας

φλόγας

Πριν καθαρπαχτεί από τον ουρανό, πριν
Λυγίσει από τον δυνατό μαύρο άνεμο του

ολοκληρωτικού

θανάτου

Μα το μνήμα της ζωής ευρέθη άδειο στο
Τέλος, και λείψανα εν αυτώ ουχ ευρέθησαν,

Και τα αίματα των σφαγών στους

κατόχους των

επεστράφησαν,

Ό,τι πρόκειται να μείνει από τον κόσμο
Αυτόν, τόνιζαν και τινάσσονταν προς τα

Πάνω σαν με πτυσσόμενους βλαστούς
Μέχρι τις πύλες του παλατιού όντας ήδη

μια θολή κατάρα

και ευλογία

στο έλος και το έλεος του μέλλοντος,

Είναι ένα κάτοπτρο τυλιγμένο σε λευκό
Μαντήλι, λέγαν τα φυτά κουρασμένα

Από την προσπάθεια για ανθρώπινη
Ομιλία, ένα μικρό κάτοπτρο επιστροφής

Ο που θα δει το πρόσωπό του μέσα, θα
Έχει ήδη γυρίσει στη πραγματικότητα

Το άδειο κέλυφος αφήνοντας του κόσμου
Για πάντα πίσω· ούτος κληθήσεται ο ζων

και

ο υιός

της εικόνας

Και για πρώτη φορά θα υπάρξει, χωρίς
Να μετράνε καθόλου τα χρόνια του επί

Της γης των ανθρώπων που ζουν κοντά
Στη κρημνώδη έπαυλη των εννοιών και

των λέξεων·

Είπαν τα φυτά και έπαυσαν να ομιλούν
Ενώ η Λυσιδίκη Πίξελμπεργκ κοιμόταν

ανήσυχα

Με ένα παιδικό χαμόγελο ωστόσο

στο πρόσωπό της

Και ο Οδυσσεύς που της χάιδευε μέσα
Από το λευκό σκέπασμα το ακόμα πιο

λευκό

και ιδρωμένο από την ένταση του ύπνου

στήθος της

Δεν τολμούσε να την ξυπνήσει από το
Βαθύ γαλαζοφώτιστο όνειρό της πάνω

από

την υδρόγειο


Friday, May 1, 2009

Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ



Τις νύχτες οι άνθρωποι καταφέρναν
Τελικώς να δραπετεύσουν από τα

κρεβάτια τους

Και φυγαδεύονταν γρήγορα γρήγορα
Στην έρημο Μπόντυ που εκτείνετο σαν

λίμνη πυρός

σε αιώνια αυγή

Ανάμεσα στη βόρεια Μογγολία και το
Φεγγάρι, η πομπή των αρρώστων ήταν

Ένας αχανής διάδρομος από μαύρους
Κύκνους που μετέφεραν τις ψυχές τους

Στο κέντρο των θεών, ήλθαμε, λέγαν,
Για λίγο μόνο, γιατί το πρωί θα πρέπει

Να ξαναμπούμε στα σώματά μας και
Να πάμε στις δουλειές μας, και αφήναν

Τις ψυχές τους κάτω με το βλέμμα τους
Να κοιτάζει με μεγάλη υποψία την άδεια

επικράτεια

Που τους εκύκλωνε σαν άφωνος λυγμός
Και σπασμένη οροφή του πραγματικού,

Εδώ λέγαν θα τα αφήσουμε όλα, είστε
Οι μόνοι κληρονόμοι των χρόνων μας

Και του φωτεινού μας μίσους, εμείς απλά
Θέλουμε ως αντάλλαγμα την λήθη, την

λήθη,

Ξαναλέγαν

Με τρεμάμενα από σχισμένο παλμό
Στόματα που σφυρίζαν σαν μες από

Ανακτορικά βάραθρα που φυλάκιζαν
Κάθε εκδήλωση ζωής στην αμέτοχη

γη,

Επιθυμούμε να μην θυμόμαστε ούτε καν
Να σκεφτόμαστε έστω για λίγο τι είναι η

αθανασία

Εμείς σας αποθέτουμε εδώ τις ψυχές μας
Και εσείς, δηλώνανε αποφασιστικά ενώ

δεν φαινόταν

κανείς

γύρω τους,

Αναλαμβάνετε την υποχρέωση να μας
Ξαναστείλετε θνητούς στην πέρα χώρα

Των ανθρώπων και της ζωής, κατέληγαν
Και σηκώνονταν τότε με τα πτερά τους

Να έχουν μεγαλώσει αφύσικα

Σαν αρπαγμένος βρυχηθμός στη φωτιά
Και πετούσαν από το 'να σημείο χρόνου

στο άλλο

Δίχως να σταματούν κάπου, εμείς, λέγαν
Πάλι, επιθυμούμε μόνον να μην παύσει

Ποτέ του να γυρίζει ο τροχός που στήνει
Στη θέα όλη μας την ζωή, είναι αλήθεια

Πως η μυρωδιά της καμμένης σάρκας
Που κατακλύζει τις άγριες ημέρες μας

Ουδόλως μας αναχαιτίζει αν δεν μας
Προτρέπει κιόλας, ουδόλως μας φθίνει

Αν δεν μας στεριώνει κιόλας για τα καλά
Σ' αυτό το άρρωστο κιτρινισμένο φως

του

πηλού και της μάσκας

Που μοιάζει να είναι όλο κι όλο ένα δώμα
Νυκτός που χωράει μέσα του κάθε σύμπαν

Είμαστε οι δαίμονες, λέγανε κάποια στιγμή
Όλοι μαζί με φωνή χιλιάδων φώτων, που

φυτέψαμε

τις

ψυχές μας

στον ύπνο αιώνων

Και δρέπουμε τους καρπούς ενός ζωντανού
Ονείρου, αυτό το όνειρο λέμε, χωρίς να έχει

σημασία

Αν είναι λειψό και στιγματισμένο, είναι όμως
Δικό μας, πάρετε τον ουρανό από μπρος μας

Και αφήστε μας

την καμμένη γη,

την καμμένη ζωή αφήστε μας,

Κατέληγαν να φωνάζουν ενώ τα πτερά τους
Κατασυνετρίβοντο το ένα στο άλλο σαν μάχη

