Thursday, March 8, 2012

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΚΟΡΗ

Είσαι σαν μια αυγή του κόσμου, Έθνια,
Όταν αυτός αρχίζει να αναθυμάται και

Να ομιλεί μέσα στην καταχνιά της ζωής
Για τα ανάκτορα του Μύθου ξανά, όταν

Η περιττή συσσώρευση των ανθρώπων
Γύρω από τα λερναία γεγονότα αρχίζει

Και υποχωρεί προς όφελος του ενός και
Μόνον, και όταν ο χρόνος αποκαλύπτει

Τη φωτιά που τον συντηρούσε έως άρτι:
Τίποτε άλλο από το θεοστόλιστο είδωλο

της Κόρης

Που προβάλλει στο απώτατο άκρο της
Ιστορίας σαν ένα έργο τέχνης όχι μόνο

της σαρκός και των κυττάρων

μα πάνω απ'όλα

Εκείνου

Του φωτός που κατορθώνει, σου λέγω,
Να γίνει φωτισμός, και του ορατού που

Μεταμορφώνεται για πρώτη φορά σε
Σκηνή του Λόγου και θέα της έννοιας

Σε όλα

Τα φευγαλέα σπειρώματα των εποχών·
Της έλεγε εκείνη την περιούσια νύχτα

Που

Η υδρόγειος εφάνταζε σαν να κοιμάται
Στα χαμηλά φώτα του γαλαξία ενώ από

Μακριά ακουγόταν ο βόμβος της λήθης
Των ανθρωπίνων έργων και των ημερών,

Αν αφαιρέσουμε, συνέχιζε να της λέει, το
Πέρας και την αφετηρία του χρόνου από

Τα πράγματα, δεν απομένει το σώμα του
Χρόνου, αλλά η σκιώδης μορφή εκείνης

της αναμονής

Που

Είτε εκατοντάδες αιώνες κι αν την λογίσεις
Είτε ένα δευτερόλεπτο προκύπτει πάντοτε

από μέσα της

Μια χρυσαφένια θάλασσα των αθανάτων
Όταν υποδέχεται τα νυκτερινά πλοία των

λέξεων

Που γίνονται τα μαγικά περάσματα από
Την ζωή και πάλι στην ζωή και απ' αυτόν

τον κόσμο

στον εαυτό του ξανά, μόνο που τίποτε

δεν είναι ίδιο πλέον,

Ότι ο κόσμος, Έθνια, δεν είναι άλλο από
Μία λέξη, και αυτό που περιγράφει είναι

Μόνον στο μυαλό του ανθρώπου

Και ό,τι είναι μόνο στο μυαλό του είναι
Άφθαρτο και αναλλοίωτο στους αιώνες

Κι εκείνο που αλλάζει εκεί έξω δεν είναι
Άλλο από τη σκιά που παίζει το φως με

την σκέψη,

Και αυτή η σκιά εκλήθη έως σήμερα ο
Χρόνος και πραγματικότητα και γαία

Και υπάρχει όσο ένα παιδικό χαμόγελο
Στον ύπνο της πλάσης όταν ονειρεύεται

ξανά

τ' ανεξάντλητα παιγνίδια

Ενός παραδείσου καλά κρυμμένου στις
Γωνίες των φασματικών πόλεων και της

σιγαλής θλίψης των ενιαυτών,

Κατέληξε, ενώ η νεαρή γυναίκα ωμοίαζε
Ολοένα και πιο πολύ με λεία κατάφαση

Σε κάθε πηγαία και αυθόρμητη ομορφιά
Των αιεί εμμενόντων σε θεόθεν εμφάνιση

Μυστικογενών πλασμάτων που προσφέρει
Μια αιώνια ζωή στο χιλιοφθαρμένο δάπεδο

Της αγχίμαχης προς τον άνθρωπο Ιστορίας·
Τα μάτια της αυτοπεριεχόμενες φωτογονίες

και θύρες μιας αλλότριας χαράς

Στο εορτάζον φαίνεσθαι της οικουμένης
Και των λυγερόκορμων αποφάσεων για

απαλλαγή από κάθε ειδολογικό περιττό

και Κακό,

Ενώ

Η ολόισια γλυπτότεχνη μύτη της ώριζε το
Ωραιότερο έδεσμα που προσεφέρθη ποτέ

στο μεταεδεμικό δείπνο του έρωτα

Καθώς από το λεπτό σώμα της ανεδύετο
Μια χορωδιακή μουσική των κυττάρων

Προς τα ώτα της ζωής ότε αυτή επιθυμεί
Την ζωή μέσα από φως, καθαρό φως των

ορέων

και των θεών

και μήποτε εκ πειθούς σκιάς·

Και τι είναι η αλήθεια, τον ρώτησε αίφνης
Ενώ ο ουρανός άρχιζε ολοένα να μετοικεί

Μετά των ταχυπλόων νεφών προς άγνωστη
Κατεύθυνση, τι είναι η αλήθεια, του είπε και

δεν της απάντησε

Παρά

Της προσέφερε μονάχα ένα
Κατακόκκινο τριαντάφυλλο,

Δεν πρόκειται για τριαντάφυλλο,
Της είπε,

Τι είναι λοιπόν, τον ερώτησε ξανά,

Όμως εκείνο, εντοπιζόταν ήδη
Εκεί που θα έπρεπε

Να ευρίσκεται·

Στα ως διόλου έτοιμα θα 'λεγε κανείς
Γι' αυτόν τον λόγο ακριβώς,

αυτόφωτα και

Ολόλευκα χέρια της·