Thursday, December 29, 2011

LIGHT OF THE ETERNAL BELOVED IN THE MIST OF TIME

Τους έβλεπες ξανά μαζεμένους γύρω
Από την προγονική φωτιά· δεν ήταν

άλλη αυτή τη φορά

από μια υπόσχεση του χρόνου,

Καθώς οι αιώνες

Είχαν αφήσει τις οροφές τους επάνω
Στη Γη, τόσο ψηλές που οι άνθρωποι

Κάποτε τις εξελάμβαναν ως εάν ήταν
Ο ουρανός τους· κι από κάτω οι στοές

των ημερών και των νυχτών

Άδειες από κόσμο· την πρώτη ημέρα
Του χρόνου μόνον, εμφανίζοταν στις

ξενυχτισμένες εισόδους

Ένας τυφλός λαχειοπώλης ξεχνώντας
Τι ήθελε να πει, και αποχωρώντας μετ'

από λίγο

Ευχόμενος στα έθνη

σε διάλεκτο αραμαϊκή·

Η όλη οικουμένη πράγματι εφάνταζε
Ως η πρώτη εγκαταλελειμμένη γιορτή

του Χρόνου,

Στην οπού οι ελάχιστοι απομείναντες
Προσπαθούσανε να περισώσουν ένα

ενθύμιο ακριβό

από το μέλλον

Που δεν μπορούσαν ποτέ να ανεύρουν
Στο παρελθόν τους· η Ιστορία, έλεγαν,

μας διδάσκει,

Η Ιστορία, ξανάλεγαν, δεν μας διδάσκει,
Και προχωρούσανε με μεγάλη προσοχή

Καταμεσής της ερημίας, μην και τους
Παρασύρει το κενό· στο βάθος ωστόσο

του μεσοποταμιακού ορίζοντα

Η Βαβυλών η μεγάλη εφώτιζε ακόμη,
Φώτιζε τόσο επιβλητικά σαν ακμαίος

ήλιος

σε ακόμα πιο ακμαία επικράτεια,

Όμως δεν υπήρχε εκεί κανείς να το
Πιστοποιήσει· οι ολίγοι πληθυσμοί

είχαν ήρεμα αποτραβηχτεί

σε προγλωσσική θαλπωρή,

Μιλούσανε βεβαίως, έλεγαν πολλά,
Και σιωπούσαν ακόμα περισσότερα,

Ποτέ όμως

Δεν φανερώνανε στα λόγια τους εκείνο
Που θα έκανε μια λέξη να αναπηδήσει

στην αγκαλιά τους σαν δώρο

από το ζωτικότερο σκοτάδι

του πεπρωμένου·

Και ο ποιητής ανάμεσά τους και έξω τους
Επιχειρώντας να θυμηθεί το πότε ακριβώς

ήρχισε το μέγα χρονικό

της Υπνοβασίας στο Κόσμο,

Να εκκρεμεί μονίμως

Ανάμεσα σε αθανασία και γλυκό όναρ της
Ζωής αυτής, συναθροίζοντας βηματισμούς

των στίχων

Σε

Ένα φυλλοβόλο παστοράλε του Βιβάλντι και
Στο αιέν αμπεμπαμπλόμ της διανοησιαρχίας

Στον δροσερότατο κορμό σου αλήθεια

υπερεπιρρεπής

και τις

Αθρόες υγράνσεις των σφιχτών κυττάρων
Σου λυσιτελής, όλος χαμένος στην χυμώδη

κάθαρση

Της καλλονής μετώπης των φιλιών σου
Και τη συγκίνηση της δοτικής νεανικής

ανάσας σου,

Αν όχι τον θεό ανευρίσκοντας, μηδέ και τους
Ανθρώπους, ίσως ακόμη μήτε τον εαυτό του,

Τουλάχιστον έναν κάπως πιο σοβαρό λόγο
Εξακριβώνοντας σε όλη τη συσσωρευμένη

της Ιστορίας

φασαρία

Νοσταλγικά να παραμένει ακόμα
Αιωρούμενος ανάμεσα σε ουρανό

και γη,

Ζωή και

Θάνατο κι αθανασία ομού
Αμέριμνα παραχωρώντας

Σ' ένα

Τρελλό τρελλό κι αδάμαστο
Φιλί και αρπαγή του Χρόνου·


Tuesday, December 27, 2011

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Υπήρχε ένα μακρινό ακρογιάλι στην
Άκρη του κόσμου σαν από δεκαετίες