Σκέψεων επί των τοίχων της ιδίας κεφαλής,
Και αφήστε μας το ένδοξο φθαρτό σώμα

Έναντι μιας αμβροσίας που ποτέ δεν την
Θελήσαμε, επιθυμούμε ο θάνατός μας να

Είναι η δική μας συνθήκη ζωής με τους
Χυμούς του κόσμου και ο πυρετός που

Λυγίζει τα μέλη μας στον τυφλό σπαραγμό
Σώματος επί σώματος σε επικυριαρχία της

ηδονής

Η δική μας σφραγίδα στο δικό σας αναίτιο
Παιγνίδι που συσσωρεύει κοσμογονίες σε

αδιάφορους θεατές,

Είπαν και άρχισαν να μαζεύονται σαν
Σμήνη σαρκοβόρων πάνω από την

λεία

ενός βράχου

που δεν υπήρχε

Οι θεοί καίτοι δεν φαίνονταν πουθενά
Εν τούτοις έμοιαζε σα να μιλούσαν

μέσα από τα δικά τους στόματα

και ακόμα

Φάνηκε

Σα να αποδέχονται τη συμφωνία
Καθώς ο σαστισμένος άνεμος της

ερήμου

δεν έπαυσε ούτε για μια στιγμή
να φυσά

Ούτε όμως έδειχνε ότι μπορούσε
Εκείνη την άμμο που εσήκωνε

σαν αδηφάγο έλικα της αβύσσου

από κάτω

Να τηνε στήσει σ' έναν σίγουρο
Και συμπαγή σωρό ενώπιόν τους


Saturday, February 21, 2009

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΑΜΨΗ


Στην ενδοχώρα της Ανταρκτικής
Στην πιο απόμακρη εσχατιά της

Δούλευε απαύστως η μηχανή
Που συντηρούσε τον κόσμο σε

κίνηση

Γύρω της δεν σημειωνόταν
Παρουσία ανθρώπων ει μη

οι

πάγοι

Οι οποίοι παρακολουθούσαν
Σιωπηλά τις βίαιες εκτινάξεις

Των εμβόλων

Και τις ωθήσεις των πιστονιών
Προς ένα πιθανώς σκοτεινό

αποτέλεσμα

Και ένας γηραιός φύλακας που
Κοιμόταν συνεχώς, λέγανε πως

Είχε την ηλικία αιώνων, ότι δεν
Ήταν πλέον άνθρωπος αλλά

Ξεχασμένη παρουσία από θάνατο
Ζωή και οφθαλμάπατη, "δεν είναι

πραγματικός",

είπαν κάποτε

Και ουδέποτε ασχοληθήκανε ξανά
Μ'αυτόν και τον αφήσανε ελεύθερο

Να σωριάζεται ελαφρά κοντά στη
Μηχανή με τα μάτια του μονίμως

ανοιχτά

Κίτρινα σαν της γάτας και ακίνητα
Σαν λήψη θεού από το υπερπέραν

Παρ'όλ'αυτά ποτέ του δεν ξυπνούσε
Και ας παραμίλαγε κάποιες φορές

στον ύπνο του

Στο δε έκκεντρο της μηχανής υπήρχε
Ένα πελώριο μεταλλικό μάτι που δεν

έκλεινε ποτέ

καθώς

εφώτιζε την

Γύρω επικράτεια με ισχύ ακτινοβολίας
Θα'λεγε κανείς πολλών οράσεων μαζί

Ενώ από τη περιφέρεια το γυμνό τοπίο
Σκοτείνιαζε αφύσικα σε κάθε λάμψη

του οφθαλμού

Λες και αυτός απορροφούσε πλήρως
Την ζωή των πληθυσμών της γης για

να μπορέσει

να υπάρξει,

Είναι μια δίκαιη ανταλλαγή, έλεγε στον
Ύπνο του που επαγρυπνούσε ο παλαιός

φύλακας,

Οι άνθρωποι γεννιούνται, μαθαίνουν να
Γράφουν το όνομά τους, πηγαίνουν στα

μουσεία,

Κάθονται γύρω από τις φωτιές, αλλάζουν
Δουλειά και ξαναφεύγουν με το τραίνο

μέσα στη νύχτα

να προλάβουν

τον έρωτα

Όμως κανείς τους δεν αντιλαμβάνεται
Πως ό,τι έζησε και ό,τι θα ζήσει μπορεί

Και να' ναι απλά μια ιδιοτροπία στη
Κίνηση αυτής της μηχανής που ίσως

ρυθμίστηκε

λάθος

εξ αρχής

Και οι τόσες εκατονταετίες

Που σχεδόν κυνηγημένες έφυγαν για
Πάντα από κοντά μας δεν ετελεύτησαν

επιτυχώς

Και ο χρόνος δεν μπόρεσε έως τώρα
Μια εικόνα να βαστήξει στο διηνεκές,

έλεγε

Ενώ τα κίτρινα μάτια του συνέχιζαν
Να κοιτάνε ακίνητα στο πουθενά

των πάγων,

Η τόση συσσώρευση ζωής επάλληλης
Σε στρώματα εποχών και περιόδων,

Η τόση ιστορία, το τόσο πλεόνασμα
Της προσδοκίας καθώς και το αίμα

που ράντισε

τις μεγάλες οικοδομές

της ελπίδας

Ουδόλως διέφεραν από αυτήν εδώ
Την επισυσσωμάτωση πάγου σε

πάγο

που σε χρόνο ύποπτο

επισυνέβη,

Ουδόλως πώς επέστειλαν έστω μία φορά
Την ακτίνα κυριαρχίας επί του οχληρού

θάμβους

της

δημιουργίας

Και κατά κανένα τρόπο δεν έστεψαν
Βασιλέα του χρόνου έστω και έναν

σκαπανέα

εκ των ανθρώπων

Σαν τ' αργά κάτω από την παγωμένη
Επιφάνεια βαρέα ύδατα που ποτέ δεν

καταλήγουν

σε

σπήλαιο

Οριστικώς, η ανθρωπότης χέεται
Από αιώνα σε αιώνα και από ζωή

σε ζωή

Στη ζωή όμως μη καταφθάνοντας
Μηδέ ωστόσο απομακρυνόμενη του

κλέους αυτής

Είναι

φανερό

Πως γρήγορα κατέστησαν οι κυνηγοί
Θηράματα μιας λάμψης που ποτέ δεν

Απεχώρησε απ' την δική τους τρικυμία
Του νου, είπε ο άνθρωπος των πάγων

Και σταμάτησε για λίγο να μιλάει λες
Και οι απότομες επιταχύνσεις της

Μηχανής στη κίνησή της προβλέπετο
Να διακόψουν τον ομιλούντα ύπνο του,

Θηράματα θαρρώ μιας λάμψης που έως
Τώρα απέφευγε να τους καταπιεί εντελώς,

Μονολογούσε πάλι και φάνηκε να
Δυσκολεύεται να αλλάξει πλευρό σε

Έναν έτσι κι αλλιώς δύσκολο ύπνο
Ενώ πιο δίπλα του η μηχανή έδειχνε

Να τραντάζεται ολοσχερώς από μία
Επιτέλεση σκοπού ακόμα άγνωστη

Επιχειρώντας πιθανώς να αποτινάξει
Μια για πάντα από τους βαρείς

βραχίονές της

Την με πλάγιο τρόπο κλεμμένη ζωή
Των ανθρώπων που είχε επικαθήσει

σ' αυτήν ωσεί

χιών

και κρύσταλλοι

του Κακού,

Σαν αρχαίο τοτέμ, ίσως το αρχαιότερο
Του κόσμου και με μια μεγαλοπρεπή

αποστροφή

στην ύπαρξη

Τιναζόταν σύσσωμη και συσπειρώνοταν
Σχεδόν τρέμοντας από ισχύ μεγαλύτερη

Από αυτή που μπορούσε συνήθως να
Αντέξει, οι δε σπασμοί της δεν φαινόταν

Να καταλήγουν σε ένα τέλος οριστικό
Ενώ το τοπίο ολόγυρά της και παντού

στον ορίζοντα

φωτοβολούσε

Μία αίγλη που ποτέ οι άνθρωποι δεν
Είχανε ως τώρα δει, η λάμψη ήταν

ορατή

Από χιλιάδες μίλια μακριά, και οι
Δορυφόροι της γης την κατέγραφαν

λεπτομερώς

από ψηλά

σαν στέμμα του κόσμου

Ενώ ο γηραιός άνθρωπος των πάγων
Εξακολουθούσε να κοιμάται δίπλα

στο

σειόμενο

μέταλλο,

Η μόνη συντροφιά του,
Ο ένας και μόνος

συνεχόμενος

κρότος του θανάτου

Δεν φαινόταν να τον απασχολεί ακόμα
