Thursday, November 26, 2015

ΠΡΟΑΣΤΕΙΟ



Κατά τ' απογεύματα έφθαναν βραδέως
Στη Νέα Πόλη οι ψυχές των αγέννητων,

Κι οραματίζονταν ξανά την πολύχρωμη 
Υδρία της οικουμένης σε νεότερο λίθινο 

Φως εν τω κέντρω του μεγάλου θυμικού
Σκοταδιού, ενόσω η επιφάνεια της Γαίας

Ήταν γεμάτη από τερατόμορφα σπήλαια 
Που από μόνα τους κολυμβούσανε τόσον

Αργά, ώστ' η κίνησή τους δυσεξελαμβάνετο 
Εν συνόλω ως μάλλον ανεπαίσθητη απ' τους 

γαιαρχιτέκτονες,

Σπήλαια έτσι κι αλλιώς υπερπλήρη από τους
Τρομαγμένους ανθρώπους που άλλο πια δεν

Έκαναν από το να πωλούν και να αγοράζουν
Διαφανή άνθη, κόκκινα, ροζ, κίτρινα, μαύρα,

αλλά και λευκά·

Μιλούσανε είτε πολύ γρήγορα είτε πολύ αργά
Μεταξύ τους και με μεγάλο κόπο υψώνανε τα

Χέρια τους για να συγχαρούν ο ένας τον άλλον,
Στους δε φούρνους όπως πάντα ψήνανε βιβλία,

Που προκαλούσαν απώλεια μνήμης, κανείς πια
Δεν θυμόταν πώς λεγόταν πριν γεννηθεί μα και

Κανείς δεν είχε όρεξη να διαβεί μια γέφυρα στο
Χάσμα μεταξύ των λέξεων και των εννοιών, ήταν

Προφανές πως έλεγαν ασυναρτησίες από το πρωί
Ως το βράδυ, προφανέστερο ακόμα πως το μυαλό

τους 

Αντιδρούσε ανακλαστικά σε ορισμένες λέξεις 
Όπως τα φωσφορίζοντα φυτά που 'χαν έλθει

Πρόσφατα στον κόσμο και περισυνελέγοντο
Σε τυφλές αγκαλιές των προσφύγων εραστών,

Ενώ ένας τεράστιος γνώμονας πίσω από την
Πλάτη τους εξολόθρευε τους περαστικούς με 

ταχύτητα αιώνα και με ακρίβεια λήθης·

Εποχή, φτηνή, αλήθεια τόσον, όσον περίπου 
Κοστίζει ένα εισιτήριο που έτσι κι αλλιώς δεν  

επικυρώνεται ποτέ μέσα σε λεωφορείο

Αναποδογυρισμένο καταμεσής του δρόμου:
Ο οδηγός πουθενά, τα όνειρα σκορπισμένα

στη πόλη ,

Σε μια Μεγάλη Κρίση που δεν τελείωνε ποτέ
Και κατά την διάρκεια της οποίας έστω κι αν 

τα όνειρα δεν έπαιρναν εκδίκηση

Δεν θα σήμαινε γι' αυτό ωστόσο πως δεν θα
'πρεπε να ερμηνευθούν·
 


******************************************
Στη φίλη Ισιδώρα Καστριώτη