skip to main |
skip to sidebar
Η πτώση ήταν ακαριαία και άμεση
Όλοι οι καλεσμένοι βρέθηκαν σε μια
στιγμή άχρονη
Στη μισοκτισμένη Βίλλα Αφροδίτη·
Η ανέγερσή της συνεχιζόταν καθ'όλη
τη διάρκεια της Ιστορίας
ανθρώπινης και μη·
Πέσαμε τόσο ξαφνικά, μονολογούσε
Η Σελήνη, που δεν προλάβαμε καν
να νοιώσουμε τον ίλιγγο
Πτώση δεν καταλάβαμε ποτέ, μόνον
Το βάδισμα επί εδάφους επιπέδου
Ναι, έτσι,
Φτάσαμε μεν αλλά τούτο δεν φάνηκε ποτέ
Χωρίς καμμία μαρτυρία ήλθαμε εδώ κάτω
από τόσο μεγάλη απόσταση
όσο ακριβώς απέχει το ένα μάτι από το άλλο
ή
όσο απέχει η ψυχή από το σώμα·
Ο Ενδυμίων άκουγε προσεχτικά
Και προβληματιζόταν σοβαρά
Ότι είχε ξυπνήσει βέβαια και είναι
Αλήθεια πως το στοχαστικό των λόγων
της αιώνιας ερωμένης του
Ουδόλως παρεμβλήθη στην πρόθεσή του
Να την καβαλήσει εκείνη τη στιγμή
από πίσω
Η Σελήνη σκύβοντας πρόθυμα τον δέχθηκε
Καταπαύοντας την ιώδη σκέψη της
λίγο πριν
Απωλεσθεί πληρέστατα στις δίνες και τους
Ενιαυτούς μίας μακρηγορούσης ηδονής
Η Βίλλα άρχισε να τρεμοπαίζει στην όραση
Μέχρι που έγινε ο πλανητικός ήλιος
σε αιώνιο μεσημέρι εκτός ιστορίας
στρείδι χρυσέης θαλάσσης
σε καταρροή αναστενάγματος
Η μεγαλοπρεπής οικία ευρίσκετο σχεδόν
Στο τέλος του χρόνου· εκ δεξιών σύρονταν
οι αιώνες σε δοξαστική ακολουθία
και εξ ευωνύμων η ελκυστική άβυσσός των
Ενώ στο κήπο οι καλεσμένοι περιφέρονταν
Υπνωτισμένοι ανάμεσα στις προτομές
του Αδάμ και της Εύας
Σαφώς ακουγόταν ο ήχος του αίματος ως
Ήχος ερπύστριας και βαρειές τροχαλίες
μετέφεραν
το ένοικο πνεύμα ολούθε
Ο Ενδυμίων και η Σελήνη είχαν άγρια αρπαχτεί
Και κάναν έρωτα ενώπιον των καλεσμένων
όμως αυτοί δεν φάνηκαν να εκπλήσσονται
Βάλθηκαν ν' αποκαθιστούν στη σωστή σειρά
Τους αιώνες, είναι προφανές, έλεγαν,
ότι λείπουν μερικοί
Ωστόσο αυτό δεν μας αποθαρρύνει, τονίζαν,
Είναι ευχής έργον ότι μπορούμε και ελέγχουμε
την δημιουργία σχεδόν πλήρη
εξ υψίστων και εξ απορρήτου,
Ο Ενδυμίων διεισέδυε ωστόσο όλο και πιο
Βαθειά στη Σελήνη ενώ από πάνω τους
απαύστως κινείτο η μονόφθαλμη τροχαλία
με εκκωφαντικό θόρυβο
Σύροντας το ληγμένο αίμα του κόσμου
Έξω απ'τη Βίλλα Αφροδίτη
Και κανείς δεν μπορούσε ν'ακούσει κάτι
Να'ρχεται απ'έξω - ποτέ δεν ακούστηκε
Πού και πού οι μακρινοί ήχοι
τρελλών σκυλιών
Μόνον
Όταν πηδιόταν η Σελήνη με τον Ενδυμίωνα