Σοβαρά


Tuesday, December 30, 2008

Η ΚΡΕΙΣΣΩΝ ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


Εκείνο το πρωί ο ισχύων κόσμος
Είχε ξυπνήσει διαφορετικός,

Τα πτηνά αναποδογυρισμένα στις
Λίμνες δεν τραγουδούσαν πια, είχανε

γείρει στ' αυτιά των πνιγμένων

και τους ψιθύριζαν

ελεγείες της ψυχής σε μετάβαση,

Λέγοντας μόνον μία λέξη-ποίημα,
Γκουανταλκανάλ, και τους αφήνανε

να φύγουν

προς το ημίφωτο άζωτο

του εγγύς Άδη,

Τα ζώα στις ζούγκλες και στις σαβάνες
Είχαν ακινητοποιηθεί σαν αγάλματα

σε πάρκο

και κοιτούσαν μονίμως προς την

άδεια λεκάνη του κόσμου,

Δεν έχουμε άλλη επιλογή, είπαν
Ξαφνικά εκπλήσσοντας την ίδια

την δημιουργία,

Θα περιμένουμε τον λυτρωτή μας
Που θα έλθει απ' το βασίλειο των

φόβων,

διεκήρυτταν με ανησυχία,

Και κοιτούσαν δεξιά και αριστερά
Με τις άκρες των ματιών τους σαν

μηχανές υψίστης ακριβείας

που χτυποκοπούσαν

από μέσα

Καθώς η αύρα της φύσεως ολοένα
Τροποποιείτο αναλόγως των μαύρων

σκέψεων

που σίγουρα κάνανε

Ενώ οι άνθρωποι υποδέχονταν στις
Επαύλεις τους έναν ξένο που δήλωνε

πως τον είχαν καλέσει

αυτοί,

Δεν θυμόμαστε τίποτα, του λέγανε,
Να σε καλέσαμε εμείς αδύνατον

Μπορεί να έκανες και λάθος, πώς
Είπες ότι σε λένε; Μάσκανδρος

και Λυσήνωρ,

Τώρα βρίσκομαι ενώπιον σας ως
Λυσήνωρ, τους είπε και αμέσως

Τους έδειξε με το δείκτη του ένα
Δένδρο χτυπημένο από κεραυνό,

Ποτέ κανείς δεν ξέρει αν σ'αυτή
Τη περίπτωση φωταγωγείται το

δένδρο

Ή ολόκληρη η γη,

τους δήλωσε,

Στο άκουσμα των λόγων του
Τα αναποδογυρισμένα πτηνά

γυρίσαν από την

κανονική όψη τους

Και άρχισαν να πλέουν σαν ψάρια
Μέσα στις λίμνες, ενώ τα θηρία

αρχίσαν να κινούνται ξανά

πάνω κάτω

στις σκάλες της υδρογείου,

Πώς είναι δυνατόν σε αυτή τη
Περίπτωση να αποκρίνεται όλη

η γη,

Του είπαν, πρόκειται για ένα
Και μόνον δένδρο κι άλλο όχι

Κάτι τόσο μικρό σε σχέση με
Την απεραντοσύνη του κόσμου

αυτού,

Και κοιτούσαν το δένδρο πιο
Επισταμένα, μην και τους είχε

Ξεφύγει κάτι έως τότε,

Ο μυστηριώδης άνθρωπος δεν τους
Απάντησε, φρόντιζε μόνον να έχει

Καρφωμένα τα μάτια του πάνω τους
Σα να τους πρόσταζε να μη παύσουν

ποτέ να μιλούν

Ενώ δίπλα τους

Το κατακαρβουνιασμένο δένδρο
Ήτανε όντως μια αιώνια νύχτα

που μονίμως συνυπήρχε

με τα ποικίλλα φώτα

της ημέρας

Τη μυστηριακή ετούτη ένωση
Η γη την αποδεχόταν, αυτό

είναι αλήθεια,

χωρίς όμως και να την εξαίρει·

Φανερά τουλάχιστον





Friday, September 5, 2008

ΑΝΑΔΥΣΗ ΚΑΙ ΕΙΔΩΛΟΦΑΝΕΙΑ


Ενώπιον της Μεγάλης Σκιάς που
Μορφοποιείτο διαρρέοντας σε

σάρκες αδιάγνωστες

κι απορροφούσε

ήλιο και φόβο

Τα πλήθη στην μεσημβρινή μητρόπολη
Που οι αιώνες είχαν ξεχάσει μέσα στη

ζούγκλα

Μακριά απ'τον λοιπό τακτικό κόσμο
Προσήρχοντο κρατώντας τα επίμονα

δώρα τους

Άλλος προσήγαγε τα μάτια του, έτερος
Τα χέρια του, διάφορος τα μαλλιά και

τα νύχια του,

Τέταρτος, πέμπτος και έκτος, λαιμό
Πόδια και σκέψη αντιστοίχως,

Επιθυμούμε να μην πεθάνουν, δηλώναν
Και σπρώχναν με μεγάλες φτυαριές τα

αποκόμματά τους

προς την σκιά

που κατεβρόχθιζε και κατεβρόχθιζε,

Δεν συνέρχεται εύκολα από τον ύπνο
Αιώνων, είπαν, μα θα συνέλθει, θα το

δείτε

περιμένετε μόνο,

Κατανοούσαν και βεβαίωναν, ενώ
Η ζωή της πόλης άρχιζε πολλώς

Να συρρικνούται συγκεντρωμένη
Περίξ της βλασφήμου απόπειρας

αφυπνίσεως,

Είναι μάλλον άνθρωπος, λέγαν όχι με
Δίχως έκπληξη και αγγίζανε το ισχνό

περίγραμμα

Σκότος επίθραυστο

Μορφής ανθρώπινης ολοένα εγειρομένης
Σε αδύναμη επικυριαρχία
· κάποια στιγμή

Φάνηκε πως κίνησε το άτονο χέρι της
Σε δυσανάγνωστο χαιρετισμό, έρχου,

της έλεγαν,

και

Ολοένα σάλευε η μορφή επιχειρώντας
Να υπάρξει, η αγωνία στο πρόσωπό της

ήταν μεγίστη

όπως επίσης και εκείνη

των προσφερόντων,

Έρχου, της λέγανε ξανά, έρχου εν τω μέσω
Της ζωής αυτής και βασίλευε, προφέραν

εκστατικοί

κάνοντας νόημα στον ουρανό

να μην τους βλέπει,

Όμως η μορφή συνεχώς υποχωρούσε
Πάλι σε σκιά, σαν να μην επαρκούσε

το ήδη προσφερόμενο

υλικό,

Και σπεύδαν να τη συνεφέρουν με
Συντονισμένες κινήσεις διάσωσης

και πράγματι

φαινόταν ν'αχνολάμπει ξανά

ανακαταβροχθίζοντας

Όμως και πάλι έσβηνε μετ' από λίγο
Καθώς οι αρχαϊκές αλυσίδες των δούλων

συσφίγγονταν

περισσότερο

Καθώς ο σφριγηλός αέρας των ελευθέρων
Ίσως για μια στιγμή έπαυε να φυσάει

σε μεσοδιάστημα

αμηχανίας

Ξαναρχίζοντας ωστόσο να μεταφέρει την
Βαρειά διστακτική ομιλία των ανθρώπων

που ήταν και δεν ήταν η ίδια

Οι φωνές τους καίτοι αναγνωρίσιμες
Ακόμα, θα 'παιρνε όρκο κανείς πως

δεν ήταν δικές τους

αν και ήταν,

Οι δε κινήσεις των οι γνώριμες μάλλον
Ήταν αυτές οι ίδιες αν και με σημαντική

απόκλιση

που σίγουρα

Σίγουρα δεν έμοιαζε να οφείλεται στα
Εκλιπόντα

Μέρη των σωμάτων τους


Monday, August 11, 2008

ΟΡΝΑΝΤΟ ή Η Κατάρα των Κύκλων


Στην απόμερη σιωπή του Νέου Μεξικό
Κοντά στα σύνορα με το μηδέν, υπήρχε

ένας μαύρος βράχος

γύρω του πετούσαν

ημιθανή τα πουλιά

Σε μεγάλους κύκλους πάνω από την κεφαλή
Του φυτευμένου Νώε στην έρημο, τον λένε

Πιέδρο, είναι κοιμισμένος,

συγκατανεύαν οι τρωγλοδύτες

και κάναν νόημα

Στο κάρο με τα λειψά κι ελεεινά κλοπιμαία
Να φύγει από τη περιοχή αφήνοντας τα

Λιγοστά παραπήγματα ακόμα πιο άδεια
Απ'όσο εξ αρχής μοιράστηκαν στο κόσμο

Ενώ οι κρουνοί παρατεταγμένοι στον χαμηλό
Ορίζοντα δεν βγάζαν ούτε μια σταγόνα νερό,

