skip to main |
skip to sidebar
Φτάνει Αγαμέμνων, ως εδώ, είπε
Το κοινό από κάτω και φαινόταν
όντως
Ότι δεν εννοούσε καθόλου αυτό
Που έλεγε, ποιος νομίζεις ότι είσαι
τέλος
πάντων;
Έφτασε μάλιστα η έπαρσή σου ως
Και σ'αυτό, να δυσανασχετείς ακόμη
και με
τον τίτλο
του βασιλέως,
Έλεγαν και προσπαθούσαν βιαστικά
Να εκνευριστούν, ωστόσο η φωνή
τους
έβγαινε μάλλον
άτονα,
Λες και βρίσκονται τέτοιοι τίτλοι
Κάθε μέρα στο δρόμο, μα τίποτε
δεν καταλαβαίνεις
πια,
Τόσο πολύ σε έχει συνεπάρει η
Αλαζονεία της μη εξουσίας ώστε
δεν
νοιάζεσαι
ακόμη
Και επίσημα το στέμμα πλέον να μην
Αφήσεις και να μην το παραδώσεις
σε κάποιον
από
μας,
Όχι ακριβώς, τους απάντησε, και
Φαινόταν καθαρά πως μόλις είχε
ξυπνήσει,
Απλά δεν βρίσκω και τόσο νόημα
Να βασιλεύω στις τριτοκοσμικές
Μυκήνες,
Τη στιγμή που δεν γνωρίζουμε αν
Υπάρχει κάποιος βασιλεύς σε αυτό
Το άγριο στερέωμα που συγκρατεί
Ολόκληρο τον κόσμο σ' έναν κύκλο
Βαρετό, απώλειας και ανακατάληψης
Σε λήθαργο αιώνων που συνηθίσαμε
Πια να τον λογίζουμε ως κάτι φυσικό·
Πώς πώς, τον αντέκρουαν, έχουμε
τους
θεούς
Γι'αυτό το λόγο, αυτοί είναι εξ όσων
Γνωρίζουμε οι βασιλείς που εννοείς,
Ναι, δεν λέω, τους διέκοψε μαλακά,
Αλλά μου φαίνεται πως είναι κάπως
παρωχημένοι
Και ο μονοθεϊσμός, απ'όσο κοιτάω
Τώρα στο ημερολόγιο, αργεί ακόμη
να εμφανιστεί
στο κόσμο
Χωρίς να είναι βέβαιο ότι κι αυτός
Θα δώσει λύση οριστική στο θέμα,
Μα ανησυχίες που σε πιάνουν και
Σένα Αγαμέμνων, του είπαν με
Πιθανή πρόθεση επίπληξης, ορίστε
Κάτσε να περιμένεις τότε να 'ρθει
Κάποιος ουράνιος βασιλέας στο
Κόσμο και σνόμπαρε τον τίτλο σου
κι εμάς,
Και σηκωθήκαν να φύγουν εμφανώς
Πειραγμένοι αν όχι ευχαριστημένοι,
Καθήστε πού πάτε, φεύγετε κιόλας;
Τους είπε τότε εκείνος, ενώ είχε ήδη
αρχίσει
να αποχωρεί
το μίνι συμβολικό πλήθος
Από την απόμακρη εκείνη ερημιά
Όπου και συγκεντρώθηκε για την
εθνική εορτή
των Μυκηνών,
Ναι, φεύγουμε, τι να κάνουμε εδώ,
Δεν συμμετέχουμε πια σ' αυτή την
φάρσα
του δήλωσαν
αποφασισμένοι,
Μα είναι εορτή, δεν μπορείτε να
Φύγετε έτσι, καθήστε λίγο ακόμη,
Τους πρότεινε τότε ο βασιλεύς
Όσο το δυνατόν πιο αδιάφορα
Και ευελπιστώντας ότι πράγματι
Θα φύγουν, δεν μας θέλεις πια,
Αγαμέμνων,
δεν μας θέλεις,
Μάλλον αποτύχαμε ως υπήκοοί σου
Και εσύ φαντάζεσαι άλλα βασίλεια
τρέχα γύρευε
τι προδιαγραφών,
Μην το λέτε αυτό, τους απάντησε
Ο Αγαμέμνων πιθανώς με κάποια
συμπόνοια,
Αξίζει να μην κάνουμε όλοι μαζί
Μια προσπάθεια ακόμη, και τον
κοιτούσαν
περίεργα,
Αξίζει, λέγω, να μην προσπαθήσουμε
Για άλλη μια φορά, και οι άνθρωποι
πιστέψαν τότε
Πως ο Αγαμέμνων είτε δεν ήξερε τι
Έλεγε είτε τους έθετε σε επιφυλακή
μπροστά σε κάποια
από τις αλληγορίες
της ρέμβης του,
Ωστόσο τον έβλεπαν καθαρά που
Ετοιμαζόταν να παίξει μια παρτίδα
σκάκι
Και διστακτικά με τα μέτωπά τους
Χαμηλωμένα. φοβούμενοι μήπως
Εν τέλει έκαναν κάποια γκάφα,
Πλησιάζαν και παρακολουθούσαν
Όμως αυτός προτιμούσε να σιωπά
Και να μετακινεί τους πεσσούς από
εδώ
και από
εκεί
Αντίπαλο δεν είχε, έπαιζε για δύο
Ανθρώπους κάνοντας τις κινήσεις
του μεν
και του δε,
Όμως κανείς από τους δύο δεν είμαι
Εγώ, τους είπε τότε κάπως προκλητικά,
Όσο τους έβλεπε να απορούν και με
Τα μάτια τους να έχουν επιστρέψει
σχεδόν
στην παιδική ηλικία,
Θα καθήσουμε να δούμε, Αγαμέμνων,
Του είπαν τότε, με κάποια όχι και τόσο
μεγάλη προθυμία
ωστόσο υπαρκτή
Ωσάν παιδιά που μαζευτήκαν σε αυλή
Σχολείου όπου μόλις είχε σημάνει το
κουδούνι
την λήξη
των μαθημάτων,
Θα καθήσουμε να δούμε,
Και ουδείς σηκώθηκε από τη θέση του
Μέχρι που'φτασε η νύχτα, και τ' αραιά
ψιθυρίσματα
και
τα γελάκια από εδώ και απ' εκεί
Συνεπλέκοντο ομαλότατα με τις αμήχανες
Και εξακριβωτικές γοές λίγων αδέσποτων
λύκων
που δεν τολμούσαν
ωστόσο
να πλησιάσουν κοντύτερα
***************************************************************************
Με αυτό το ποίημα ολοκληρώνεται η ποιητική ενότητα "Αγαμέμνων". Ευχαριστώ όλους τους φίλους για το ενδιαφέρον τους επί της ενότητας και ιδιαίτερα την Dianathenes για την ξεχωριστή προτίμηση που έδειξε σε αυτήν.
