Sunday, June 8, 2014

LADY MASTERY


Και τι 'ναι η Φαντασία, Λόοντ, αν όχι 
Το λεπτό απόσταγμα της αμείλικτης  

χάριτος των ειδών

Σε μι' ακατοίκητη από νεκρούς υδρόγειο
Χωρίς ωστόσο να σημαίνει για αυτό πως 

Είναι κατοικημένη απ' τους ζωντανούς
Παρά μονάχ' από τις σκέψεις τους, και

Μήπως δεν είναι το σφριγηλό μυαλό του
Ανθρώπου όπως το φως το που 'ναι μαζί

Σε μια στιγμή αρχή και κίνησή του, αλλ' 
Επιπλέον μια κραυγή αίφνης της νύχτας 

της ψυχής 

στις αλλεπάλληλες επιστρώσεις 

της επιθυμίας του ειδέναι

Της οποίας οι γαλέρες φεύγουν μια φορά
Και ένα καιρό για να ανεύρουν έναν νέον

κόσμο

Ενώ το πλέον σίγουρο είναι πως μέλλουν
Να διατρέξουνε την σφαιρική επιφάνεια

του Τώρα 

καταλήγοντας στο ίδιο σημείο:

Ότι αληθώς σου λέγω, Λόοντ, η ζωή δεν
Είναι πραγματική, αλλ' όνειρο κι όποιος

Επιθυμεί να την ζήσει θα πρέπει κάποτε
Ν' απορρίψει την κακή συνήθεια να την

εκλαμβάνει ως πραγματική,

Ότι, ακόμα,

Μπορείς ν' απολαύσεις ένα όνειρο καθώς
Είσαι μέσα του, μονάχα όταν αστραπιαία

Εννοήσεις ότι είναι όνειρο· ειδ' άλλως θα
Άγεσαι και θα φέρεσαι από τυχαιόληπτες

σκηνές εικονικών γεγονότων

Τα οποία δεν σου ζητούνε καν την άδεια
Για να εμφαίνονται ενώπιόν σου, ως εάν 

περίπου ήταν αυτονόητα, 

που όμως δεν είναι, Λόοντ,

ενώ

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν
Προσέτι τι 'ναι να αιτείς τα ιδιονόητα

Δικαιώματά σου απ' ένα σύμπαν το που
Διόλου ωστόσο δεν τους εφάνη ευνόητο 

έστω και αν δεν βλέπουν γι' αυτό

κάτι ανόητο στο να

Σπαρταρούν σαν τα ψάρια στα δίχτυα των
Υποτιθεμένων αιτιών εκεί που θα 'πρεπε ν'

Αμφισβητούν τα συνιστώμενα προς όλους
Τους αλιείς αποτελειωμένα αποτελέσματα ,

Όμως, έχει νόημα από νωρίς να κυνηγάς 
Την Ελευθερία, Λόοντ, ότι αν από παλαιά

δεν μπόρεσε να

Εύρει κάποιος έναν δρόμο πέρ' απ' τη ζωή

κι από το θάνατο πιο πέρα,

Τότε ας μην ζητήσει κανείς και από τα δύο
Κάτι περισσότερο από την ομηρία του νου

Που όσο περισσότερο μπορεί να στοιχειώνει
Το φερόμενο ως πραγματικό όνειρο του ζην,

Άλλο τόσο και με ισάξια δριμύτητα μπορεί να
Διαφύγει από μια νύχτα που τον καλεί μόνον

να κοιμηθεί και όχι να περιέλθει σε

εγρήγορση·

Και εσύ Λόοντ, τοσούτον ζωντανός ωσεί ένα
Περιπολικό άστρο στην μεγάλη νύχτα αυτού

του κόσμου,

εμμένων έφηβος άλλων αιώνων,

Φαίνεσαι να ευθυμείς απ' την υποδειγματική
Ανημπόρια της παρακμής αυτής της εποχής 

και να το

διασκεδάζεις διακριτικά,

Όμως σου λέγω, ότι δεν έχει νόημα από την 
Θέση ανασπινθηρικής ισχύος να νοσταλγείς 

Την αδυναμία στα ψελλίσματα και τις φοβίες
Των άλλων και η ιδέα να αναμειγνύεσαι προς 

τι

Με ανθρώπους που δεν εκτιμάς σε κάνει να
Βαριέσαι αν όχι έως θανάτου, τότε σίγουρα 

έως ζωής τους 

που μάλλον μοιάζει 

με ζωντανό θάνατο,

Προς τούτο επιλέγω σου ακόμα, πως θα' πρεπε
Κανείς να κόψει κάθε δεσμό μ' ένα μικρόκοσμο 

που

Πια έχει αφήσει οπίσω του όμως παρ' όλ' αυτά
Συνηθίζει κάποιες βόλτες αναψυχής σε αυτόν,

έλεγε 

Με τα μάτια της να φαίνουν ωσεί κοσμικά άνθη
Σε μια απόχρωση πολύ σπάνια, όχι ακριβώς σαν

το 

Γαλαζοπράσινο των καθαρών νερών αλλά μάλλον
Αυτής της ίδιας της κατάσαρκης πρωινής αύρας 

του Χρόνου

Όταν παρέσυρε στη γοητεία του μεγάλο πλήθος
Των αγγέλων της έμπυρης ουράνιας επικράτειας 

Προς την απειρία των μορφών της εμπειρίας στην
Προϊστορική Γαία, στην που δεν είχε άλλη επιλογή 

το γένος των ανθρώπων παρά να 

καταλήξει είτε master είτε monster· 

Οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι στην Τέχνη
Λόοντ, κι αυτό είναι το φορτίο που κάθε εποχή

Παρακμής δεν θα μπορούσε παρά να το βλέπει
Σαν μια ευκαιρία για να ομιλεί τους λόγους της

Όχι μέσω του αέρος αλλά φτιαγμένους απ' αυτόν 
Τον ίδιο αέρα· έλεγε ή εφάνταζε μέσα στο όνειρο 

της ζωής σαν να λέγει

με

Το τόσο περιποιημένο πρόσωπό της και τα μαλλιά
Της σαν ξανθά στάχυα σε απάνεμο λειμώνα, καίτοι  
άνθρωπος 

καταναγκαστικά υπαρκτός 

όπως όλοι

Της ζωής κάτω στη γη, δεν έπαυε ωστόσο ν'ανήκει
Σ' ένα συλλογικό όνειρο της ανθρωπότητας και τα

Λόγια της μη δε λεχθέντα δια του στόματος αλλ' 
Απλώς και μόνον δια της παρουσίας της σε μιαν

ό,τι, όπως, ορισμένως,

λακτισμένη προς ύπαρξη μπάλλα της Γαίας,

Τόπι παιδικό ακόμη

Αναμένοντας σε μια γωνιά του γαλαξία τους νόες 
Που θα θελήσουν να παίξουν μαζί της χαιρόμενοι 

τον υπεραστρικό τάπητα του μυαλού,

Τον όλως

Ψεύτικο τρόμο και την απάτη του μεσοαστρικού 
Χώρου της καθημερινής ζωής ποτέ μην ορώντας

στα σοβαρά 

και την υπόλοιπη σαβούρα της εποχής

παραλείποντας σε μια ιωβηλαία μνεία των

Ωραίων γυναικών που τους αγάπησαν γι' αυτό
Που οι ίδιοι είναι και όχι για ό,τι δεν θα υπήρχε

έτσι κι αλλιώς Λόγος να είναι·