Ματαίως οι στρόφιγγες ανοίγανε και κλείνανε
Στους απροσδιόριστους χρόνους της μεγάλης

αιχμαλωσίας της πλάσης·

Οι ψυχές είχαν ήδη φορεθεί και τ'άδεια σώματα
Υπήρχανε κατά σωρούς στις αποθήκες δίχως

θυμό

Και από παντού σπρώχναν άμμο και κόκκαλα
Σε νεύρα τυχαία, σάρκες πιθανώς ανθρώπινες,

Ορνάντο,

ψιθύρισε ο ταγματάρχης

της ξηρής μεσημβρίας,

Ορνάντο, επιβεβαίωνε ο αχός απ τις πατημασιές
Της δημιουργίας ενός νέου κόσμου πάνω στις

ακαθαρσίες της ελπίδας

Και ολένα στήναν τους ανθρώπους στο μέσον
Της ερήμου, σαν σπασμένες μηχανές σε

απρόσωπο όλεθρο

Προσπαθούσαν να προχωρήσουν,όμως τα
Βήματά τους ήταν πολύ βαρειά τόσο που

τους γκρεμίζαν τελικώς,

Εκεί τους παραστέκαν

κι οι αγαπημένοι τους νεκροί,

Σηκωθείτε, λέγαν οι δεύτεροι, και τους
'Ερριχναν νερό στο πρόσωπο, αφήναν

μια ανάσα

Και παραπατούσαν σε ζάλη, δεν ζείτε,
Είστε απλώς μια φαντασία της ερήμου,

Λέγαν οι συγκεντρωμένοι στους νεκρούς
Που ακούγανε τα λόγια αυτά με χαρωπή

διάθεση και κατανόηση

μάλλον

ανησυχητική

Και προσπαθούσανε να σηκωθούν, χωρίς
Να δίνουν σημασία στις οικείες άνομες

μορφές, στρέφαν το βλέμμα

προς την δική τους ερημία θανάτου

και μόνον,

Σηκωθείτε, περπατείστε, λέγαν χαμογελώντας
Οι νεκροί, οι ολόδικοι νεκροί τους, και τους

ξαναρίχναν

νερό

στο πρόσωπο,

Κινηθείτε γρήγορα, επέτασσαν, για πάντα θα
Κινείστε, κατέληγαν οι ξαναζωντανεμένοι

ελκυστικοί εφιάλτες

Με ένα έμβολο στο στόμα να πηγαίνει
Πέρα δώθε, λέξεις σαν ψόφιους έλικες

αφήνοντας να τρίζουν στα πλευρά τους,

για πάντα θα κινείστε,

τους ξαναλέγαν αινιγματικά

Ενώ από μακριά ο ήχος ζωής
Για τους καταδικασμένους σε

κίνηση

ακόμα δεν ερχόταν,

Ούτε και η βεβαίωση του θανάτου

Μα πάνω απ'όλα
Δεν ήταν η ταυτότητά τους πια

και τόσο δεδομένη

Ούτ' ακριβώς και η διαφορά



Friday, July 18, 2008

ΟΡΥΜΑΓΔΟΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ


Πάλι τα δίχτυα μας δεν φέραν κάτι
Στο φως, λέγαν οι εκτοπισμένοι απ'

τις κατοικημένες περιοχές

των ανθρώπων

ψαράδες

Καταμεσής του ρημαγμένου πελάγους
Σπάνια πια περνούσαν μεγάλα πλοία

από εκεί,

Και τώρα τι θα φάει το πλήθος στην
Έρημο, πόσα ψωμιά και πόσοι ιχθύες

δεν πρόκειται

να πολλαπλασιαστούν,

Και συνέχιζαν να ρίχνουν τα δίχτυα
Ελπίζοντας σε μια ξαφνική ανάνηψη

των νερών

Κάποτε σηκώναν φύκια, δεν τα διώχναν,
Καθήστε εδώ, τους λέγαν, μα καθήστε,

Σίγουρα θα βρείτε τόπο ν'απλωθείτε
Καταλλήλως, να βγείτε στο λιμάνι

να συρθείτε μέχρι

την ηλιοφάνεια των ανθρώπων

και να γίνετε

Οι λωρίδες του θανάτου τους, λέγαν
Με παράξενη παιδική εκδικητικότητα,

Ενώ τα ψάρια είχαν αρχίσει να πηδάνε
Έξω απ' το νερό προσπαθώντας να

μιλήσουν,

Σας ακούμε σας ακούμε, λέγαν οι ψαράδες
Και συνέχιζαν να στήνουν τα φύκια τους

σα νεκρά φίδια

που δεν θα ταξίδευαν ποτέ,

σας ακούμε, ξαναλέγαν,

Και ολοένα τα ψάρια σκάγανε με γδούπο
Πάνω στις βάρκες σαν κάποιος να 'κανε

άνω κάτω τη θάλασσα

ψάχνοντας να βρει

ένα ακόμα νεκρό φύκι

Που δεν ταξίδεψε ποτέ

Σα να προσπαθούσε εν τέλει
Να αποδυναμώσει με τρόπο

μάλλον ωμό

Την βιαστική επιφάνεια της φύσης
Καθώς σε κάλλιστο κέλυφος περιέκλειε

πάντοτε

χωρίς παρέκκλιση

Την φρικτή τυχαιότητα των όντων
Σαν κόσμημα ανομολόγητο

περόνη ωστόσο σίγουρη στα μάτια



Saturday, June 28, 2008

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ


Ο μεγάλος δίσκος με το γαλλικό καφέ
Τα ποτήρια του νερού και τον λογαριασμό

ήταν αφημένος

Στην είσοδο και δίπλα του ο σερβιτόρος
Είχε ήδη γίνει μια μορφή ηλικιακά ίση

με το χρόνο

έχοντας

ασημένια μαλλιά και όψη παιδική

Γελούσε συνεχώς και αστειευόταν χωρίς
Λόγο με τους πελάτες, Έργκουιν, του

λέγαν,

Έργκουιν, είσαι εξόριστος, - εξόριστος
Από την πατρίδα σου εξόριστος κι από

την ίδια σου την εξορία

ου τόπος δι' εσέ

Έργκουιν,

δι' εσέ ο τόπος όχι,

Του τονίζαν, ενώ δεν είχανε ακόμα
Αποφασίσει αν ο άνθρωπος αυτός

Τους προκαλούσε τον φόβο ή την ευθυμία
Μια τον καλοπιάναν μια τον νουθετούσαν

Μα εκείνος γελούσε και έδειχνε με τα
Γυάλινα μάτια του τους δρόμους έξω

Είχαν αρπάξει όλοι φωτιά, και τα οχήματα
Φεύγαν σαν ξεκοιλιασμένα άρματα της εποχής