Ε πώς, είπε τότε ο Αγαμέμνων στη
Συγκεντρωμένη ομήγυρη στο παλάτι
που ήταν
ένα
Έγκαταλελειμμένο βαγόνι τραίνου
Στην παραλία, δίπλα ο κόσμος έκανε
μπάνιο
μην προσέχοντας
την παρουσία του
Η δε ομήγυρις ήταν καθισμένη γύρω
Από μια τράπεζα που φάνταζε αιώνια
Με τα πόδια της να έχουν βυθιστεί
Στο δάπεδο καθώς βρισκόταν εκεί
από
πάντοτε
Από την αρχή του χρόνου και του
Κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, μα πώς,
είπε ξανά ο Αγαμέμνων,
κάποιος λόγος θα
Υπάρχει που είμαστε όλοι εδώ
Παρόντες στη γιορτή χωρίς να
Ξέρουμε ακριβώς τι εορτάζουμε,
Χωρίς ακόμα να μπορούμε να
γνωρίζουμε
Αν είμαστε τυφλοί ή μονόχειρες
Άρρωστοι ή υγιείς, κι αν τελικώς
Είμαστε άνθρωποι εκ γενετής ή
Εξ επικτησίας, μέγιστο ερώτημα,
Μα το κυριώτερο, δεν καταλήξαμε
Ακόμη αν αυτό το αφημένο σύμπαν
Τρέφει καλά αισθήματα για μας ή
Μας επιβουλεύεται ατέγκτως με
σπάνιο
στοχασμό
και αιχμηρή σπουδή,
Αγαμέμνων,
Του είπε τότε η ομήγυρις, προφανώς
Δεν έχουμε γνώση των προθέσεων
αυτού
του
κόσμου,
Ωστόσο, έχουμε ασαφή γνώση πως
Τα πάντα τελούν εν αναμονή, λέγαν,
Και γέμιζαν τα ποτήρια τους με θυμό,
Η κτίσις όλη εν μακρά τελεί αναμονή,
Κι εμείς,
είναι αλήθεια,
σε ταχύθυμη επιμονή αναμονής,
Τι ακριβώς περιμένουμε; τους ρώτησε
Τότε ο Αγαμέμνων, δεν ξέρουμε, του
είπαν,
Ξέρουμε μόνο πως κάτι θα γίνει, το τι
Και πώς εισέτι άγνωστα, απάντησαν,
Και για μια στιγμή φάνηκε πως το
Βαγόνι κουνήθηκε σημαντικώς,
Επιβεβαιώθηκε ωστόσο σύντομα ότι
Επρόκειτο για μια τυχαία κίνηση εκ
των
παρευρισκομένων
καθόλου σκόπιμη,
Όμως το μόνο σκόπιμο που έχουμε από
Την πάσα του κόσμου ιστορία είναι πως
η κτίσις όλη
αρνείται
να μην αναμένει κάτι,
Υπενθύμιζαν ξανά διακριτικά, ενώ ο
Βασιλεύς καλούσε προσωπικά έναν
προς
έναν
όλους τους
Να κάνουν και μια πρόποση επί των
Ποθουμένων τους, δεν εγειρόταν
κανείς
ωστόσο,
Δεν τολμούμε να επιθυμήσουμε κάτι
Βασιλεύ, του είπαν τότε σκυθρωποί,
Ότι αυτός ο κόσμος είναι σύντομος
Και η κατοχή του επιθυμητού η πλέον
επισφαλής
αποβαίνει
σε χρόνο ελάχιστο,
Ώσπου να τ'αποκτήσουμε, υπεστήριξαν,
Έχουμε χάσει ήδη τη ζωή μας, κι ωσπού
Να τ'απωλέσουμε έχουμε ήδη ζήσει προ
Πολλού χωρίς να το 'χουμε ωστόσο καν,
Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε, τους διέκοψε
Ο Αγαμέμνων, θέλετε να πείτε πως ματαίως
επιθυμούμε
και ματαιώτερα ακόμη
ανησυχούμε επ'αυτού;
Απλά, βασιλεύ, νοιώθουμε πως πλέον δεν
Χρωστάμε σε θεό και σε δημιουργία μα
Και σε σένα τίποτα, καθόλου βέβαια στη
Ζωή, σου λέμε το εξής απλό χωρίς αυτό
Εκ μέρους μας ως στάση να εκλάβεις και
Παρεξηγήσεις, ότι η βασιλεία σου μάλλον
αδιάφορη
μας είναι,
σου λέμε λοιπόν,
Πως αν τα πάντα δωρεάν δεν επιδίδονταιΣε τούτη τη ζωή, αυτό είναι παράνομο
Και αν χρειάζεται έστω και κόπος ελάχιστος
Για την απόκτηση τινός εκ των πραγμάτων,
αυτό
είναι
δις παράνομο,
Kάθε ζωή που δωρεάν δεν ζει ακόμα
Eίναι μια φάρσα, κατέληξαν ενώ το
Βαγόνι ήδη σειόταν, άγνωστο από τις
Άσκοπες μετακινήσεις ποιών εντός του,
είναι μια φάρσα,
ξαναψέλλισαν,
Είστε τρελλοί, τους είπε τότε ο Αγαμέμνων,
Θα διατάξω να σας συλλάβουν, και σήκωσε
το τηλέφωνο,
Γιατί βασιλεύ, απόρησαν τότε οι καλεσμένοι,
Να μας συλλάβεις ποιος ο λόγος, ωραία εδώ
περνάμε,
του είπαν
Και τον κοιτάξαν αποφασιστικά και τόνισαν
Αργά και χαμηλόφωνα σαν σπήλαιο που
ροχάλιζε
μία προς μία τις λέξεις τους,
ωραία περνάμε εδώ,
Ο βασιλεύς αφοπλίστηκε προς στιγμήν,
Αλήθεια; το εννοείτε αυτό που λέτε;
τους ρώτησε,
Ναι, Αγαμέμνων, του είπαν αυτοί,
ωραία περνάμε εδώ
ωραία περνάμε από εδώ
Αγαμέμνων, σε παρακολουθώ
Από ώρα που πηγαίνεις από το
ένα σημείο
στο άλλο
Δίχως σταματημό,
Του είπε ξαφνικά η Κλυταιμνήστρα
Ενώ συγύριζε με την ηλεκτρική
σκούπα
το ανάκτορο
Που ήταν χωμένο σε μια παλιά
Πολυκατοικία στην άκρη της
λεωφόρου
Ο καταχθόνιος ήχος της συσκευής
Ωστόσο δεν επέτρεπε ακόμα στο
μήνυμά της
να ηχήσει
όπως θα 'πρεπε
Και οι σμπαραλιασμένες από το
Μέγα βουητό επιδράσεις των
λέξεων
Ουδόλως παρενέβησαν στην
Προαποφασισμένη πορεία του
βασιλέως
Κατά μήκος του μεγάλου διαδρόμου
Με κατευθύνση επαναληπτική από
το μπάνιο
προς
την κρεβατοκάμαρα
και αντιστρόφως
Η Κλυταιμνήστρα σταμάτησε τη
Σκούπα και επανέλαβε τα λόγια της
καθαρά
και ανεμπόδιστα
αυτή τη φορά
Όμως ο Αγαμέμνων φάνηκε και πάλι
Να μην ακούει, επιτάχυνε δε το βήμα
με το βλέμμα του
να κοιτάζει περιστροφικώς
τους τοίχους,
Αναρωτιέμαι,
Είπε εν τέλει στον εαυτό του και μόνο,
Αν ο διάδρομος αυτός καίτοι επιρρέει