ή αιώνες ξεχασμένο

και εντελώς

Έρημο από ανθρώπους· τα πλοία δεν
Φαινόνταν ποτέ στον ορίζοντα, και οι

σπάνιοι γλάροι

Στο πέταγμά τους φαντάζανε ωσάν τα
Κυματιστά σινιάλα του ουρανού προς

την βωβή, ήρεμη θάλασσα

Η οποία στους

Αλλεπάλληλους ελαφρείς επανασυρμούς
Των κυμάτων της, ωθούσε την κρυπτική

επιφάνειά της

Εγγύτερα ολοένα της ξηράς· οι μάλιστα
Βραχύχρονοι παφλασμοί των νερών σε

ρυθμό τακτικό

Μιας

Άφιξης διακριτικής από βάθη άγνωστα
Κι από μαύρους υποβρύχιους κρημνούς

Έμοιαζαν να τραβάνε ολοένα την ξηρά
Προς τα μέσα, προς τα νερά, παρόλο δε

Που ήταν αυτοί που εξέρχονταν με την
Πρωθύστερη κίνησή τους προς τ' άδειο

ακρογιάλι·

Υπήρχανε τα δένδρα ολιγοστά κι ακόμα
Οι σκόρπιες πέτρες υπήρχαν εδώ κι εκεί

Ως εάν τα κτερίσματα ενός παραδείσου
Και μέσα σε μια συλλογιστική ακινησία

Η οποία δεν έδειχνε να επηρεάζεται από
Τους γλυκείς απαλούς ήχους των νερών

ποτέ·

Και μια βάρκα δεμένη πρόχειρα σε έναν
Απόλυτο μετωπιαίο βράχο παραπλεύρως

Άγνωστον ποιος την είχε αφήσει και πότε,
Βάρκα τόσον ευγενική στην ανεπαίσθητη

Εναιώρησή της επί των παιδικών κυμάτων
Και στην λεπτή ξύλινη κατασκευή της, που

Καίτοι περισσότερον από βέβαιο πως και
Αυτή, όπως και τα λοιπά πλεούμενα στον

κόσμο,

Αναμενόταν να διαπλεύσει τ' αχανή ύδατα
Παρέμενε ωστόσο σταθερά στο ίδιο σημείο

Ως εάν παραδόξως

Eίχε φτιαχτεί όχι για να πλέει αλλά για να
Υποδέχεται· οι δε ολοένα καταφθάνοντες

πληθυσμιαίοι φλοίσβοι

Τοσούτον στιγμιαίοι στην προφάνειά τους
Και την ήσυχη, άηχη απόσυρσή τους από

Το

Χείλος της βαρειάς, εκδηλωμένης στεριάς
Πίσω πάλι προς τ' αδήλωτο της θάλασσας

Δεν έδειχναν ποτέ να αναχαιτίζονται από την
Παρουσία της βάρκας· εξ ίσου στιγμιαία από

Κάτω της γλιστρούσαν σαν σ' έναν χορευτικό
Αναπαλμό της, καθώς δεν έφευγε ούτε λεπτό

από τη θέση της,

Στα σύνορα ανάμεσα σε δυο κόσμους και σε
Δύο επικράτειες ήρεμα προτείνοντας ένα πιο

διηνεκές βασίλειο

της λήψης και της απόδοσης,

Κάτ' από τον ράθυμο αιώνιο ήλιο που
Ακολουθούσε σιωπηλά, χωρίς αλήθεια

να έχει λόγο να φωτίσει

Ο ίδιος κάτι περισσότερο·


Thursday, December 22, 2011

ΩΔΗ ΣΕ ΜΙΑ ΝΕΑΡΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Όμορφη όσον μία αρχαία Αθηναία
Κόρη, με το ευγενέστατο πρόσωπο