των ονείρων,

Έχω την δύναμη, τους είπε ο Έργκουιν,
Να ξετυλίξω για άλλη μια φορά το κόσμο

σαν πάπυρο

έχω την δύναμη, είπε,

να φανερώσω

Από τι είναι φτιαγμένα τα πάντα, από
Κορμούς ιδεών και φύλλα πλάνης

Και οι ρίζες

οι ρίζες είναι βαθειά χωμένες

στο ανάδρομο μυαλό μου,

Έλεγε και ολοένα γελούσε και σοβαρευόταν
Απότομα και ξανά χτυπούσε την ταμειακή

μηχανή

ξεκλειδώνοντας

τον εαυτό του

Και ολοένα κατέρρεαν οι προσόψεις των
Κτιρίων και οι αρχέγονοι άνθρωποι της

πόλης

Είχαν μείνει τελικά σκέλεθρα φωτός που
Κινούνταν πέρα δώθε γλιστρώντας στην

άσφαλτο

Πηγαίναν και φέρναν άλλους ανθρώπους
Μια από δω μια από κει, σαστισμένα, με

ήχους πυροσβεστικής

και σειρήνες συναγερμών,

Έχω ένα καφέ και μια πορτοκαλάδα, είπε
Κάποιος στον Έργκουιν, και έβγαλε το

πορτοφόλι του

να τον πληρώσει,

Περάστε από δω, του είπε ο σερβιτόρος
Ανοίγοντάς του την πόρτα και η λάμψη

της μεγάλης φωτιάς

που φούντωνε έξω

Φάνηκε να ελευθερώνεται ακόμα πιο πολύ






Tuesday, June 10, 2008

ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ


Οι διεργασίες της ζωής όπως επίσης
Και η απερίγραπτη παλινωδία του

θανάτου

Τελούντο καθ'όλη τη χρονική διάρκεια
Του κόσμου πίσ' από δυνατή βροχή

Η οποία βροχή φαινόταν πως δεν έπαυε
Η ανάπτυξη και η επαγγελία της βαρειάς

βιομηχανίας του θεού στη γη

συνιστούσαν κατά τα φαινόμενα

υδροβιότοπο

Κι οι συνομιλίες των μη ορατών πίσω
Από τις κολοσσιαίες υδατοπτώσεις

Ελάχιστα καταμαρτυρούσαν για τα
Πεπραγμένα· Λόκχιντ, φωνάζαν στον

μελισσουργό

Που παιδευότανε για ώρες ολόκληρες
Να ανακατευθύνει τις μέλισσες στις

κυψέλες τους,

Λόκχιντ, μην κουράζεσαι άδικα,
Τα βουνά είναι μετρημένα στο κόσμο

Οι θάλασσες ομοίως, και οι άνθρωποι
Μετρώνται όπως πάντα ακριβώς,

ουδείς λείπει

είτε ζει

είτε πεθαίνει

Ακόμα και όταν τ'αεροπλάνα δεν
Πετάνε και τα πλοία δεν αποπλέουν

ουδείς λείπει,

Και όταν παρατάνε τα τραίνα στους
Σταθμούς, Λόκχιντ, με τα βαγόνια

γεμάτα

από

Χανσενικούς στον Άδη που τραγουδούν
Την αποκαθήλωση των λέξεων από τις

σάρκες τους,

Ουδείς λείπει, και η Μνημοσύνη ήταν
Όντως θεά, του λέγανε, μα έμπαινε

στα άδεια σπίτια

και τα κατοικούσε

ώσπου την βρίσκαν ζωντανή

Να κρατάει κερί αναμμένο στους
Τοίχους φέγγοντας την πιθανή

ή όχι

λευκότητα των παρευρισκομένων

δευτερολέπτων

Και ουδείς έλειπε, Λόκχιντ,ουδείς,
Του βεβαιώνανε ξανά μα εκείνος

όλο και είχε στο μυαλό του

μια

Αδειανή μέλισσα με ανθρώπινα μάτια
Που ίπτατο σα μεθυσμένη μέσα στη

βροχή

Αναλέγοντας τα μύρια ακατονόμαστα
Μην ημπορώντας το κεντρί να θυμηθεί

που το'χε αφήσει

Και αντίς γι' αυτό όλη τη νύχτα στέναζε
Γεννοβολώντας τη λογοτεχνία

Που διάβαζαν οι άνθρωποι

προσέχοντας να μην γλυστρήσουν

στα νερά


Friday, May 16, 2008

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ


Από το βουνό ακούγονταν συνεχείς
Εκρήξεις όλη την μέρα, ενώ στους

πρόποδές του

Είχαν κατακαθήσει οι απόβλητοι
Των πόλεων αμίλητοι σαν νεκρά

λάστιχα

και αναμένοντας

Μια εκ νέου κατανομή του απροβλέπτου
Προς όφελος της ιδικής των τύχης,

Ο δε περιστασιακός αρχηγός τους
'Ηταν τρελλός, από το στόμα του

βγαίναν πλαστικά μαχαίρια

Που έκοβαν τον ουρανό σε ίσες μερίδες
Ενώ οι υπόλοιποι διένεμαν το συσσίτιο

μεταξύ τους

Τα άγρια ζώα τους απέφευγαν, η αστυνομία
Δεν τολμούσε να τους πλησιάσει και ο ύπνος

Ήταν ακόμα πιο μακριά

απ'αυτούς,

Μονάχα

Ένας σκύλος που σέρνε ψόφια καλώδια
Τους πλησίαζε ειρηνικά μα με όχι ελπίδα

Ήταν εκεί από αιώνες

μόλις από χθες

Τα βλέμματα των ανθρώπων, του ζώου
και του ουρανού

δεν διεσταυρώνοντο ποτέ,

Θα συναντηθούμε κάποτε; ρωτήσαν ομού
Κάποια στιγμή και οι τρεις πλευρές χωρίς

να ακουσθεί ήχος λόγου

στον αέρα,

Θα συναντηθούμε;

Κανείς εκ των τριών ωστόσο δεν
Τολμούσε να απαντήσει μα ούτε

και σιωπούσε πλήρως

Oλοένα ανοιγοκλείνανε τα σπασμένα
Στόματά τους υπονοώντας τρομερές

φήμες και ενδεχόμενα

που τους έκαναν να αναρριγούν

σα ζωντανοί

Οι οποίες φήμες ποτέ δεν ερχόνταν
Στο φως ενός νέου κόσμου, δεκτού

απ' όλους

Ήταν φωταγωγημένοι σαν αίθουσες
Τόσο φωταγωγημένοι όσο ακριβώς

Χρειαζόταν για να εκδηλωθεί το
Άλλοθι του ποιήματος

όχι όμως και ο επείγων εγκλεισμός του

στην ανύποπτη ζωή


Sunday, March 30, 2008

LINGUANA (Το Αίμα του Κόσμου)


H Λινγκουάνα υπήρχε από πάντα­
Από τη πρώτη στιγμή που άρχισαν

να συμβαίνουν

οι λέξεις

Η τροπική της έκταση ήταν ένα
Μυστήριο ανομολόγητο στους

εκτοπισμένους

Εικάζεται πως τα βράδια όλη η
Περιοχή ανέδιδε σύμφωνα και

φωνήεντα και συλλαβές

και τα κατεβίβαζε

ως ανθρώπους

Οι εκτοπισμένοι είχαν πάντοτε
Αμφιβολία, αν επρόκειτο για

έργο θεού

ή

κατάρας

Και οι σχηματισθέντες από τις λέξεις
Παίρναν αμέσως θέση ανάμεσα στους

εκτοπισμένους

Σιγουρεύονταν πρώτα

για το αρτιμελές τους

Και μετείχαν της τροπικής βλάστησης
Της Λινγκουάνα, τουτέστιν, παίζαν

σε ορχήστρες

Έβαφαν τους τοίχους στους ουρανοξύστες
Κοιμίζαν τα μωρά στις παραλίες και ακόμη

μετέφραζαν Σαίξπηρ,

Ιαλνταμπαώθ, φώναζε ένας εκτοπισμένος
Στον θυρωρό που κοιμόταν καταμεσής

του πεδίου των γεννήσεων,

Ιαλνταμπαώθ,

Αύριο θα έλθει ο θάνατος, φρόντισε
Να συγυρίσεις εδώ μέσα, βάλε και

κανά πίνακα

στα δένδρα

να ομορφύνει λίγο η ζούγκλα,

Ο θυρωρός έκανε ότι τον άκουγε αλλά
Συνέχισε να κοιμάται με τα μάτια

ανοιχτά

Ήδη στράγγιζε τον κόσμο απ' τις λέξεις του­·
Η προοδευτική αφαίμαξη εκλήθη αιώνας