Σε χώρους ορισμένους ένθεν κακείθεν
Μπορεί να απολήγει κάπου στο νου μου,
για τούτο
σίγουρος
δεν
είμαι
Θαρρώ έτσι κι αλλιώς πως κάθε τι στο
Κόσμο σε ένα διάδρομο θα λάμψει ή
θα χαροπαλέψει
Αλήθεια είναι αυτό και όχι ψέμματα
Και έχω την εντύπωση ακόμα πως
αυτό το κάθε τι
γεννιέται
πάντα καθ'οδόν
Και ουδαμώς εν στάσει, συνεπώς
Η φύση του κόσμου μάλλον είναι
αποδημητική
και απορρέουσα
από το ένα βήμα
στο άλλο
Από τη μια πρόφαση κινήσεως
Στην άλλη και από την μηδεμιά
απόφαση
στη μηδέ άλλη,
Είπε και στάθηκε αμέσως εκεί
Που βρισκόταν μην ξέροντας
πλέον
Ποιο μέρος του διαδρόμου ήταν
Το πρόσθιο και ποιο συνιστούσε
οπισθοχώρηση,
Όχι δεν γνωρίζω, είπε, και αν η
Φύση του κόσμου είναι αμφίδρομη
τότε
Ο κόσμος από μόνος του δεν είναι
Πάρα ένα κερί αναμμένο κι απ' τις
δυο πλευρές
που σιγοφλέγεται
στα έγκατα
Αυτής της παραπαίουσας θλίψης
Της πάντοτε κινουμένης σε μυαλό
ακίνητο
Μα και ο χρόνος είναι ένας διάδρομος
Χωρίς ορατές απολήξεις και από τις
δυο πλευρές του,
συμπλήρωσε,
Περπατάμε συνεχώς σε αυτό το μήκος
Δίχως ποτέ να ξέρουμε ακριβώς αν
πεθαίνουμε
στο παρελθόν
ή στο μέλλον,
'Ενας άνθρωπος που πεθαίνει, πεθαίνει
Με το βλέμμα μπροστά ή πίσω του;
Δεν είναι σαφές, κατέληξε ο Αγαμέμνων
Ενώ δήλωσε αμέσως ότι ο διάδρομος δεν
υπάρχει,
Δεν υπάρχει, είπε, προφανώς βιώνουμε
Μια στένωση στην όρασή μας και μόνο,
Δεν υπάρχει, είπε ξανά με ελεγχόμενη
Μετριοπαθή εξαλλοσύνη κοιτάζοντας
ολόγυρα
μην και δεν τον
άκουγε κανείς
Ενώ δεν τον άκουγε ουδείς άλλος από
Την Κλυταιμνήστρα η οποία δεν τον
άκουγε
ούτε αυτή,
Και ήδη φαινόταν σα ν'αγωνιζόταν
Να βγει από κει, σπρώχνοντας τους
τοίχους
με όχι μεγάλη δύναμη
στην αρχή
Καταλήγοντας κάποια στιγμή ωστόσο
Να τους χτυπάει δυνατότερα και με
όρεξη
Ενώ οι γείτονες από το
διπλανό διαμέρισμα
Ζητούσαν συγγνώμη για τη πιθανή
Φασαρία τους που παρ'όλ'αυτά δεν
αντιλαμβάνονταν
ποια ήταν ακριβώς,
Δεν υπάρχει, τους απάντησε οριστικά
Ο Αγαμέμνων συνεχίζοντας όμως να
πηγαινοέρχεται
με αποφασιστική μοιρολατρεία
στο διάδρομο
Ενώ η Κλυταιμνήστρα με ωμό ίλιγγο
Και με επιδεικτικά μισόκλειστα μάτια
Πατούσε ξανά σταθερά
Το κουμπί της σκούπας
Το βραχνό
και απαιτητικό
βογγητό της
Ελευθερώνοντας από τον σωλήνα
Στην οικουμένη
Γι' άλλη μια φορά
Αν ανταλλάξουμε δυο πράγματα
Πλήρως διαφορετικά μεταξύ τους,
και χωρίς κανένα λόγο χρηστικό,
έλεγε ο θεός Ερμής
στον Αγαμέμνονα,
'Οπως ας πούμε ένα θυροτηλέφωνο
Με ένα λεξικό, τότε προφανώς το
κέρδος
για τη κάθε πλευρά
είναι σκοτεινό,
Είπε ο θεός και αίφνης κοίταζε
Τα σταματημένα οχήματα στο
σηματοδότη,
Θέλεις να πεις δηλαδή, του είπε
Τότε ο Αγαμέμνων, πως η συνάφεια
των πραγμάτων
είναι από μόνη της
μια κερδοφόρος επιχείρηση;
-αυτό θέλεις να πεις;
Και άρχισε κι αυτός να κοιτάει το
Σηματοδότη πoυ' δειχνε μονίμως
κόκκινο,
Ναι ακριβώς, του είπε ο Ερμής,και ίσως
Θα μπορούσαμε να καταστρέψουμε
Κάθε ισχύουσα θλίψη αν αρχίζαμε
Και αποσυντονίζαμε τις ανταλλαγές
Με κάτι τέτοιο, ακόμα και το φως
Δεν θα μπορούσε να σταθεί στα
πόδια του
και θα παραπατούσε
Μέσα στην αρχέγονη συντέλειά του
Συμπλήρωσε ο Ερμής και έκανε
νόημα
Να φύγει ο ήλιος από μπροστά του,
Σκέψου μόνο, είπε στον βαριεστημένο
Αγαμέμνονα,
Πως αυτά τα οχήματα που βλέπεις
Να περιμένουνε να ξεκινήσουνε
ξανά
Δεν θα είχανε καμμια προοπτική
Ισονομίας αν δεν ήταν ο σηματοδότης
να τα αναδιανέμει
στους δρόμους,
Και εκείνη τη στιγμή ο ήλιος έφυγε από
Μπροστά του όπως τον διέταξε, κατά
συνέπεια μεγίστη,
συνέχισε ο θεός,
Αν είναι η ανταλλαγή ένας σιωπηλός
Σηματοδότης στα ανθρώπινα τότε
τα σήματα
από μη συναφείς ανταλλαγές
θα προκαλούσαν
Πανικό και ανασκευή κάθε συσσωρευμένης
Πίστης του ανθρώπου προς τ' ανθρώπινα
όπως επίσης
και μία
ξεκαρδιστικά άνομη ισονομία
Ίσως τότε να'τανε πραγματικό το κέρδος
Και όχι μόνιμη ζημία για τις καλλιέργειες
του νου
στο χρόνο,
Κατέληξε ο Ερμής και με κάποια λυπημένη
Προσδοκία πρόσεξε ότι ο σηματοδότης
για πολλή ώρα
δεν μετεβίβαζε το κόκκινο σήμα
σε πράσινο
Τα οχήματα ήταν σταματημένα εκεί
Η προοπτική αποκόλλησής των από
τη διάβαση
Φαινόταν περισσότερο σκοτεινή από
Ποτέ
Ο δε Αγαμέμνων ανέμενε μ' ελπίδα να
Ξεκινήσουν πάλι για να μπει σε ένα
ταξί
που εκείνη τη στιγμή ακόμα
δεν έβλεπε

Είμαστε όλοι ερωτευμένοι με τη
Ζωή, Αγαμέμνων, έλεγε ο μέσος
Μυκηναίος
μπροστά στον βασιλιά του
Που βαριόταν εκείνη τη στιγμή
Θανάσιμα· τούτο βέβαια της
προσοχής σου
δεν θα 'χει διαφύγει,
Συνέχισε
Ο εξομολογούμενος άνθρωπος που
Κοιτούσε τον συνομιλητή του με