της

Να

Επισημοποιεί μια τόσο λεία ποίηση
Στην ανθρώπινη σάρκα και απαλά

περιχέοντας

Μια δρόσο φωτεινή στην καταχνιά
Του κόσμου· και με την αίγλη των

Βαθυτέρων υδάτων στο τρυφερό της
Βλέμμα που ορίζει από μόνο του μια

νέα ωκεανογραφία της καρδιάς

Να αποκαθιστά ένα καθολικότερο

νόημα στο ζην·

Η δε ίσια κλασσική της μύτη με την
Υδατώδη αστραπτερή προφάνειά της

κτισμένη στην ορατότητα

σαν από

Σμίλη επί του διαυγέστερου μαρμάρου,
Επιτομή ενός λαγνουργικού πόθου που

επιφέρει

κάποτε

Τα μέγιστα ερωτήματα επί του κόσμου:
Είμαστε πάντα οι κομίζοντες μια νύχτα

υγρή

στην άσφαλτο της Ιστορίας,

Κι ο έρωτας ο άξων σπονδυλικός μιας
Παγκόσμιας σκηνής που περικρύπτει

Την περιπέτεια του θεϊκού στην αχανή
Ανθρωποθάλασσα της Μορφής· πόσα,

αλήθεια,

Μυστικά συρρέουν ανεμπόδιστα στον
Κόσμο κάθε στιγμή, και πόσο η φωτιά

που καίει από μέσα τον πηλό

στη σμίξη των αιεί διψώντων

κορμών

Δεν είναι παρά η ίδια καύση του χρόνου
Και της συνόλου Ιστορίας προς την μία

χρυσόφωτη αιθάλη των ουρανίων,

Ότε η αγνή στάλα της βροχής στην άδεια
Λεωφόρο είναι ό,τι θα απομείνει από μια

παγκόσμια μνήμη

που συσσωρεύεται στις άκρες των

ανθρώπων·

Και εσύ εμβόλιμη στο κόσμο τόσο με την
Αίσθηση του ελαίου και της δάφνης στα

Μαύρα μαλλιά και το λευκό σου πρόσωπο
Να συντροφεύει σαν μέσ' από το κοίτασμα

αιώνων

Την καμπαρτίνα και τις ψηλές σου μπότες
Στην ολίγη διακριτική βροχή της εσπέρας

Που ξαναβύθιζε την οικουμένη στην ποίηση
Και τα γαλαξιακά φώτα της λεωφόρου, και

Εν τω μέσω του Χρόνου

να ίστασαι

Σαν μια ελαφίνα του ποιητικού και μούσα
Αρχέτυπο της Κόρης και η υλική γυναίκα

μαζί,

Που όσο και αν η ποίηση σωπαίνει κάποτε
Από θαυμασμό μπροστά σου, εν τούτοις ο

ποιητής

Από σκότη βαθέα και άγνωστα ερχόμενος
Σε έναν προώρως συσκοτισμένο εικοστόν

πρώτον αιώνα,

Μέλλεται αρχαίο φως να ομιλήσει πάλι
Μέσω αυτής της τόσον αιφνιδιαστικής

στον κόσμο

Καθαρής μορφής σου·


Sunday, December 18, 2011

Lola Astanova II



Άλλη μια εξαιρετική εκτέλεση και ερμηνεία από την νεαρή πιανίστρια που εδώ και χρόνια ζει και κάνει καρριέρα στις Η.Π.Α.

Το πολύ αισθαντικό Nocturne Op. 27, No.2, του Chopin.

Συζητούσα με ένα καλό φίλο μου τις προάλλες, -πιστός φαν και αυτός της κλασσικής μουσικής-, και μου έλεγε το εξής: εντάξει , είναι μεγάλος ο Σοπέν, ωστόσο, είναι πιανιστική μουσική μόνον ό,τι έκανε· από αυτή την άποψη δεν μπορεί να συγκριθεί με τους συμφωνιστές, ή συνθέτες που ευδοκίμησαν σε διάφορες, ή πολλές, φόρμες της μουσικής τέχνης.

Σύμφωνοι· είναι αλήθεια πως από την άποψη της Ιστορίας της Μουσικής, ο Χάυδν για παράδειγμα κατά την κλασσική, ή ο Σούμπερτ κατά την ρομαντική περίοδο, έχουν να προσφέρουν σαφώς περισσότερα (τον ιερό Μπετόβεν, τον αφήνουμε, είναι εκτός συναγωνισμού από τα πάντα) .

Ωστόσο, από την άποψη του ανέκφραστου που κατορθώνει, όχι να εκφράζεται, αλλά μέσω μια υψίστης εκφραστικής ιδιοφυίας να γίνεται περισσότερο ανέκφραστο ακόμα, ο Σοπέν είναι ίσως ο κορυφαίος Ποιητής της Μουσικής.