Τα φώτα στη Βίλλα Αφροδίτη ήταν ανοιχτά
όλα εξ άλλου ήταν ανοιχτά
κι οι πόρτες και τα παράθυρα
εξ ίσου
Κι η Βίλλα φάνταζε νήσος σε ένα ωκεανό
Χωρίς θάλασσα δική του - ότι το κτίσμα ήταν
η θάλασσα
κι οι εραστές εντός
Και στον ορίζοντα τα φώτα των μακρινών πόλεων
Τρέμανε σαν έννοια και κάποτε φλογίζονταν
έξαφνα
Σε πυρκαγιά λέξης και τινάσσονταν άνω ταχέως
Το γεγονός αυτό οράτο με ευκρίνεια
από τους εραστές
και χύναν άγρια ο ένας στο στόμα του άλλου,
Το σπέρμα μου είναι η λέξη μου, πιστοποιούσε
Ο Ενδυμίων καθώς γέμιζε το στόμα της Σελήνης
με καυτή σώψυχη φούγκα λευκοτάτη,
Και σίγουρα εκ του στόματος της γυναικός
Καταλήγει στην φυλασσόμενη σελήνη
του στομάχου
Απ'εκεί θα πάει στο αίμα της και στο μυαλό της
Ωσάν λευκή δύναμη σκοταδιού μη εγνωσμένου
στο καιρό του
λέγω
Ότι η παύση του φωτός φώτισε τους αιώνες
Και η κατασίγαση του Λόγου ομιλείται πλέον
με λέξεις
ασφαλώς
Είναι τούτο μια απόδειξη ισχυροτάτη πως
Κάθε πράγμα το που φαίνεται στο κόσμο
Αυτό το ίδιο είναι η έλλειψή του, φερ'ειπείν,
Βλέπω εμπρός μου αυτόν τον πίνακα του
Μποτιτσέλλι
Σημαίνει ότι βλέπω το αποτύπωμα της απουσίας του
Και τα λουλούδια αυτά στη γλάστρα λίγο πιο κει
είναι οι ανεμώνες του μηδενός σε σχηματισμό
ανεμώνης
Ότι άγρια τα χέρια που έγδυσαν τον ουρανό
Και τον παρέδωσαν λυκόφως μες στο νου
να συσσωρεύεται σε αίμα κι ιστορία
να οργίζεται
να καταλήγει
Είμαστε οι εγειρόμενοι κάθε στιγμή που
Προκύπτει μια Αιωνιότητα έτοιμη
να γίνει χρόνος
Και είμαστε οι εκπεσμένοι με τα κόκκινα μάτια
Που καίγονται από όραση λέξεως από όραση
έλξεως
Την μάστιγα τούτη ας τη χειριζόμαστε καλώς
Έως ότου διανύσουμε το εν δευτερόλεπτον
του κόσμου
στην αργή του κίνηση
Είμαστε τόσο υπαρκτικά αργοί
Όσο και η λέξη που ομιλείται από στόμα
ανθρώπου
και βαρειά πέφτει στο έδαφος
και ποιείται πράγμα τι,
Η Σελήνη τον άκουγε ωσάν έναστρη λαμπάς
Τεταμένου σύμπαντος σε ωορρηξία
κι έχοντας τη λευκή φωτιά του στο στόμα της
πήγαινε και βόγγαγε
μες στο δικό του στόμα
Ο άνθρωπος που αδειάστηκε στη πισίνα
Νεκρός, δήλωσε πως τον λέγαν Έσπερο
Κυμάτιζε στο νερό ενώ ανήσυχος κοιτούσε
το ρολόι του,
θα βάλω το ξυπνητήρι,
Είπε, να με ειδοποιήσει όταν είναι να
Ξαναγεννηθώ - ως τότε ας κοιμηθώ,
Οι καλεσμένοι στη Βίλλα Αφροδίτη είχαν