πλάγιο
καχύποπτο
βλέμμα,
Εσύ όμως Αγαμέμνων φαντάζεις σα να
Είσαι ερωτευμένος όχι με τη ζωή αλλά
με κάτι
Πέραν αυτής χωρίς να είναι ο θάνατος
Ωστόσο· σ'ελκύει το απαλό θρόισμα
του πέπλου
πάνω στη πραγματικότητα
Αν είσαι εικονοκλάστης, Αγαμέμνων,
Τότε κακώς είσαι βασιλιάς μου και
με διοικείς
Λάβε υπ'όψιν σοβαρώς ότι σκοπεύω
Να σε ανατρέψω και άλλον άρχοντα
στη θέση σου
να εγκαταστήσω
-ελπίζω ότι με καταλαβαίνεις,
Οι δυο άντρες στέκονταν όρθιοι στο
Περίπτερο ενός λούνα παρκ, πετούσαν
κρίκους
στα μπουκάλια,
Προσπαθώ
Να κερδίσω εκείνο το Chateau Margaux
Που βλέπεις, είπε ο Αγαμέμνων ενώ η
προσοχή του
ήταν τεταμένη
σαν χορδή σε τόξο οπλίτου,
Όμως, παπαί, δεν γίνεται, οι κρίκοι
Επιπίπτουν παραπλεύρως και ο
ο οίνος
διαφεύγει εισέτι
της αρπαγής,
Γιατί μου τα λες αυτά Αγαμέμνων;
Ρώτησε ο άλλος δοκιμάζοντας
ανεπιτυχώς
να σκοπεύσει την ίδια
μποτίλια,
Βλέπω πως κι εσύ δεν έχεις καλύτερη
Τύχη, είπε τότε ο Ατρείδης, είναι
Πιθανώς η μποτίλια αυτή το όριό μας
Μεταξύ ημών και του κόσμου,
Άρα ματαίως επιζητείς την βασιλεία,
Ματαίως, επανέλαβε ο Αγαμέμνων,
Δες εμένα, του είπε, καίτοι βασιλεύς
Δεν δύναμαι ωστόσο να βασιλεύσω
σε μια επικράτεια
μεγαλύτερη της σκέψεώς μου
Τα πάντα γύρω μου αλλάζουνε με
Εμμένουσα βλακεία, όμως δεν
βλέπω
λόγο
Να αναδιανέμομαι και να χορηγούμαι
Στη πραγματικότητα με ρυθμό μίας
φωσφοριζούσης
αλυσίδας
αλλαγών,
Λέγω αθώε υπήκοε τελικά, κάτι το
Τόσο απλό: προσπαθώ να γίνω η
μποτίλια
του Chateau Margaux
Επί της οποίας κρίκος στην αλυσίδα
Των γεγονότων δεν στρέφεται ποτέ
Και αυτήν ουδόλως εμπλέκει·
Ο Μυκηναίος τον κοιτούσε παράξενα·
Και οι δυο κάποια στιγμή άρχισαν
να κοιτάζουν
ο ένας τον άλλον
μην αρθρώνοντας λέξη
Μονάχα μια απορία στα νοήματα
Που κάναν με τα χέρια και με τα
μάτια γελαστά
για να συνεννοηθούν
όσον αφορά
Το ποιος θα σκοπεύσει ξανά πρώτος
Την μποτίλια
Αγαμέμνων, έλεγε η Κλυταιμνήστρα,
Δεν είσαι ποτέ στην ώρα σου μα
ποτέ,
Ορίστε οι καλεσμένοι σε περιμέναν,
Ήλθαν, φάγαν, ήπιαν, φύγαν, ζήσαν
και πεθάναν,
Δεν προλάβαν καν να σου ευχηθούν
Για την ονομαστική σου εορτή, μα
τι άνθρωπος είσαι συ
τέλος πάντων;
Η βασίλισσα είχε πράγματι αγανακτήσει
Δίπλα οι πυρσοί που κρατούσαν το
φως ανοιχτό
στο παλάτι
είχαν γείρει από την πολυκαιρία
Ενώ το ψυγείο αχοβολούσε κύματα
Αρκτικού ψύχους από την μισάνοιχτη
πόρτα του,
Δεν είμαι ποτέ στην ώρα μου, σκέφθηκε
Ο Αγαμέμνων, σάμπως να έχεις δίκιο
της είπε,
Ωστόσο κι η ζωή στην ώρα της ποτέ
Δεν είναι, ερευνάται κατά πόσο ο
περίφημος
ωρολογιακός
μηχανισμός της
Είναι ακριβής ή έστω προσεγγίζων την
Φθήνεια αν όχι την ακρίβεια, ή μάλλον
θα έλεγα αυτό:
Τα γεγονότα είναι της ώρας πάντοτε
Ωστόσο είναι οι άνθρωποι προσώρας
Ανέκαθεν· δεν μπορούμε να αιτούμε
Αξιώσεις ακινησίας από ένα κόσμο
ασταθή
Μα ούτε και εύσημα κινητικότητας
Από ένα κόσμο εξ ίσου παγιωμένο,
Λέγω εν τέλει Κλυταιμνήστρα, πως
Η Σκύλλα και η Χάρυβδη είναι μύθος·
Τα που στη πραγματικότητα υπάρχουν
Κι εκτελούν το ρόλο τους εξίσου άψογα
Είναι η στιγμή και η διάρκεια, δύο
Τα κρατούμενα, είπε ο Αγαμέμνων
και το μάτι του κατάστραψε,
εκ των οποίων όλοι οι άλλοι
υπόλοιποι κρατούμενοι,
Δύο τα κατακρατούμενα, επανέλαβε
Φωνάζοντας σα τρελλός ενώ ολοένα
Η Κλυταιμνήστρα άνοιγε πιο δυνατά
Την τηλεόραση καλύπτοντας την
φωνή του,
όλοι οι άλλοι κρατούμενοι, ξανάπε
πιο χαμηλόφωνα,
Καθώς ο ίδιος φρόντιζε να κλείσει
Την πόρτα του ψυγείου όσο πιο
καλά μπορούσε
που
Παρ'όλ' αυτά έχασκε μισάνοιχτη

Αγαμέμνων, τον ρώτησε άξαφνα
Ο νεκροθάφτης, ο κόσμος είναι
εν μέρει
ή
εξ ολοκλήρου;
Διατυπώνω το ερώτημα τούτο
Γιατί θαρρώ πως σε αυτό
εγκλείονται
οι συμφορές
και οι ευτυχίες μας,
Είπε και αμέσως άρχισε να ετοιμάζει
Το φέρετρο της ημέρας, πρόσεξε,
Αγαμέμνων,
αναθάρρησε ο λόγος του ξαφνικά,
Ειτε οι νεκροί βλέπουν το όλο είτε
Όχι, είναι ωστόσο μέσα σε αυτό
αναντιρρήτως
Συνεπώς η ζωή είναι μια τοπική
Εκδήλωση, ο επαρχιωτισμός του
ουρανού
λέγω,
Ό,τι έχει το προνόμιο της εμφάνισης
Έχει ταυτόχρονα και την παρενέργεια
του θανάτου
Και ό,τι έχει το προνόμιο της ομιλίας
Σύρει ως κατάρα απάνω του τη
φθορά
Τα πράγματα είναι πάντα ενεστώτα
Με μια αλήθεια ωστόσο μάλλον
πτητική,-
Και τότε ποιος ο λόγος που τελικά
Εμφανιζόμαστε και δεν αποσύρθηκαμε
εξαρχής
απ'τη ζωή;
Γιατί δεν φύγαμε πριν καν έλθουμε εδώ;
Ρώτησε μάλλον αδιάφορα ο Αγαμέμνων
Ενώ ήταν προφανές πως ήθελε να φύγει
κοιτούσε το ρολόι του συνέχεια,
Φύγε Αγαμέμνων, του απάντησε ξαφνικά