Wednesday, December 14, 2011

ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Σαν μια φωνή που 'ρχεται από τον
Άνω κόσμο κι επιβάλλει την σιωπή

στην μονίμως

ξενυχτισμένη οικουμένη,

Βέρσους,

Και οι προσδοκίες των ζωντανών δεν
Φαντάζουν παρά ως δίχτυα 'φημένα

στη ξηρά,

Ενώ στη θάλασσα πλέει ήδη ένα το
Πλοίο φάντασμα της Ιστορίας, από

την αρχή

ναυπηγημένο με οίστρο και πλάνη·

Και όταν κάθε φορά οι άνθρωποι
Ανακαλύπτουν πως μια λέξη είναι

Το σφράγισμα του ονειρικού στα
Ερειπωμένα παλάτια της νύχτας

τους,

Tότε με

Ενθουσιώδη αγωνία περιμαζεύουν
Απ' τους δρόμους όσα κρίματα δεν

γίνανε λωτοί του νόστου ακόμα

Και τα φυτεύουν στους αγρούς, τον
Ένα θερισμό μιας άγνωστης πρωίας

αναμένοντας

Με μάτια σκληρά χτισμένα

στο σκοτάδι·

Έλεγε η νεαρή Επικράτεια, στον
Άνθρωπο που την άκουγε με μια

Φωτιά διαρκή στο είναι του που
Συνήρπαζε πάντα τα ορατά προς

Ένα

τετελεσμένο πόρισμα έννοιας·

Και από την άλλη, συνέχιζε να του
Λέει, ο κόσμος των εννοιών τόσον

Απρόσβλητος κάθε φορά από την
Συνεχή διαρροή του πραγματικού

στους λέβητες των οραμάτων,

Βέρσους,

Ώστε ομοιάζει ως εάν έχει άπαξ
Ομιλήσει περί του τρόπου να μην

Υπάρχεις εάν θέλεις να υπάρξεις,
Και μηδέποτε να συνωθείσαι στις

αγορές αυτού του κόσμου

Αν βέβαια

Επιθυμείς στο τέλος να ευρίσκεσαι
Εσύ στην θριαμβική άλλη άκρη της

λεωφόρου

Και όχι

Οι πειθήνιοι βαστάζοι μιας εποχής,
Προσποιούμενης το μέλλον μόνον

Για να αποποιείται την εμμένουσα
Υπόστρωση του παρόντος της από

'να στυγνό μάγμα ματαιότητας,

Που οι σοφοί το έβλεπαν πάντοτε
Κατά την διάρκεια της ημέρας και

όχι της νυκτός,

Έλεγε η Επικράτεια και το κορμί της
Εφώτιζε ωσάν ο σαρκώδης ήλιος που

Ώριζε το αιέν πεπρωμένο της στιγμής
Από μια αφανέστερη δικαιοσύνη ότε

Ο

Κόσμος χρωστάει κάποτε ν' αποσύρεται
Προς όφελος της αλύγιστης Ομορφιάς·

Υπήρχαν όπως πάντα αναιτιότητες και
Περιττά απομεινάρια χρόνου στο μέσον

της ζωής

Τα οποία δεν έδειχναν να ανησυχούν
Ιδιαίτερα την όμορφη νεαρή γυναίκα

που έστεκε στο

Κέντρο του ορατού ευθυβολώντας με
Την όψη της μια προφητεία σκοτεινή·

Ακόμα υπήρχαν και οι επαίτες των ωρών
Που προσπαθούσαν να τις μετατρέψουν

σε χρόνια

Και κυρίως ήταν που

Ο συνωστιζόμενος κόσμος με βιάση άνοιγε
Και έκλεινε πόρτες που οδηγούσαν από το

έξωθεν

στο εξώτερον της οικίας,

Ποιος μένει εκεί, ρωτούσανε χωρίς κάποια
Απάντηση να παίρνουν από πουθενά, ίσως

εμείς,

αποκρίνονταν μόνοι τους,

γιατί

