Friday, January 22, 2016

Η ΑΠΕΡΙΤΤΗ ΤΟΛΜΗ ΤΩΝ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΩΝ ΓΕΝΕΩΝ




Είμαστε η προζύμη του αρρήτου, Άινς,
Όταν ο ουρανός ανοίγει τις πύλες του

Προς τους εγκάθειρκτους της γήινης
Νύχτας κι όταν ακόμα η διασάλευση 

των εθνών   

Δεν μπορεί παρά να επιφέρει την ζωή
Στα έσχατα διλήμματα απαρχής κάθε

μορφής

και των

Ξενυχτισμένων ιεροτελεστιών μπροστά
Στα τοτέμ που δεσπόζουν στις πλατείες

και τις ερημιές

των αιματοστόλιστων πολιτειών,  

Έλεγε η ωραία Φωτομήλα κάτω από
Το μεγάλο πύργο της πόλης Βίλνιους

Και ενώ οι διαβάτες στο δρόμο εφάνη
Πως απορρυθμίζονταν σιγά σιγά προς

Ένα κώδικα ωδικής κυοφορίας που τους
Επέτρεπε να ξεσπούνε σε εκτροχιασμένα

άσματα μιας άδικα ξεχασμένης

αιωνιότητας

Προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση στα
Διερχόμενα τροχοφόρα που με βιασύνη

επιχειρούσαν  

Να κινηθούνε από το θρασύτερο μέλλον
Πίσω στην ωμή φάτνη του παρελθόντος,  

Επειδή ο άνθρωπος είναι και κάποτε θα
Πρέπει πια να μην είναι το κέντρο μιας

Φωταγωγημένης στις αρένες του Είναι
Πάλης για εξουσία, συνέχιζε να του λέει,

Σου δηλώ , Άινς, πως θεός, δαίμων και
Ηγεμών και πεπρωμένο ουδεμία πρέπει

κυριαρχία

Να έχουν επί της θνητότητας και μηδείς
Ο ποιμήν εκείνος που ως σήμερα ακόμη

Δεν κατασκευάζει το ποίμνιό του εκ του
Τρόμου και του πανικού που προκαλεί η

αρχέγονη, απειλητική

αύρα του μη ορατού

απέναντι στο ορατό,

Του έλεγε, ενώ τα κατακόκκινα σαρκώδη 
Χείλη της ομοίαζαν στο θαμπό ομιχλώδες 

φως του απογεύματος

Ωσάν οι κρουνοί μιας υγρής φωτιάς μέσα
Στον μουντό αμφιθέατρο του ζην και της

αναμονής,

Εκείνος την παρατηρούσε περισσότερο 
Προσεχτικά  ακόμη· ανά στιγμές έτεινε

μάλιστα 

Το βλέμμα του 

προς

Τον ετοιμόγεννο ουρανό που οσαύτως
Είχε πλησιάσει πολύ κοντά στην γαία

Και αμέσως μετά, προς την παγκόσμια
Επικράτεια της επιβίωσης μιας νεαρής

ακόμα

ανθρωπότητας

Που ενοχοποιημένη από θρησκείες και
Ιδεοσυστήματα και αρχές πάλευε ξανά

να πλεύσει μέσα από την

ελευθεριακή διώρυγα 

του Λόγου,

Και ποιος τους είπε, ακούστηκε πάλι η
Φωνή της ωραίας Φωτομήλας, πως οι 

Άνθρωποι φταίξανε για τις αιφνίδιες 
Κατακρημνίσεις των οχυρών της ζωής

μπροστά  στον ορμώμενο χρόνο, 

Άινς,

Ποιος ακριβώς έφταιξε, εγώ, εσύ, αυτός
Ο περαστικός που βλέπεις να περιμένει  

στη στάση να πάρει το τραμ,

η κοπέλλα που πουλάει τα λουλούδια

στη πλατεία, 

Μην ήταν ο απλός κόσμος που δεν είχε
Ούτε τον χρόνο μήτε και τον τρόπο να

φταίξει,

Άινς,

Μα 

Πόσο δεν τολμούν να σκεφθούν πως αν
Σε εκτροφείο ύπαρξης ευρίσκονται τότε

Αυτός που τους συντηρεί αυτός και θα
Τους καταβροχθίσει, έλεγε με δροσερή

μετωπική θυμικότητα

που δεν είχε κανένα θυμό

μέσα της,   

Και σου λέγω, πως άνθρωπος που να
Στοχάζεται τα υψηλά μονάχα με την

δύναμη του μυαλού του,

Είναι τόσο σπάνιος όσο και ένα άνθος
Στον παγετώνα, Άινς, ότι πιθανότερο

Είναι να βρεις εδώ που βρέθηκες μια 
Σκιά χωρίς το σώμα της και ένα δέος

Στα μάτια των νηπίων που έως άρτι
Συνηθίζουν να λογίζουν τις αλύσους

τους

Ως ζώνες ασφαλείας απέναντι στον
Ίλιγγο του νοός και την διαχρονική

οδοντοστοιχία 

του πραγματικού,

Παρά  ένα συντριβάνι των εννοιών
Που αυτοϋδροδοτείται μονάχ' από

τις διαπιστώσεις του,

Του είπε κι ευθύς κοίταξε με εκείνο
Το αχανέστερο βλέμμα της παντού 

και

πουθενά,

Μυριάδες μυριάδων γενεών σείοντο
Θα έλεγε κανείς στα λόγια της και η

Ανάσα εκατομμυρίων παρελθόντων
Του κόσμου έσφυζε παλλόμενη από 

Αναδρομική φωτιά στην  φωνή της,
Ωστόσο ήταν μόνον η ίδια γυναίκα,

Μια σάρκινη πυραγωγία στο αρχαίο
Τροπικό σκοτάδι της εγειρομένης απ'

το βάραθρο του χρόνου

πόλης, 

Εκείνο το παλαιό μη- γραπτό ποίημα
Που όλο έλεγε και έλεγε το γένος των  

ανθρώπων

κάποτε να το δημιουργήσει

Και ειλικρινά, 

Δεν υπήρχε από το κρημνώδες παρελθόν
Έως κάθε υψίπεδο μέλλον κάποιος λόγος 

ιδιαίτερα σοβαρός να μην

το τολμήσει·