Ο νεκροθάφτης, φύγε, μην σε κρατάω
περισσότερο,
Και φαινόταν σα να έντυνε με μια μυστήρια
Απόχρωση την προτροπή του, φύγε, του
έλεγε,
Αλλά εκεί ο Αγαμέμνων, δεν μπορούσε
Να καταλάβει αν βαριόταν να σηκωθεί
να φύγει
ή ήταν κάτι άλλο
Δεν το κουνούσε ρούπι από τη θέση του
Δεν τολμούσε καν να μιλήσει
.jpg)
Έχω την αίσθηση, έλεγε ο Αγαμέμνων
Στον μπροστινό του συνεπιβάτη, πως
είμαι νεκρός
μην γυρίσεις απότομα να με δεις,
συμπλήρωσε,
Γιατί το λες αυτό Αγαμέμνων, είπε
Ο άλλος, έχεις την εντύπωση μήπως
Πως οι νεκροί μιλάνε,
όπως εσύ τώρα δα
Ή ακόμη ότι ταξιδεύουν με τραίνο
Από προορισμό σε προορισμό
Όπως και αυτό το κάνεις, μην και
Το κύριο γνώρισμα των νεκρών
Όπως αναμφίβολα έχουμε πλέον
Πειστεί, δεν είναι η ακινησία εν
Αντιθέσει με την κίνηση των ζώντων;
Τι νομίζεις δηλαδή; προς τι λοιπόν
το αναπάντεχο
των λόγων σου;
Δεν είμαι σίγουρος, του είπε ο Αγαμέμνων,
Εξ άλλου, μόλις ανέφερες τα ουσιώδη
γνωρίσματα
της ζωής
αλλά όχι των ζωντανών,
Θέλεις τελικώς να πεις πως άλλο η ζωή
Και άλλο οι ζωντανοί; τον ρώτησε ο άλλος
Ενώ το τραίνο φρέναρε πολύ απότομα
Εκείνη τη στιγμή αποσπώντας και τους
δυο
Από τις θέσεις τους και σύροντάς τους
Σε ελαφρό τροχάδην με τα χέρια τους
Να κρατούν ισορροπία με συγκρατημένες
Απλωτές σαν σε ορθοστατική κολύμβηση,
Ναι ακριβώς αυτό θέλω να πω, του είπε
Με τρεμάμενη από τους κραδασμούς
του πατώματος
φωνή
ο Αγαμέμνων,
Να, ας σου το πω αλλιώς, συνέχισε ο
Ατρείδης, αν η ζωή είναι το τραίνο τότε
εμείς
Είμαστε οι αμφισβητούμενοι νεκροί ή
Ζωντανοί, δεν μου κάνει καθόλου καλή
εντύπωση
Το γεγονός ότι ακολουθούμε πιστά τις
Απότομες μεταπτώσεις και τις ξαφνικές
αναπροσαρμογές
του οχήματος
μαζί με όλον τον συρμό του
Κι εκεί ο βασιλεύς των Μυκηνών σταμάτησε
Το ακούσιο τροχάδην του υφαρπάζοντας
σφιχτά
μια τυχούσα χειρολαβή,
Αν τόσο εύκολα και με αντίσταση δίχως
Αντανακλούμε τόσο ευθέως και έστω με
δικό μας τρόπο
τα φρεναρίσματα και τις
επιταχύνσεις
Τότε είμαστε μάλλον νεκροί, κατέληξε ο
Αγαμέμνων, τίποτε δεν μας εγγυάται
περί του αληθούς
της ζωής μας
Ζωή καλείται συνήθως, να το πω έτσι
Μασώντας καλώς τα λόγια μου για να
τα χωνέψω εγώ ο ίδιος
ακόμα καλύτερα,
Ζωή λοιπόν καλείται ο βράχος στην
Ανταριασμένη φουσκοθαλασσιά, όχι
τα παρασυρόμενα φύκια
θα'λεγα,
Ο συνεπιβάτης του ωστόσο πιθανώς
Δεν τον άκουγε, συνέχιζε τη τρελλή
πορεία του
στο διάδρομο του τραίνου,
Αγαμέμνων, μια χειρολαβή ψάχνω κι εγώ,
Πρόλαβε και του είπε με το χέρι του να
ψαύει τον αέρα
προς τα πάνω,
Μια χειρολαβή


Αγαμέμνων, δεν είμαστε σίγουροι
Τελικώς αν η γη γυρίζει γύρω από
τον ήλιο
ή το αντίθετο,
Λέγανε σε μια στιγμή συνειδητοποίησης
Της τραγικής θέσης των ως παρατηρητές
οι Μυκηναίοι
Ενώ ο Αγαμέμνων ήταν απορροφημένος
Από μια παρτίδα σκάκι, ο αντίπαλός του
ήταν
Μυστηριώδης, τυλιγμένος με γάζες
Ως απάνω απάνω - παρέσχε μάλλον
Το θέαμα μιας αιγυπτιακής μούμιας ή
Την όψη ανθρώπου συγκαταλεγομένου
στους ζωντανούς,
Και λέγουμε τούτο Αγαμέμνων, συνέχισαν
Οι Μυκηναίοι, επειδή κατά τα φαινόμενα
Ο ήλιος γυρίζει γύρω από τη γη κατά δε
Την μέτρηση το αντίθετο, ωστόσο είμαστε
Αποφασισμένοι πλέον να μην θέσουμε
Την αλήθεια πάνω από το φαινόμενο
Η δε τοποθέτησή μας είναι στοχαστική
Και δεν εκκινείται από σκοπιμότητες
άλλες,
Κατέληξαν και περίμεναν την απάντηση·
Ο Αγαμέμνων βρισκόταν εκ πρώτης όψεως
σε δύσκολη θέση
Η σικελική του άμυνα ήταν τρωτή και
Έχανε ήδη ένα πιόνι χωρίς σημαντικό
στρατηγικό αντάλλαγμα,
Σας βρίσκεται μήπως ένα πιόνι; ρώτησε
Αίφνης τους παρευρισκομένους, ό,τι
να'ναι
έστω και μπρελόκ από κλειδιά,
Ναι, βεβαίως μισό λεπτάκι, του το δώσαν
Και το τοποθέτησε στην θέση του
εκλιπόντος στρατιώτου,
Βλέπετε, απευθύνθηκε στους Μυκηναίους,
Η διαφορά είναι ουτιδανή, καίτοι η
μορφική ακαταλληλότης
είναι μεγάλη
εν τούτοις
Η λειτουργικότης του κομματιού είναι
Ισόποση και αληθής, μπορεί να κινείται
και να
εξουδετερώνει
τα εχθρικά κομμάτια
Ωστόσο δεν είναι ένα πιόνι, κατέληξε
Ο βασιλεύς πατώντας το χρονόμετρο
Για ν' αρχίσει να σκέφτεται την κίνησή του
Ο φασκιωμένος αντίπαλός του που όλη
αυτή την ώρα
τον κοιτούσε ακίνητος
κατευθείαν στα μάτια,
Θέλει να πει η εξοχότης σας ότι η ουσία
Μόνο είναι λειτουργική και όχι το
φαινόμενό της;
απαντώντας έτσι εμμέσως και σε μας;
Τι ακριβώς θέλει να πει ο βασιλεύς;
Εξηγηθείτε παρακαλώ! εγέρθησαν
οι Μυκηναίοι
και παρεκινούσαν αλλήλους
σε standing ovation
Για ν'ανταποκριθεί ταχύτερα ο βασιλεύς
Στην εναγώνια απορία τους, εξηγηθείτε
Αγαμέμνων!