Όχι εμείς, ξαναλέγανε, κι επιχειρούσανε
Να ξαναμπούν στην οικία μένοντας σαν

Σε ανεξήγητη μαγεία μετά 'πό λίγο πάλι
Έξω· πάντα εντοπιζόμενοι μετά το πέρας

της ζωής των

έξω,

Οικία τοσούτον έκπαγλη και φωτεινή που
Ο κύριός της καίτοι λείποντας επί μακρόν,

δεν θα μπορούσε

παρά να' τανε αυτός

Που θα 'μενε ακόμα εκεί·


Monday, December 12, 2011

ΤΟ ΔΕΛΕΑΡ

Ο κύκλος, έλεγαν πολλοί, υπήρχε από
Τόσο παλιά στην ανθρωπότητα, ώστε

Ήταν σχεδόν αδύνατον να θυμηθούνε
Ποιος τον πρωτοσχεδίασε· παρ'όλο δε

Που

Δεν φαινότανε πουθενά, εν τούτοις οι
Άνθρωποι ένοιωθαν την παρουσία του

παντού·

Δεν

Φαντάζει τόσον εύκολο ότι θα βγούμε
Κάποτε από δω, έλεγαν ανησυχώντας

Ήρεμα καθώς περιφέρονταν ελευθέρως
Προς πάσα κατεύθυνση ανά τον κόσμο,

Και καθίσταται αδύνατον έως άρτι να
Μετακινηθούμε έξω από τα όριά του·

Και

Αν έξ' από την θρυλούμενη περίμετρό
Του, παραμονεύει η ζωή, ο θάνατος ή

ο θεός,

Τούτο εμείς δεν το γνωρίζουμε ει μη
Μονάχα σα νύχτα που διαρκεί όσον

Να έλθει ένα πρωινό·

Κι εφ' όσον κυκλικά το πρωινό αυτό
Εμφανίζεται κι απεμφανίζεται κάθε

φορά

στην εποπτεία μας,

Διόλου απίθανο κι ο κύκλος τούτος
Κυκλικά κι ο ίδιος να απεμφανιστεί

άπαξ τουλάχιστον,

είπανε,

εφ' όσον άπαξ εμφανίστηκε,

Και σιωπούσανε μήπως και διακρίνουν
Στον ορίζοντα τα πρώτα δείγματα μιας

άλλης ελευθερίας

στα ανθρώπινα,

Την οποία και υπομονετικά αναμέναν·
Κατά τ' άλλα νοιώθανε βαρείς από την

Γοητευτική έλξη που ασκούσε η γη
Επάνω τους και αβαρείς όσο και τα

όποια όνειρά των,

Και κάποτε ανέβαιναν στον βατήρα

του μυαλού τους

Και σκέπτονταν στα σοβαρά να πράξουν
Μια κατάδυση ελευθέρα στα κατάμαυρα

νερά του,

Είναι σκοτεινά τα νερά αυτά, λέγανε, από
Κάθε γωνία του κόσμου, είναι αμφίβολον

τόσον

Αν εκεί θα υπάρχει κάποιος κύκλος να μας
Kρατήσει και να μας απεκβάλλει πάλι πίσω·

Διεπίστωναν και ολοένα την βουτιά διστάζαν
Και κάνανε πίσω για να επιστρέψουν πάλι ως

εάν σε κύκλο,

Ενώ από κάτω τους η ίδια πάντα και κάθε
Φορά, Μαιευτική Πισίνα της Δημιουργίας,

Φαινόταν σαν να είναι ζωντανή,

ή και

σκεπτική ακόμη,

Αν θα 'πρεπε να τους δεχθεί στα νερά της,
Το όλο προμορφικό, προγλωσσικό και εν

τέλει

χάος μέσα της ανθρώπινο

Φαντάζοντας να διατηρεί ακμαίο σ' ένα
Τετράγωνο μεγάλο που περικύκλωνε τα

νερά·

Τετράγωνον τοσούτον ορατόν, που είναι
Αλήθεια, δεν φαινόταν να υπόσχεται ως

Ο κύκλος εκείνος ο αόρατος, ο επίμονος,
Που 'ρχόταν και ερχότανε ακούραστα σ'

