Friday, January 17, 2014

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ ΙΙ



Την παρατηρούσε από ώρα καθώς
Η απαλή λυγερόκορμη μορφή της 

Περνούσε ανάμεσα ' πό τα τραπέζια
Και τους καλεσμένους χωρίς κανείς

Να φαίνεται πως αντιλαμβάνεται την
Παρουσία της· η δ' ηλικία της έδειχνε

Να έχει σταματήσει για πάντα στα
Λίγο πιο πάνω από τα εικοσιπέντε

χρόνια

όσον ότε τηνε γνώρισε και

Όσον ακριβώς ήταν προτού αυτός ο
Κόσμος δημιουργηθεί· η δε ολοίσια

Μύτη της κατάστραπτε στο φως της
Αιθούσης ως το τελειότερο έργο της

Λαγνουργηματικής τέχνης που θα
Ήταν ποτέ δυνατόν να εντοπισθεί

Στο ανθρώπινο είδος και τον χρόνο
Του, ενώ οι συγκρατημένες, σχεδόν

Ντροπαλές κινήσεις της καθώς και
Η φυσική αριστοκρατικότητα της

Φωνής της, την έκαναν να δείχνει 
Ως ποίημα απτού φωτός που δεν

Είχε ανάγκη καν να γράφεται για
Να υπάρξει· ίδιο ποίημα απαρχής

Δημιουργίας και φωτεινής νύχτας
Των ποιητών καθώς και της φυγής

Του ηλιακού τυχοδιώκτη στο Είναι
Καθώς αδιάκοπα 'νά τις εποχές και

Τους ενιαυτούς, επιστρωματώνει την
Παράλια άμμο της αθωότητας με την 

άσφαλτο της εμπειρίας·

Εν τέλει σταμάτησε 

Μπροστά σε μια σκακιέρα και με
Κάποιο δισταγμό άρχισε να κινεί

τους

Πεσσούς ως εάν μετατοπίζοντάς
Τους, να έγραφε τις σκέψεις της 

επί

προσκειμένου χάρτου ψυχής ·

Πόσον είχε αγαπήσει αυτήν την
Διστακτικότητα και τη συστολή

της!

Μπροστά του, αυτό και μόνον θα
Ήταν αρκετό για να την κάνει μια

Ασύγκριτη βασίλισσα ανάμεσα σε
Χιλιάδες γυναίκες· δεν πίστευε στα

Μάτια του όταν την έβλεπε κάποιες
Φορές να κοκκινίζει ελαφρά σε ένα

Κομπλιμέντο του ή σε κάποιο κάπως
Πιο αδιάκριτο χαριτολόγημά του γι'

αυτήν,

Και η ίδια ήταν 

Μια όαση δροσιάς και ευγένειας σ'
Έναν κόσμο που περίττευε ολοένα

Και περισσότερο στην αιθάλη μιας
Εξ όλου ασυναίρετης συνύπαρξης

Με τις μυστικές αφετηρίες της ζωής·
Όμως εκείνη με τον ίδιο τρόπο πάλι 

Τον προσέγγισε και κατ' αυτήν την 
Εσπέρα όπως τον προσέγγιζε πάντα,

Σαν λεπτό φύλλο που αναπλέει σε
Ρύακα παρακείμενο του ποταμού

στον οπού

Προσέφευγαν τα μαζικά νερά μέσα
Σε θορυβώδεις συνοχλήσεις αφρών 

και των στιγμιοχρόνων κυμάτων

σε σκοτεινό των

Οριζόντων και σκοτεινοτέρων ακόμα
Των πεπρωμένων που διεμοιράζοντο

στους ανθρώπους

εκ του όλως μακρινού βάθους 

αυτού,

Ως εάν αίφνης η πλήρης οικουμένη
Είχε συνοψισθεί σε μι' απόμερη των

Γεγονότων διακριτικότερη γωνιά και
Σε ένα ξέφωτο αναγέννησης στ΄οπού

Δεν χωρούσε πλέον μηδέν άλλο ει μη
Το φως λεπτοφυές μιας ποίησης άρτι

Εγγεγραμμένης σε φωτεινή αρπαγή
Απογευματινής σύμπτησης των δύο

ανθρωπίνων μορφών·

Ο ίδιος κατ' εκείνη την στιγμή πλέον
Δεν ήθελε να περιέλθει γι' άλλη μιαν

φορά τις λεωφόρους

της Τροίας

Και να κουρσεύει τα παλάτια και τους
Θησαυρούς των κραταίων ηπείρων και 

των αχανών ωκεανών·

Του 

Αρκούσε μόνο το λευκό της πρόσωπο
Και η αλαβάστρινη αγκαλιά της, αυτό

Μονάχα θα μπορούσε να φαντάζει ως
Το ένα λεπτό μιας μυθικής σοφίας του 

τυχοδιώκτη

Έναντι των χιλιάδων οδοιπορικών του
Σε χρόνο αμέτρητο ανά τα λαμπρά και

στολισμένα φώτα της Γαίας·

Ότι το νόημα αυτού του κόσμου δεν
Είναι να τον συσσωρεύεις κι ολοένα

να τον συσσωρεύεις στο μυαλό και

την ψυχή σου,

Αλλά να μπορέσεις την μία, μόνον,
Κατάλληλη στιγμή, τόσο μοναδική

Και ανεπανάληπτη σε κάθε άνθρωπο,
Να τονε προσπερνάς ως εάν ποτέ δεν

υπήρξε 

Ως εάν,

Ακόμα , να τον ήξερες από πάντα
Με δίχως χρόνο και με δίχως αιτία,

Σαν να μην χρειαζόταν πιθανώς να
Έχεις γεννηθεί και να 'χεις υπάρξει

σε αυτόν, 

για να τον αφήσεις πίσω·