Monday, March 21, 2016

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ





Το ξυπνητήρι είχε χτυπήσει προ πολλού
Ο χρόνος ήδη κατέρεε με τρελλό ρυθμό

σαν ψηφίδες μιας ομιλίας  

που προσέπιπταν

Στο ηφαίστειο της Έκλα· νιφάδες λέξεων
Στην παντέρημο εποπτεία ενός αδειανού

Εγώ που παραδόξως ήτανε γεμάτο: από εξ 
Ίσου άδεια εσύ, δίχως 'αυτό' δίχως 'εκείνο',

Υπήρχαν μόνον φαντάσματα· φαντάσματα
Στους δρόμους, στα καταστήματα, κυρίως

στις εκδηλώσεις,

Νεκροί μιλούσαν σε νεκρούς σε μιαν ειρκτή
Τελετή, εγώ, λέγαν, εγώ δεν θα μείνεις, όμως

εσύ θα φύγω, 

Η απόκριση ήταν λίγο πολύ παρόμοια από
Απέναντι: όχι εγώ θα μείνεις, απαντούσανε 

Σαν σε πυρετό, αλλά εσύ δεν θα φύγω, και
Έτρεμαν σα τα ψάρια που μόλις ανεβάσαν 

Στο καΐκι ενός απότομου, άγριου μακελειού
Που τους εθέριζε όλους, χωρίς να παίρνουν

χαμπάρι τίποτε·

Κανείς δεν ημπορούσε να καταλάβει ποιος 
Ήταν ο Αβαδδών, κανείς δεν μπορούσε να

Ξέρει αν επρόκειτο για την Δευτέρα Παρουσία
Ή τη πέμπτη φάλαγγα του ανθρωπίνου είδους,

Οι εξαιρετικά ολίγοι ποιητές και τα μικρά παιδιά 
Διέφευγαν μέσα από το τυφλό πληθομοίωμα και

τα πρόχειρα χανσενικά αγαλματίδια,

καθώς 

Όλοι χρησιμοποιούσαν όλους, καθείς είχε γύρω
Στα είκοσι-τριάντα άτομα να τον επευφημούνε,

Κάποτε παθαίναν παράκρουση και ωρμούσανε 
Στον δρόμο να δαγκώσουνε κάποιον περαστικό 

στον λαιμό, 

και μετ' από λίγο γυρίζαν πάλι στην εξέδρα:

"Γειά σας", έλεγαν προς όλους με μπικουτί στα
Μαλλιά και με αφρούς ξυρίσματος στο στόμα, 

"Φθαφθαφθουχ, ευχαριστώ, φθαχαφθαχθ, είμαι
Εδώ, αγκουθαχ, χθαχθς",

'Ελεγαν 

κι έπεφταν νεκροί απ' τα χειροκροτήματα·