αυτούς οπίσω,

Κάτι περισσότερο από Άπαξ·



Thursday, December 8, 2011

CAFÉ DE LA CRÉATION

Η νεαρή σερβιτόρα είχε στάχτη στα
Μαλλιά της και ο δίσκος με τα ποτά


Περιεστρέφετο στην παλάμη της ως
Μια νύχτα ακόμα που ήταν να έλθει

στα γήινα,

Εσμεράλδα, της φώναζαν, κι εκείνη
Προσήρχετο σχεδόν αμέσως με ένα

Χαμόγελο που την έκανε να ομοιάζει
Ωσάν αυτόματη κούκλα της σελήνης

καθ'όσον ομιλούσε

Στη νέα κάθε φορά

Επικράτεια της ανθρωπότητας που
Την ώριζε η εισερχομένη παρέα ότε

Διεπεκτείνετο επί των απλωμένων
Σαν σε κατοπτρικό ουρανό κενών

καθισμάτων

Και

Αφίοντας να επιπλέει στο εύρυθμο
Χάος των συνομιλουσών μορφών

Ένας γαλαξίας της έξαψης·


Υπήρχαν ακόμα διάσπαρτοι μοναχικοί
Θαμώνες που κοιτούσαν νωχελικά προς

την έξοδο

Και κυρίως, οι όμορφες νεαρές κυρίες
Που συνεκέντρωναν τα βλέμματα του

Θαυμασμού επάνω τους

καθώς

Με χάρη και σπουδή αποτολμούσανε
Την φωταγώγηση της επιθυμίας μέσω

Των

Προσόψεων των αλληλενδοσυρομένων
Ποδών κατά το χυτό σταυροπόδι· στην

δε πλατεία

Έξ' από τον χώρο του Kαφέ, τα σκυλιά
Δυο τρία όλα κι όλα ανέμεναν το έλεος

των περαστικών

με σβησμένα μάτια σαν μαύρες τρύπες

του Κακού,

Διστακτικά κινώντας κάποτε προς τ'
Άδεια υπαίθρια καθίσματα καθ'όσον

ο αέρας φυσούσε ακόμα πιο πολύ

Ψιθυρίζοντας μνήμες που κλειστήκαν
Έξ' από τα σπίτια κατά την νύχτα· το

δε περίπτερο,

Έχοντας

Προ ώρας πολλής κλείσει ωμοίαζε ωσάν
Τ' άδειο πλέον συνοροφυλάκιο του θεού,

Ενώ από μακριά ακουγόταν μια σειρήνα
Περιπολικού και ένα το κόκκινο φως που

Περιελίσσετο στις εισόδους των κτιρίων
Υπομνηματίζοντας έναν Χρόνο ο οποίος

άρχιζε να γεννιέται μόλις

μέσ' από ακαθόριστο αίμα·

Εσμεράλδα, της είπαν από μια μακρινή
Γωνία, φέρε μας ξανά τα ίδια, μια φορά

ακόμη,

της τονίσαν,

Και ένας κόσμος ολόκληρος, ήτανε δήλον
Στη ποίηση μόνον, προσκαλείτο να έλθει

σε ύπαρξη·

Οι ζωηρές συζητήσεις, οι ήχοι των υαλικών,
Και οι κατά τόπους συσσωρεύσεις καπνού,

Εφάνταζαν όλον και περισσότερον ως ένα
Ανέστιο Όλο, μια περιπλανωμένη γαλέρα

συνυπαρκτική

Και φαντασματικώς πλέουσα σε άδειον ήχο
Και φθίνουσα από το φως του Καφέ εικόνα·

Και

Ένα περιγλωττώδες φιλί της νεαρής καθώς
Και η κηπώδης μυρωδιά του υαλορεύστου

κομψού κορμού της

Επέδιδαν γι' άλλη μια φορά την κατεύθυνση
Που θ' ακολουθούσε κι αυτός ο νέος κόσμος

Που λογικά θα 'πρεπε να βγει κάποια στιγμή

στο ανύποπτο πρωινό φως

που ερχόταν·


Saturday, December 3, 2011

ΚΑΥΚΑΣΟΣ

Αυτή, Προμηθεύ, είναι η νύχτα σου,
Του 'λεγε η νεαρή Ασία ψηλά πάνω

στον βράχο

Ενώ από κάτω έχαινε ο κόσμος σαν το
Βάραθρο που σιωπούσε· νύχτα τόσον

Φωτεινή όσον και ένας κρίκος χαμένος
Στα αιολικά σύμπαντα της τέχνης του

νοείν,

Προμηθεύ,

Και τοσούτον, λέγω αλήθεια, σκοτεινή
Όσον και μια φωτιά στην έννοια θεός,

Κι εσύ δεδεμένος άρτι και απελεύθερος
Υπερέχεις του κόσμου τούτου μόνον ως

όμηρος της πραγματικότητας

και ποτέ ως πολίτης της,

Είσαι άραγε ο ζωντανός, ειπέ μου, ως εάν
Οι των πόλεων νεκροί αιώνιοι που ακόμα

Δεν ηξεύρουν έρμαια του φωτός που είναι
Τόσο! μα και οι ομιλίες κι οι κινήσεις τους