και

εξέλιξη

Οι δε εκτοπισμένοι έψαχναν να βρουν
Τα σπίτια τους και έβρισκαν μόνο τις

αναμνηστικές φωτογραφίες

των οικοδομών

σε χρόνο μέλλοντα,

Ιαλνταμπαώθ, συνέχισε να καλεί ο
Εκτοπισμένος, με καλέσαν γι' αύριο

σε πάρτυ,

Όμως απόψε θα κοιμηθώ γιατ' είμαι
Κουρασμένος, μπας και αντέξω το

αυριανό ξενύχτι,

Ωστόσο ο θυρωρός δεν σάλευε και πάλι
Σαν ατμώδης μούμια και με τα ίχνη

Μιας νοοτροπίας μη προβλέψιμης
Συνέχιζε να καταπίνει τον κόσμο

στον ήρεμο νοσταλγικό του ύπνο





Sunday, March 9, 2008

COBRA MUNDI


Στην τροπική έκταση της Λινγκουάνα
Λέγανε πως φύονταν αιμάτινα φυτά,

οι βλαστοί τους

ήταν

από σάρκα ανθρώπινη

Και τα πέταλά τους προσωμοίαζαν
Με χείλη, θα μπορούσε δε να πει

κάποιος

Πως ένα χαμόγελο σχηματίζετο
Κατά την απρόσκοπτη έγερσή τους

στον θανάσιμο ήλιο

της γης

Οι καρποί τους,- επρόκειτο μάλλον
Για σαρκώδεις λάμπες φθορίου

σβησμένες

Που κατά ένα παράξενο τρόπο
Έφεγγαν ακόμα, το φως δεν ήτανε

ορατό εξ αυτών

Υπέβαλαν ωστόσο

Την ανησυχητική ιδέα πως αν έλειπαν
Ολόκληρη η γη κι ο ουρανός

θα επέστρεφαν στο σκότος

Εκ των ριζών ανέρχετο μόνο αίμα
Η δε συνεχής τροφοδοσία αυτών

εξ απεριορίστων εγκάτων

της χθονός

Φάνταζε ό,τι πιο φυσικό την δεδομένη
Στιγμή·

Κάποιες φορές οι βλαστοί κοκκίνιζαν
Δείγμα ασφαλώς της συσσωρευμένης

υπεραιμίας

Και οι λάμπες φαίνονταν γι'αυτό
Πως σκοτείνιαζαν περισσότερο

Το τοπίο γύρω από τα φυτά ήταν
Βαθύ μπλε ηλεκτρικό απόγευμα

Δεν φαινόταν να εγείρεται ποτέ άλλο
Τμήμα της ημέρας, νύχτα ή πρωί

Κι από το βάθος της πιστής ζούγκλας
Οι ιθαγενείς κτυπούσανε τα τύμπανα

με το παλμό του θεού

Που αγωνιζότανε να βρει μιαν εικόνα του
Να διεκδικήσει τον χαμένο οφθαλμό του

Από τη σβησμένη λάμπα του φυτού
Να μάθει τη σημαίνει η λέξη ωσαννά

Να ξαναγεννηθεί με τρόπο τέτοιο
Έτσι ώστε να'ναι

σε περίοπτη θέση απών




Monday, February 18, 2008

Ο ΜΟΡΦΑΣΜΟΣ


Στο μέσον του θαλάμου εντοπιζόταν
Μονάχα το ημίφως και η σκιά του

ανθρώπου

Και το ημίφως φαινόταν να ανέρχεται
Σιγά σιγά προς την οροφή και από κει

Να κατέρχεται προς βυθούς μη ορατούς
Το δάπεδο δεν θα μπορούσε να τους

συγκρατήσει

μα μήτε και να τους αποκαλύψει

Η όλη κίνηση ήταν κίνηση προβολέως
Χωρίς πουθενά να υπάρχει ο προβολεύς

Και η ανισορροπία της οπτικής φάνταζε
Κάποια στιγμή σαν επέμβαση από τα έξω

Σαν κάποιο έξω από το χρόνο συνεργείο
Να ελάμβανε λήψεις εικόνας εκ του χώρου

Ο δε κυματιστός αναπαλμός και ψίθυρος
Του λιγοστού φωτός ήταν φανερό πως

επικεντρωνόταν

στο

Πρόσωπο που απορροφούσε τις λάμψεις
Εκβάλλοντάς τις ως συσπάσεις σκιώδεις

και προβολές

των μιμικών μυών

Κι η όλη αναδίπλωση του προσώπου
Κατά τη στιγμή του φωτισμού του

Παρέπεμπε σ' ανύποπτη θάλασσα καθώς
Γρήγορα εικονίζει το κατάρτι τεθλασμένο

προτού

Το πλοίο απομακρυνθεί και ξανά παραδώσει
Την επικράτεια στην μη έκφραση της φύσης

Ένας κόσμος ωμός χωρίς διαμεσολάβηση
Έκανε την εμφάνιση του, ένας κόσμος

Πιθανώς παράγωγο ενός παιχνιδίσματος
Με εξίσου πιθανή μια αυτοφυά υπόσταση

Κόσμος

Μιας στιγμιαίας έκφρασης σαν σκαλιστός
Από πολύ καιρό πριν σε βράχο σάρκινο

Και το θέμα η πλήρης ανέλκυση θα οράτο
Ασφαλώς σαν αποκάλυψη στο χείλος

κάθε όρασης

Ενόσω το δίλημμα αν το φως ήταν τελικώς
Που στον αργό χορό του σ' έκφραση συσπάτο

ή ο άνθρωπος


έμενε μετέωρο στην

προοπτική

αιώνων


Friday, February 1, 2008

ΕΛΙΚΟΔΡΟΜΙΟ


Σαν αρχαίος τύμβος σε τροπική ζούγκλα
H αποκάλυψη ενός νεκρού μεγαλείου

στο μυαλό του ανθρώπου

που θα'ρχοταν μια για πάντα

Ενώ οι φυλλωσιές και οι κορμοί των δένδρων
Κατέχεαν το μέγιστο φως των προβολέων

Προς την αυγή της ισχυράς συνείδησης
Ο συρμός των ημερών θα αδυνατούσε

να την διαπιστώσει

επαρκώς

ή και καθόλου

'Εγερση προπατορική σε υπνωτισμένα μάτια
Μνήμη επικίνδυνη με βαρείς κίονες στο αίμα