Μα εκείνος είχε ήδη αποσύρει το βλέμμα
Απ' αυτούς, κοιτούσε με ευχάριστη περιέργεια
τον άνθρωπο με τις γάζες
που ετοιμαζόταν με το ίππο του
να πάρει το μπρελόκ απ'τα κλειδιά

Πώς πώς, είμαστε ανοιχτά όλο
Το εικοσιτετράωρο, εξήγησε η
Κλυταιμνήστρα,
Καθώς υποδεχόταν τους συγγενείς
Των αγνοουμένων του Τρωικού Πολέμου
στα ανάκτορα των Μυκηνών,
περάστε μέσα,
Οι συγγενείς είχαν συγκεντρωθεί
'Ηδη στη σάλα και κοιτούσαν τους
αναγεννησιακούς
πίνακες
Που κρέμονταν απ'το ταβάνι σαν
Μεγαλιθικές αράχνες του έαρος
ή σαν
εξωλογικές οθόνες του χρόνου
Κοιτούσαν ακόμη
Και τις κόκα κόλες που ήταν
Χύμα στο πάτωμα καθώς και
τα γεμάτα τασάκια από τσιγάρα
όπως επίσης
Και τα αραδιασμένα φανταχτερά
Βινύλια που σχηματίζαν πολεμίστρες,
Μην νομίσετε, κι εγώ αγνοούμαι, είπε
Στους συγγενείς των αγνοουμένων
ο Αγαμέμνων που ήταν ήδη
στη πόρτα
Επιστρέφοντας από τη λαϊκή με μήλα
Και αχλάδια, αγνοούμαι, εδώ δεν
βρίσκονται
Παρά η μορφή και οι συνήθειές μου
Όχι όμως εγώ, συμπλήρωσε και
έκλεισε τη πόρτα πίσω του,
Τι θέλει ακριβώς να πει η εξοχότης σας;
Του αντέτειναν οι άλλοι, θεωρείτε πως η
ουσία σας
λανθάνει κατά τι ή πλήρως
των τρεχουσών παραστάσεων;
Μήπως η σιβυλλική σας δήλωση, βασιλεύ,
Συνιστά μια αλληγορία την οποια εμείς
οι ασυνήθιστοι θνητοί
δεν εννοούμε;
τι ακριβώς;
Ο Αγαμέμνων ωστόσο δεν τους άκουγε
Θυμήθηκε αίφνης πως είχε ξεχάσει να
πληρώσει
το λογαριασμό του ρεύματος
και το κυριώτερο
Δεν μπορούσε να θυμηθεί που είχε βάλει
Τα σπίρτα του
Μια φωτιά παρακαλώ,
είπε στους παρισταμένους
με παγωμένο χαμόγελο,
Μια φωτιά


Αγαμέμνων, μας μένει τελικά αυτή
Η εκτίμηση, του είπανε οι Μυκηναίοι
Καθώς διαιτήτευε έναν αγώνα ice hockey,
Θεωρούμε πως δεν βρίσκουμε κάποιο
ιδιαίτερο
νόημα
Από την μελέτη της Ιστορίας οσαύτως
Ενώ φημολογείται δε ότι το περιβόητο
πρόταγμα
Πως εξ αυτής μαθαίνουμε για να μην
Επαναλάβουμε, δεν είναι τίποτ' άλλο
από
αμηχανία,
Λέγαν, και αφού έκαναν διάλειμμα
Για να πάνε να δουλέψουν, ξαναπήγαν
στο γήπεδο
και συνέχισαν,
Μπορεί η Ιστορία να έχει τη λογική της
Όμως οι άνθρωποι δεν είναι ακριβώς οι
φορείς
του μέλλοντος
Θα λέγαμε μάλιστα ούτε του παρελθόντος
Αλλά μάλλον ενός βρασμού υπεραιωνίου
Που ανά πάσα στιγμή απειλεί να τραπεί
Σε πραγματικότητα, Αγαμέμνων μας ακούς;
του φώναξαν
Ενώ εκείνος προσπαθούσε να χωρίσει δύο
Παίκτες που είχαν έλθει στα χέρια, τελικώς
τους επέβαλε ποινή,
Και ποιο είναι αυτό λοιπόν; τους ρώτησε
Ενώ έκανε νόημα για την επανεκκίνηση
του αγώνα,
ποιο ακριβώς;
Ήρεμα ο σύνολος όγκος των θεατών τότε
Σηκώθηκε απ'τη θέση του και του απάντησε
μουρμουριστά
σαν σε ήδη σπαταλημένη ψαλμωδία,
Το ότι ζούμε δεν σημαίνει ότι υπάρχουμε
Το ότι είμαστε ορατοί δεν σημαίνει ότι
μπορούμε
Να είμαστε πραγματικοί και πάν' απ'όλα
Το ότι πεθαίνουμε δεν σημαίνει ότι κάποτε
εν αντιθέσει
δεν είμασταν νεκροί
Προσποιούμαστε τους ζωντανούς μάλλον
Άτσαλα λικνίζοντας παντού γεγονότα
θερμά
Εξ αυτών των γεγονότων ποριζόμαστε
Την άσπιλη δικαιολογία για ύπαρξη,
Και η Ιστορία πού μπλέκει με όλα αυτά;
Ρώτησε αδιάφορα ο Αγαμέμνων ενώ
Απέφευγε κάτω από τα πόδια του το puck,
Οι συγκεντρωμένοι δεν απεκρίθησαν
Τον κοιτούσαν με ύφος σα να του λέγανε
πως είχαν ήδη απαντήσει
Ενώ
Παρέμεναν εν τη εγέρσει ως συσσωμάτωμα
Διακεκριμένου όχλου σε άτυπο συλλογικό
στοχασμό,
Ο Αγαμέμνων πιθανώς δεν πρόλαβε να τους δει
Στην πλήρη περιθωριοποιημένη δόξα τους στις
κερκίδες
Ήταν
Απασχολημένος ξανά με τους ίδιους παίκτες
Που είχαν έλθει πάλι στα χέρια
ανυπομονώντας


.jpg)

Οι Μυκηναίοι εκείνο το πρωινό
Ήταν μάλλον υψίτρομοι, δεν
φαινόταν
ο κόσμος
Κατά πάσα πιθανότητα επρόκειτο
Για μια πανίσχυρη μεταίσθηση
αγνώστου δράστη
με ακόμα πιο άγνωστο σκοπό
Μπορεί βεβαίως και να είχε αποσυρθεί
Για λίγο ο κόσμος ιδία πρωτοβουλία
και πάλι άγνωστο γιατί
Σημασία έχει πάντως ότι δεν
φαινόταν,
Αγαμέμνων, λέγαν όλοι στο βασιλέα
Που έπαιζε εκείνη τη στιγμή πρέφα
στο καφενείο,
Τίποτα δεν βλέπουμε, αυτό κι αν είναι
Αλήθεια εξωφρενικό, φαντάζει σαν
Κάποιος να αφαίρεσε τόσο αιφνίδια
Κάθε αίσθηση που λάβαμε έως τώρα
Εκ της περιρρεούσης απ'την παιδική μας
Ηλικία πραγματικότητας και ακόμα τα
όρια των κινήσεών μας
δεν
είναι ορατά
Αν θέλουμε να μην πατήσουμε από λάθος
Κάποιον διπλανό μας, είπαν απνευστί
Και προσέμεναν κάποια απάντηση
Από τον βασιλέα που τους κοιτούσε
μάλλον περίεργα
Ο οποίος τελικά σηκώθηκε
απ' τη θέση του,
Δεν βλέπω καμμία διαφορά, είπε,
Ενώ ήταν προφανές πως δεν έβλεπε
και ο ίδιος
τον κόσμο,
Καμμία σας λέω, αλήθεια, ο κόσμος
Είναι όλος εκεί, και σκόνταπτε συνεχώς
Στα τραπέζια κάνοντας χώρο για να βγει
Έξω, συγκρούστηκε στην έξοδο και με
Κάποιον που έμπαινε εκείνη τη στιγμή
Σωριάστηκαν κι οι δύο κάτω ενώ κατά
τον συμπαρασυρμό τους
Κατεκρήμνισαν και διάφορα υαλικά