δεν είναι παρά

τα ίχνη του θεού

σε άμμο δαιμονική

Εφ' όσον και αφ' ότε τελεσθούν· ή είσαι
Ο νεκρός, όσο και οι ζωντανοί που ίσως

Δεν αποφύγουν για ακόμα μια φορά να
Πεθάνουν από συνήθεια και πειθώ προς

Την φλεγομένη τροχαλία των άστρων που
Συσπείρει παντού ρόλους και πεπρωμένα,

Και κυρίως,

μιαν ακόμα ημέρα κάτω από αυτόν

τον ήρεμο παμφάγο ήλιο,

Του 'λεγε η νεαρή Ασία και το ευγενικό
Πρόσωπό της έλαμψε σαν ο πολύτιμος

λίθος

στην θέση μιας λέξης,

Μα είναι η ζωή, Προμηθεύ, είναι πάντοτε
Ο θρίαμβος του ενός δευτερολέπτου όταν

Χορηγεί την ασωτεία ενός σφυγμού στις
Αρτηρίες αυτού του παγκόσμιου ονείρου,

Κι εσύ, αιτώντας έναν παράδεισο στην γη
Δεν είσαι παρά ο πλεόν μισητός ανάμεσα

σε

Θεούς και δαίμονες εξ ίσου, ότι το κάλλος
Της σάρκας δεν στέργεις να παραδώσεις

Βορά μήτε της σκοπιμότητας μηδέ όμως
Και της τύχης, και αλήθεια επιζητείς ένα

Σπίτι για τον άνεμο και προσβλέπεις στους
Ποντοφρενείς κυματισμούς των κορυφών

των ορέων

πάνω στην αιέν

Μαθητιώσα αντίληψη της ανθρωπότητας,
Ευ, Προμηθεύ, ιδού το Υδρόγειο Θέατρο,

ιδού η Μαγεία,

Και τώρα, μετά από τόσους αιώνες τι; μην
Η σκλαβιά ακόμα για μια νύχτα, ή μήπως

η ελευθερία

για μιαν ολόκληρην

Πρωία της Έννοιας,

Μην ακόμη μια περιστροφή στα νήματα
Των δαιμονικών χρόνων, ή ένα έλεος της

αχρονίας

στους απείθαρχους λειμώνες

των εφήβων οφθαλμών,

Τον ρώτησε η Ασία, και κίνησε σα σύννεφο
Πάνω από το μεγάλο βράχο προς το μέρος

του άνδρα,

Ο οποίος όλη εκείνη την ώρα την εκοίταζε
Είναι αλήθεια μια με αγάπη και μια με την

αδιαφορία,

Το δεδηλωμένο όραμα ενός κόσμου που
Κινείτο από κάτω του τόσον ήσυχος και

Τόσον, μπορεί να πει κανείς, επιθανάτιος
Από βούληση όλως εξωιστορική και ένας

Λογαριασμός ακόμα ανοιχτός απ' τις πιο
Παλιές των ουρανών αντίπαλες λάμψεις,

Μην κρίνοντας σκόπιμο

να προσπεράσει·

Άνθρωπος που με ανθρώπους παλεύει
Δεν είναι κάτι διάφορο ή περισσότερο

ενός ζώου,

της είπε τότε,

Εκείνος που με τους θεούς ωστόσο
Πέπρωται να μάχεται είναι γι' αυτό

Ο πρώτος βεβαιωμένος άνθρωπος
Στην μνήμη της Φυσικής Ιστορίας,

κατέληξε,

Και έμεινε για ολίγο σκεφτικός, τόσον
Ώστε να μην ξανασκεφθεί αυτό μόλις

που δήλωσε,

Ενώ η νεαρή Ασία με ένα τρυφερό φιλί
Στα χείλη του, απέδιδε ένα ακόμα φως

κρυπτόν

στην μεγάλη ήπειρο,

Που σιγαλά περιστρεφόμενη ομού με
Όλη την γαία, γύρ' από 'ναν ήλιο στα

αστρικά σκότη

απομεμακρυσμένο,

Δεν είχε λόγο να μην θέλει να φωτίζει
Μες στους αιώνες περισσότερο ακόμα·