μαζευτεί από πάνω του και τον κοιτούσαν,
να ένας νεκρός, έλεγαν,
Καίτοι η ζωή βιαίως απεσύρθη εξ αυτού
Κάθε άλλο όμως παρά βιαιότητα διακρίνουμε
στην αιώρηση του πτώματος
εντός των υδάτων
Κι ακόμα το πτώμα μιλάει και συμπεριφέρεται
Ωσεί ζωντανός άνθρωπος - τούτο μας φαίνεται
παράδοξο μέγα
Αν υποθέσουμε πως ο νεκρός δεν κατανοεί
Ότι νεκρός ήδη είναι τότε τίποτε
δεν μας εγγυάται
Πως κι η ζωή εδώ είναι ζωή ή δείχνει
Τέτοια κι ως εκ τούτου ελκυστική
επειδή εμείς δεν κατανοούμε ακόμη
το γεγονός του βαρέως θανάτου
που σύραμε εδώ κάτω
Σίγουρα μια τέτοια εκδοχή είναι τρομώδης
Και δύσκολα μπορούμε να τηνε πιστοποιήσουμε
ή να την διαψεύσουμε
Είναι καλύτερο μάλλον να προχωρούμε
Και αν τύχει και καταλάβουμε πως είμαστε
οι νεκροί
μηδείς γινωσκέτω μηδείς
του μαύρου θαύματος
Μήποτε ας γνωρίσει η δεξιά μας
Τι σκέπτεται η αριστερά μας
Ίσως έτσι ξεγελάσουμε το νου κι ο δολοφόνος
Που όλα δείχνουν πως ήταν εμείς οι ίδιοι
προς τον εαυτό μας
να μην αποκαλυφθεί
Θα στείλουμε τη σκοτία να κυριαρχεί
Θα καθυποτάξουμε το φως της ημέρας
για τους σκοπούς αυτής της πρωτόγνωρης
νύχτας
Κατηγορηματικώς αρνούμενοι οιαδήποτε
Σχέση μας με το έγκλημα - δεν είμαστε εμείς
θα λέμε ρητώς και με πάθος
εμείς απλά ήλθαμε εδώ
στη Βίλλα Αφροδίτη
Εμείς χτίζουμε τις γέφυρες και τις πόλεις
Προς άγνωστο πέρας ευχόμενοι πέρας μην έχει
Είμαστε γι'αυτό η κατάρα που ευλογεί τη γη
Με στροφορμές ονείρων και πεποιθήσεων
Τούτος ο βασιλικός τροχός
θα είναι το πηδάλιο της γαίας
κι εμείς θα τον χειριζόμαστε
Αδύνατον πλέον να επιστρέψουμε πίσω
Χωρίς να μην αιτεί η νέα πραγματικότητα
τα υπέρλαμπρα ελεεινά της δίκια
Αδύνατον να ξαναγίνουμε θεοί εθελουσίως
Αν πρώτα δεν εκπληρωθεί τούτη η σαρξ
σώμα ξένο σε νόηση ξένη και εμείς
Είμαστε οι ξένοι που φέρουν την επιθυμία
Της εντοπιότητας - αίμα και φως χυτό
Είμαστε όχι κάπου ούτε παντού
Απλά φαινόμαστε
Το γεγονός αυτό κι οι απροσδιόριστες συνέπειες
Που επιφέρει ας είναι πάντοτε
η κομψή ασταθής σταθερότητά μας
Το πλέον δύσχρηστο βάρος που τόσο εύκολα
Λυγίζει στην αιφνίδια ανάταση της στιγμής
στην παρόρμηση του μέρους
να γίνει μέρος έτι περισσότερο
Η πλάνη ας γίνει ο θεουργός μας φάρος
Τα δε θύματα αυτής οι τιμώμενοι μάρτυρές της
Είμαστε το αλόγιστο το ακατονόμαστο
με χάρη παιδική