όλοι οι άλυτοι λογαριασμοί

ήταν εκεί

Σε μια ολοφώτιστη ακρόπολη στην σκιά
Των μεγάλων, των ανυποψίαστων αιώνων

Καθώς η έξαψη του τρεμάμενου ήχου
Από κινητήρες που βρίσκονταν έξω

από

το χρόνο

Ετοίμαζε την υστάτη κατάφαση μιας
Απόλυσης εν τω κόσμω στον ήχο ενός

τώρα

Με ένα διαιώνιο στίγμα φανερά να οδεύει
Στη λύση του και ένα ορατό πια καθεστώς

να ετοιμάζεται

να πραγματευθεί

τα ανθρώπινα

Όμως ετούτη η νέα βοή του κόσμου
Ήταν σοφά χτισμένη και μονωμένη

Από κάθε βήμα

της Ιστορίας

Και ήταν αδύνατον να εξακριβωθεί
Έστω και ένα θηρίο της ζούγκλας

κοντά σε αυτό το πεδίο

της ομιλίας

Λέγεται ακόμα πως

Οι άνθρωποι σε όλη την γη μιλούσαν
Ως τότε

ψιθυριστά




Monday, January 14, 2008

TOTEMICUS


Μα περάστε να σερβιριστείτε, είπε
Ο Τελετάρχης με τα άδεια μανίκια,

Δεν περιμένουμε κανέναν άλλον
Είμαστε απόντες όλοι εδώ, έτερος

Δεν πρόκειται να μην έλθει και κανείς
Να μην τον υποδεχθεί, και αμέσως

Έκανε νόημα να περάσουν στην σάλα
Οι μπουφέδες ήταν γκρεμισμένοι σαν

Σε βρυόφυτα που κάλυπταν ερειπωμένο
Κάστρο επί αιώνες, το πιάνο ήτανε σχεδόν

Στο γκρεμό από κάτω το χτυπούσαν με
Τις βέργες οι ελαιοσυλλέκτες και ακόμη

Τα παράθυρα οι μπαλκονόπορτες ήταν
Κλειστά στο κοινό για κάποιες ώρες

Ενώ στο σπίτι υπήρχε ένα οπωροπωλείο
Και ένας κινηματογράφος, ήταν ανοιχτό

Μόνο το πρώτο χωρίς τούτο να σημαίνει
Πως ο δεύτερος ήταν κλειστός, Τζέησον,

Είπε η μανάβισσα με τ' αστραφτερά δόντια
Και τους καπνούς να βγαίνουν απ'τα μάτια,

Δεν έχουμε μόνο μια ψυχή εγώ προσωπικά
Έχω τριάντα, και του τις παρουσίασε σαν

Σε ανεμόμυλο επάνω να μοιράζουν στους
Αγαθούς χωρικούς μαύρες τουλίπες του

όρκου,

Υπάρχει κάτι το πολύ κακό εδώ, Τζέησον,
Του εξηγούσε ενώ εκείνος κούρδιζε ξανά το

κλειδοκύμβαλο,

Αν δεν μπορείς ευθέως να το δεις για τούτο
Ευθύνομαι εγώ βεβαίως, η ζωή σου πια

Θα είν' ένα πανί λευκό στην άκρη του ματιού
Που θα το ζωγραφίζουνε οι ώρες και τα χρόνια

Ενώ από δίπλα σου θα υψώνονται τα νερά
Της νοσταλγίας καθαρά και πράσινα σαν

Εσταυρωμένο χαμόγελο του ντελλα Φραντσέσκα
Εσύ όμως Τζέησον θα είσαι ένα τοτέμ κοινωνικό

Κάποτε θα φαντάζεις στους ανθρώπους φάντασμα
Και άλλοτε μια προτομή που ψάχνει περίπτερο

στη νύχτα

Να πάει ν' αγοράσει τσιγάρα, Τζέησον τα πάντα
Ήταν από την αρχή ο τρόμος, εσύ ήσουν παιδί

Όταν σχηματίστηκαν τα πρώτα ράφια στην
Έπαυλη του θεού, δεν έβλεπες τίποτα, έκτοτε

Μαζεύτηκαν πολλά ακατονόμαστα βιβλία
Λένε όλα βέβαια το ίδιο πράγμα ακριβώς

ουκέτι

Και είναι τώρα δα αυτός ο χώρος, υπάρχουν
Από πάντοτε σχεδόν στο οπωροπωλείο μου

Οι καρποί του γέλωτος και οι καρποί του μίσους

Το δέντρο τους είναι κοινό μα τα άστρα τους
Είναι αλλού τα μεν κοιτάνε στο ύψωμα με τις

Σπασμένες ρόδες ποδηλάτου απ'όταν ήσουν
Παιδί και τα δε κοιτάνε στον πυροβολισμό

του αφέτη

Σε στάδιο όπου καταμεσής ομίχλης βρίσκονται
Μόνον ένας δρομέας και ένας θεατής κι άλλος

κανείς

Κι εσύ αύριο θα φορέσεις τα βατραχοπέδιλά σου
Και θα πας στο αμφιθέατρο να εξηγήσεις πώς

Ο Γκιλγκαμές σκότωσε τον Χουμπάμπα, Τζέησον,
Επειδή τον έκλεψε στο πόκερ για δέκα χιλιάδες

αυτοκρατορίες

Και οι άνθρωποι θα αγαπάνε πάντα τη ζωή
Με τόσο βλακώδη τρόπο και η ζωή βεβαίως

θα τους αγαπάει και αυτή

μα με αρρωστημένο τρόπο,

Τζέησον

Και κανείς δεν θα καπνίζει στο διάδρομο
Κανείς δεν θα σηκώσει τον πνιγμένο από

τα μάρμαρα

και

Σαν φωτιά στη πλώρη χτυπημένου πλοίου
Σαν εκθρονισμένο τριαντάφυλλο στο αίμα

Η ζωή

Άλλο κόσμο ποτέ ξανά δεν θα γεννήσει

Τζέησον


Friday, December 28, 2007

ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ


Φέρανε τα πτώματά τους στη πλατεία,
Εμπρός περπατήστε , τους είπαν, και

αυτοί

Σηκώθηκαν και άνοιγαν δρόμο ανάμεσα
Στα κογιότ και τα αιωρούμενα φεγγάρια

ένα είδος υπνοβάτες

Η εποχή ήταν καταραμένη, οι άνθρωποι
Μαζεύαν μαύρο νερό απ'τα πηγάδια

Τα δε πηγάδια είχανε γίνει πελώριοι πύργοι
Που ορθώνονταν στον ουρανό, κτίσματα

ερειπωμένα

Τα άγρια χορτάρια και τα νεκρά κλαδιά
Των δένδρων τα είχανε παραβιάσει

και εκ των στομίων αυτών μόνον

ακουγόταν πλέον

η ανθρώπινη ομιλία



Ενώ στο κέντρο της πλατείας το τοτέμ
Μιλούσε σαν ραδιόφωνο σε μεγάλη ένταση

Ο ήχος γινόταν ανυπόφορος κάποια στιγμή
Καθώς οι υπνοβάτες μαζεύαν τα σκουπίδια

των ανθρώπων

ένα ένα

Και τα τοποθετούσαν ευλαβικά στο κλίβανο
Απ' όπου τα εξέσυραν ως χρυσαφένιες μάσκες

Κανείς δεν εκδήλωσε πρόθεση

να τις φορέσει

Παρ'ολ'αυτά οι υπνοβάτες συνέχιζαν
Να τις μοιράζουν στους περαστικούς

Η συσσωρευμένη αναρχία του συνωστισμού
Στην πλατεία μετέτρεπε τα πάντα σε μια

διακριτή αδιακρισία

Καίτοι εδίδετο η εντύπωση μιας εναργούς
Προετοιμασίας προς πιθανή αναταραχή

Εν τούτοις ουδέν προέκυπτε πέραν των
Δεδηλωμένων ορίων της ομίχλης

Ο κόσμος ήταν μια σταθερή αναλλοίωτη
Μάζα θανάτου



Από τις οικίες και τα καταστήματα ερχόνταν
Οι πειστικοί ήχοι της καθημερινής συναλλαγής