Από το ομιχλώδες πλέον καφενείο,
Άπαντες οι συγκεντρωθέντες ήχοι
Εκ της τυχαιότητας και των κρούσεων
Όπως επίσης και των καταπτώσεων
Προξενούσαν διάφορα σχόλια από
τους θαμώνες
Άλλοτε κοροϊδευτικά και άλλοτε θυμικά
Ο Αγαμέμνων ωστόσο επέμενε πως τίποτε
δεν
είχε αλλάξει,
Θεωρώ
Το θέμα ως εκ του μη όντος, πρόσθεσε,
Και φάνηκε ότι κυριολεκτούσε στο
μη ον
Ενώ γλιστρούσε καταπίπτοντας ξανά,
Καμμία διαφορά, υπερτόνισε, καμμία,
Παραδόξως οι υπόλοιποι άρχισαν να
Γίνονται δεκτικοί στην πρότασή του
Αν και τυφλοί διεκπεραίωσαν θαυμάσια
Τις καθημερινές δουλειές τους,
Αν και επιλήσμονες προσποιούντο εξαίρετα
Τους αμνήμονες, αν και μη υπάρχοντες
μπορούσαν κατά κάποιο τρόπο
να υπάρχουν
Όχι πάντως ευθέως


Το άχαρο φαινόμενο της αποκριάς
Παρετηρείτο συχνά στις Μυκήνες
κάθε χρόνο
Συχνότερα πάντως απ'ό,τι
Ο κομήτης του Χάλλεϋ
Κατά τις ημέρες αυτές λέγανε
Πως εορτάζανε εν πλήρη ευθυμία
Προσεκτικά φορούσανε τις μάσκες
Προσεκτικότερα ωστόσο επανέρχονταν
στις δουλειές τους,
Τούτο το ρόπαλο το πλαστικό, απεφάνθη
Ο κατά πάσα πιθανότητα νηφάλιος πάντα
Αγαμέμνων,
Καθώς οι σερπαντίνες και ο άφθονος
Χαρτοπόλεμος δεν είναι σίγουρο αν
ένα φως στις μέρες έφεραν
σκότος περισσότερο σίγουρα
Φημολογείται δε πως έπεσε συρμός
Ισχυρός στους πολιορκημένους
και τους αποδεκάτισε
Όπως και να'χει τα πράγματα μάλλον
Ποτέ δεν ήταν καλά με αυτήν την
επιχείρηση
Απόδειξη γι'αυτό είναι το δίχως άλλο
Ο επίμονα άδειος ήχος του ροπάλου
ο κροτών επί τας κεφαλάς
των ανθρώπων,
Έλεγε ο Αγαμέμνων συμπεραίνοντας
Ψάχνοντας τα σπίρτα στο κρεμασμένο
μπουφάν του,
Παρηχεί ένα κλάξον θαυμαστότατα
Όμως εκ της διερχομένης ζωής
ουδείς ως τώρα παρεσύρθη,
Δήλωνε με μασουλιστά τα λόγια του
Καθώς στριφογύριζε το τσιγάρο
στα χείλη του,
Ουδείς παρεσύρθη,
επέμεινε,
Ούτε μισός
Μα αυτό που είναι πιο λυπηρό
Ούτε καν ολόκληρος

Δεν ξέρεις πόση τρέλλα κουβαλάω εγώ
Πάνω μου, συνήθιζαν να λένε οι αγαθοί
Μυκηναίοι
Ο ένας στον άλλον
Διεκδικούσαν δηλαδή με τον τρόπο τους
Και την λογική και τη τρέλλα, τους ήταν
εξίσου ελκυστικές
και οι δυο,
Ωστόσο ο Αγαμέμνων τις έβρισκε άσκοπες
Και τις δύο και ας ήταν απελπιστικά
άσκοπος ο ίδιος
πια
Τα χρόνια της Τροίας είχαν ήδη περάσει
Και δεν είναι αλήθεια ότι τα νοσταλγούσε
ακριβώς
Του φαίνονταν σαφώς αδιάφορα και αυτά
Με ένα μάλλον αμφίβολο ηρωικό παρελθόν
Και με ένα χαμηλών τόνων μέλλον
Φάνταζαν οι Μυκήνες
Σαν καρφί στο πουθενά πάσσαλος λυτός
Στην ερημία οι νύχτες τις εξοντώναν ήρεμα
και τα πρωινά ακόμη πιο ήρεμα
η όλη αργή απόσβεση
δεν ήταν ορατή,
Πρέπει να βάψω τα μαλλιά μου αύριο στο
Κομμωτήριο, είπε αίφνης η Κλυταιμνήστρα,
να τα βάψω ξανθά,
Το πρόσωπό της ήταν σαν σε κενό
Η φιγούρα της στην μεγαλύτερη
νύχτα του κόσμου
Κανείς δεν την άκουγε
Τα μαύρα μαλλιά της είχαν πλήρως
Απορροφηθεί απ'το σκοτάδι
Και το λαμπρό της πρόσωπο το
Μεγαλοπρεπές μάλλον δεν έφεγγε
Ακριβώς στο κενό αλλά σε μια όχι
Και τόσο καλή μίμησή του
Η προσδοκία για μια τόσο άδεια ζωή
Τέτοια που τελικώς θ' άξιζε κάποιος
να τη ζει
δεν ήταν προς το παρόν
του κόσμου τούτου
της δειλής λάμψης, της μισογεμάτης
Με μονίμως κάτι ακόμη να περιμένει
Απ' όπου δη
Για να μπορέσει επιτέλους
να μην υπάρξει
Ήταν πλέον η σειρά του Αγαμέμνονος
Να κινηθεί, τούτο δεν θα μπορούσε
να το αποφύγει
Η γη επιτελούσε τη τροχιά της, το νερό
Των ποταμών περιέρχετο κατά ροή
την άγρυπνη θάλασσα
και τις νυσταγμένες λίμνες
Οι Μυκηναίοι μόλις είχαν τελειώσει τη
Δουλειά τους και επέστρεφαν στη
δουλειά τους
Και δίπλα στη θέση του βασιλέως
Η Κλυταιμνήστρα μνημόνευε την
ματαιότητα
με όρους ανώφελης
σαγήνης,
Σειρά σου να παίξεις, ακούστηκε η
Φωνή πάνω απ'τη σκακιέρα, όμως
Δεν υπήρχε πια τετράγωνο διαθέσιμο
Για τον βασιλέα, η απώλεια ήταν σίγουρη
Προς οιαδήποτε κατεύθυνση και αν
Κινείτο, - θα περάσει η εξοχότης σας
μέσα;
Άκουσε τη φωνή του σωφέρ του που με
Το δεξί χέρι κρατούσε ανοιχτή τη πόρτα
Του χρυσέως άρματος με τα δυο μαύρα άλογα
Της σκακιέρας - περπάτησε λίγο στο κήπο και
παρατηρούσε
Πως οι μπαρόκ γωνίες του βαρέως φράκτου
Είχαν καταμειδιάσει σε λειψή ψιλοκουβέντα,
Πριν από λίγη ώρα είχε παραστεί σε
Δείπνο κορυφής και οι συνδαιτυμόνες
είχαν χαθεί
στις πρώτες κινήσεις
της παρτίδας,
Είναι η σειρά σου, ακούστηκε άλλη μια φορά
Η υπερπόντια φωνή επί της σκακιέρας που
καλούσε
Οι πύργοι, τα άλογα και οι στρατιώτες μα και
Όλος ο λαός των Μυκηνών που κάποτε την
τόση αίγλη
άνοιγαν εμπρός του
Τον είχαν πλέον περιφράξει,
Ο τρελλός υπασπιστής ήδη τον χλεύαζε
Από 'να μαύρο τετράγωνο, και ο ίδιος
βρισκόταν σε λευκό
και οπίσω του
η βαρειά σκιά του Παίκτη·
Και αργά αργά το χέρι θα κατέπιπτε επί του
Πεσσού και την μοιραία κίνηση θα έκανε
Ή θα υπέγραφε μία παράλογη παραίτηση
Θα εκθρονίζετο άγνωστο από τι σε τι
Μένοντας ωστόσο βασιλιάς στη θέση του