Η κατάληψη ενός μεμονωμένου χώρου
Εκ της πραγματικότητας δεν επηρέαζε

σημαντικά

το σύνολο βίο

Η δε δυσαρμονία ανάμεσα στο τοτέμ
Και τους υπνοβάτες απο τη μια

Και τον ρυθμισμένο ανθρώπινο περίγυρο
Από την άλλη δεν ελογίσθη πολλώς ως

αντιπαλότητα

Και κάποτε

Ο ραδιοφωνικός ήχος του τοτέμ φαινόταν
Πως απευθύνετο στους περαστικούς

Δεν ήταν σίγουρο ωστόσο

Διόλου σαφές δεν ήταν
Μεσολαβούσανε στιγμές μεγάλης

αμηχανίας

Πριν επιστρέψουν ξανά τα πράγματα
Στην ουδέτερη απλωμένη ροή των

Ενώ το αδιάφορο βλέμμα του τοτέμ
Συνέχιζε να πέφτει πάνω τους

δεν τους άφησε ούτε στιγμή




Sunday, December 9, 2007

Η ΙΔΕΑ


Οι νύχτες στην κατασκήνωση ήταν ήσυχες
Τόσο που ακόμα και η κίνηση του χεριού

στον αέρα

Μπορούσε να ακουστεί, οι προσκεκλημένοι
Πέφταν για ύπνο νωρίς, όμως μέσα στις

σκηνές

Κανείς δεν βρισκόταν ο νυχτοφύλακας
Έμενε πάντα έκπληκτος καίτοι οι ήχοι

της κατάκλισης

Περιστασιακώς ακουγόνταν με σαφήνεια,
Κανείς δεν είναι εδώ κανείς, ανέφερε στον

αρχηγό

της αποστολής

Ο τελευταίος προβληματιζόταν σοβαρά
Εάν το ανορθόδοξο φαινόμενο συνεχιζόταν

Θα έκλεινε οπωσδήποτε την κατασκήνωση,
Μα πού τέλος πάντων είναι, ρώτησε τον

νυχτοφύλακα,

Ακούμε ανθρώπους να κοιμούνται ακούμε
Τους ήχους της απουσιάζουσας παρουσίας των

Είναι τρομώδες όμως που η οπτική τους
Αποσύρει από μια λογική ταυτόχρονη θέα

Το όλο θέμα σαφώς δεν εξηγείται, λες
Και κάποιος ουράνιος φαρσέρ επέλεξε

Μ'αυτόν τον τρόπο να μας πει κάτι μάλλον
Δυσοίωνο για τη ζωή την ίδια πιθανώς

Μπορεί κι ευοίωνο, ωστόσο ένα από τα δύο
Θα συμβαίνει, είτε αυτοί δεν υπάρχουν

Κατά τη διάρκεια του ύπνου τους είτε εμείς,
Συμπέρανε ο αρχηγός και άναψε τα φώτα,

είτε εμείς,

Μην ανάβετε ακόμα τα φώτα, επενέβη τότε
Ο νυχτοφύλακας, κλείστε τα παρακαλώ,

Όμως ο αρχηγός δεν τον εισάκουσε, το όλο
Πεδίο των σκηνών φάνταζε ακόμα πιο ελλιπές

Με την διαχέουσα ολόπλευρη λάμψη

επ'αυτού

Το δε σκάνδαλο των άδειων σκηνών δεν φάνηκε
Να κυμαίνεται σημαντικώς από την στυγνή

παρουσία

του

φωτός

Η όλη αφάνεια των κοιμωμένων οράτο
Μόνο μέσω της ενεργούς επιθυμίας

των επισταμένων

Και παγωμένα το σκυθρωπό φως
Ίδιο πάντα όπως στην πρωταρχή

των πραγμάτων όλων

το μέγα φως

Συνυπήρχε αμελητέα με το μέγα

σκάνδαλο

Τα δυο μυστήρια φαινόταν καθαρά
Πως το ένα το άλλο να ενοχλήσουν

πρόθεση δεν είχαν





Tuesday, November 27, 2007

Η ΗΡΕΜΗ ΣΥΝΤΕΛΕΙΑ


Ανοίγαν τα συρτάρια και βρίσκανε
Ψόφια πουλιά ο κόσμος είχε ήδη

Αρχίσει να χάνει τα χρώματά του
Ξεφτίζανε και πέφταν στα πρόσωπα

των ανθρώπων

Ώσπου κάποια στιγμή οι άνθρωποι γινόνταν
Πολύχρωμοι και το οπτικό πεδίο γύρω τους

Κατέρεε και καταντούσε ελεεινά ασπρόμαυρο,
Τι σημαίνει αυτό; ρωτήσαν οι παρευρισκόμενοι

Τον άνθρωπο των βροχών που έτρωγε τα νύχια του
Και γελούσε με δίχως ήχο από το στόμα του,

Και άηχα τους μίλησε τους εξηγούσε ότι τα
Πράγματα θα επέστρεφαν στη πρωταρχή τους,

Οι μνήμες θα αφανιζόνταν και όλες οι μορφές
Θα αποκαθηλώνονταν, θα φάνταζε σαν μια

αιφνίδια μετακόμιση

το όλο πράγμα,

έλεγε ο άνθρωπος των βροχών,

ενώ τα ψόφια πουλιά

είχαν ήδη σηκωθεί απ' τα συρτάρια

και πετούσαν,

Συνεπώς η απλοποίηση έχει αρχίσει, τους τόνισε,
Ενώ το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να

παράγουν φως

από την πλήρη κατάπτωση του κόσμου

να παράγετε φως, τους είπε,

Γύρισε και τους κοίταξε είχανε ήδη γίνει
Πολύχρωμα βιτρώ όλοι τους που σέρνονταν

Σαν πρωτοζωικές μορφές στον πλανήτη
Η τεράστια ακτινοβολία τους δεν εξέρχετο

από το ασταθές σώμα τους

Και ουδόλως επηρέαζε χρωματικά ή εκ φωτός
Την περιρρέουσα καταρροή του ορίζοντα

Κάποτε αυτά τα ζωντανά βιτρώ πέφταν
Και σπάγανε άηχα στο έδαφος

Τα εναπομείναντα κομμάτια μέναν εκεί

σιγηλά θραύσματα

μιας

Κατά τα άλλα έξυπνης απόπειρας διαφυγής
Που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί

ενώ τα ψόφια πουλιά πετούσαν ακόμη




Monday, November 19, 2007

ΕΠΙΣΚΕΥΗ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ


Τα φωτεινά κοιτάσματα του άγριου κόσμου
Σπάνια εντοπίζονταν από τους νεόκοπους

στην ύπαρξη

Το βαγόνι του τραίνου που τους μετέφερε
Περνούσε δίπλα από αρχαίες νύχτες

μεγαλειώδεις σε ομορφιά

Κρυμμένες πίσω από ένα λεπτό πέπλο ομιλίας
Οι πρωτοερχόμενοι δεν μπορούσαν να το

αποσύρουν

δια των λέξεων

Ήταν καταδικασμένοι μιλώντας να το κρύβουν
Αχνά και πού κατά το τρίξιμο των συρμών

υποψιάζονταν

το φως

Όμως το τραίνο βρισκόταν μακριά στον ορίζοντα
Και οι αλλόκοτοι ψίθυροι πίσω του­ αυξανόνταν

Θα φτάσει στο προορισμό του, λέγαν τα λόγια,
Δεν θα φτάσει, αντιλέγαν τα ίδια, και συνεχώς

Έλιωνε ο κόσμος και γινόταν χάρτης ανάγλυφος
Τον έπαιρνε στα χέρια του ο άνθρωπος του γραφείου

Και μελετούσε τις διαδρομές

Το χτύπημα στην πόρτα ποτέ δεν το άκουγε
Το τηλέφωνο ποτέ δεν το σήκωνε

Όμως στα όνειρα του κατόρθωνε ο νεκρός μάγος
Να τον επισκέπτεται, Τζόναθαν, του έλεγε καθώς

Του έδειχνε τα κτερίσματα της λέξεως θλίψη,
Ο χάρτης που διαβάζεις δεν είναι σωστός

Τα λέει όλα λάθος, πρώτον είναι ανάγλυφος
Και όχι χάρτινος και δεύτερον όταν φυσάει

Τα φύλλα των δέντρων του δεν κουνιούνται
Είναι όλα λάθος, Τζόναθαν, επαναλάμβανε

Ο νεκρός μάγος, ενώ το φως του αναμμένου
Λαμπτήρα στο κομοδίνο είχε ήδη γίνει

στην ονειρική επικράτεια

Ένας ακλόνητος αδιάψευστος ήλιος




***************************************************************
Με το παρόν άρχεται και μια νέα ποιητική ενότητα που φέρeι τον τίτλο "Τοτέμ".