Με συντροφιά μονάχα την ανύποπτη
βασίλισσα
Κι οι δύο έκπτωτοι και στο τραπέζι αφημένοι
Με την σκακιέρα αδειανή από πεσσούς
Και αργά αργά
η ισοπαλία με τη μοίρα ακόμα
μια φορά δεν φαινόταν
Μήτε για τον Αγαμέμνονα
Μηδέ για τ'άδεια σπήλαια
των προσευχών
απαρχής του τρόμου και επιθυμίας
εγένετο ημέρα πρώτη και εσχάτη
στη μνήμη των θυμάτων της Ουγγρικής εξέγερσης του 1956 και της Άνοιξης της Πράγας του 1968
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Μυκηνών (ΚΚΜ)
Έκανε συνέδριο εκείνο το βράδυ, και στην
αίθουσα
Υπήρχαν μόνο δυο μικρόφωνα, ο εισηγητής
Και ο Αγαμέμνων καθισμένος στις θέσεις
των απρoσκλήτων,
Ουδείς άλλος εντοπιζόταν στις εργασίες
Ενώ το ένα μικρόφωνο κοιτούσε στη
δύση
και το άλλο
στο βορρά,
Μπορεί το σοσιαλιστικό μας όραμα
Να φάνηκε ότι κατέρρευσε με την
πτώση
του τείχους
της Τροίας,
Ξεκίνησε να λέει ο εισηγητής, ωστόσο
Ειλικρινά δεν βλέπουμε λόγο να το
διαλύσουμε
ας μείνουμε εδώ
Ίσως για κάποιες δεύτερες δουλειές
Όπως ας πούμε, η έκδοση των απάντων
του Ποσειδώνος,
Πάντοτε ονειρεύτηκαμε τις λαοθάλασσες
Μα όταν λίγο απείχαμε από το να τις
κάνουμε δικές μας
δυστυχώς
τις αφαλατώναμε,
Και ποιο το όφελος από μια τέτοια
Ελαφρά συνύπαρξη με την Ιστορία,
Πετάχτηκε τότε ξαφνικά ο Αγαμέμνων
Καλά προετοιμασμένος για το ρόλο
Του Αγαμέμνονος,
Αγαμέμνων, σκουλίκι, προβοκάτορα, χαφιέ,
Του αντιπρότεινε ο εισηγητής με χαρά,
Εσύ ηγήθηκες αυτής της ξεδιάντροπης
Ξεινοκίνητης ιμπεριαλιστικής κατοχής
στη Τροία
Και τώρα τάχα μου σε πήρε ο πόνος
Για την λαμπρή κατάντιά μας που
αν μη τι άλλο
Έχει κάτι από κάποια χρηστική αξία
Για να συνεχίζει να υπάρχει η δόξα
της βασιλείας σου,
Είπε ο εισηγητής και το πρόσωπό του
Φωτίστηκε από λάγνα έξαψη, και ξαφνικά
διέκοψε τον εαυτό του,
αλήθεια
Αγαμέμνων,
Τι ώρα είναι; ρώτησε αναπάντεχα
Όμως εκείνος δεν είχε ρολόι πάνω του.
Ιδέα δεν έχω, του απάντησε, ούτε εγώ,
Συνηγόρησε και ο εισηγητής, και δεν
βλέπω
πουθενά την ώρα εδώ,
Ένα ρολόι τοίχου τουλάχιστον
Θα μπορούσε να υπάρχει,
Συνέχισε χαμογελώντας άθλια,
Ενώ ο Αγαμέμνων τον κοιτούσε
Έντονα
Ο άνθρωπος των μικροφώνων
Τον κοιτούσε και αυτός
Ο καθένας προσπαθούσε να μαντέψει
Την χρονική ποσότητα της στιγμής
από τη ποιότητα του αχρόνου κενού
του άλλου
Η στιγμή ήταν περίπου η κατάλληλη
περίπου η αναμενόμενη
Κι ενώ πλήθος στο κτίριο δεν υπήρχε
Τα χειροκροτήματα ακουγόνταν
Σαν από διπλανή αίθουσα

Οι εποχές αλλάζανε γρήγορα
Οι Μυκήνες εκσυγχρονίζονταν
Και οι Μυκηναίοι θεωρούσανε
Ωσάν απίστευτες κατακτήσεις
Κάτι μάλλον αστείες εφευρέσεις
Όπως ας πούμε ο έναστρος ουρανός
Ο Αγαμέμνων βαριόταν αφόρητα
Βολόδερνε σαν τη δίκαιη κατάρα
Από καφέ σε καφέ και από σκέψη
Σε σκέψη χωρίς συγκεκριμένο σκοπό,
Όσο πιο ρηχή είναι μια εποχή άλλο
Τόσο φαντάζουν οι άνθρωποί της
Με ένα επίπλαστο στοχαστικό βάθος
Έχουν γνώμη έχουν άποψη, έλεγε,
Τέλος τέλος και μια βεβαιότητα τρομερή
Όταν αναπόφευκτα έρχονται ενώπιον
Των αντιφάσεών τους ότι είναι αλεξίγνωμοι
Ένεκα μιας κάποιας ταύτισής τους με το
Παροδικό, το που στα μάτια τους φαντάζει
Εγκατεστημένο ουρανόθεν,
Έσκουξαν τότε οι βροντές από ψηλά
Οι Μυκηναίοι άρχισαν να τρέχουν
Σαν παλαβοί για να προστατευθούν
Απ'την ισχυροτάτη μπόρα των θεών
Μονάχα ο Αγαμέμνων στεκόταν
Ακίνητος στη μέση της πλατείας
Να βρέχεται
Ο διπλανός του σκύλος και αυτός
Ακίνητος μες στη νεροποντή
Δεν φάνηκε να τον κοιτάζει
Γύριζε τη μουσούδα του αλλού

Οι νύχτες του Αγαμέμνονος ήταν τρομώδεις
Μια θύρα άνοιγε στον ύπνο του και έμπαιναν
ορμητικά
τα απόνερα του θεού
Η συγκέντρωση των αναίτιων γεγονότων
Σε μια εκδοχή ονείρου αποτρόπαιη
Τον έκαναν να ξυπνάει πολλές φορές
Λαχανιασμένος, δεν ήμουν εγώ
Ο Αρχηγός των Αχαιών στη Τροία, φώναζε,
Μηδέ υπήρξα ο βασιλιάς των Μυκηνών,
φώναζε ακόμα πιο δυνατά,
Εις μάτην όμως, η φύση ακόμα πιο
Πανικοβλημένη απ'ό,τι αυτός τα μπέρδευε
προφανώς
Και τον καλούσε Οδυσσέα, Οδυσσέα, του φώναζε,
Πρόσεξε τους Λαιστρυγόνες, και ο πανικός
Του Αγαμέμνονος αυξάνετο αλματωδώς
Στον ύπνο του, του ήταν δύσκολο να επωμίζεται
Και άλλα πεπρωμένα, σηκωνόταν έντρομος
Και πρόσεχε τον πίνακα απέναντι στο τοίχο
Είχε ήδη αλλάξει με κάποιον άλλον διαφορετικό
Δίπλα του δεν ήταν η Κλυταιμνήστρα αλλά
η Κίρκη
Ενώ οι Μυκήνες
Είχαν ήδη αντικατασταθεί από την Αιαία
Νήσο της Κίρκης με τα φωτεινά χαμόγελα
των Ιπποτών,
Δεν με λένε Οδυσσέα, της είπε, είναι όνειρο
Συνέχισε, απλά ένα όνειρο, μόλις ξυπνήσω
Θα ξαναβρεθώ στο σπίτι μου και πάλι,
Όμως δεν ξυπνούσε, η Κίρκη ήδη
επιχειρούσε να τον μετατρέψει
σε γουρούνι
Η όλη πάλη συνεχίζονταν καθ'όλη
Την καθημερινότητά του στις Μυκήνες
Οι οποίες ήταν και δεν ήταν
πια οι ίδιες
Δεν ήταν σαφές τι είχε αλλάξει
Η όλη κρεμαμένη απειλή της ασάφειας
Ονομάστηκε από τότε
κοινωνική ειρήνη
