Thursday, December 29, 2011

LIGHT OF THE ETERNAL BELOVED IN THE MIST OF TIME

Τους έβλεπες ξανά μαζεμένους γύρω
Από την προγονική φωτιά· δεν ήταν

άλλη αυτή τη φορά

από μια υπόσχεση του χρόνου,

Καθώς οι αιώνες

Είχαν αφήσει τις οροφές τους επάνω
Στη Γη, τόσο ψηλές που οι άνθρωποι

Κάποτε τις εξελάμβαναν ως εάν ήταν
Ο ουρανός τους· κι από κάτω οι στοές

των ημερών και των νυχτών

Άδειες από κόσμο· την πρώτη ημέρα
Του χρόνου μόνον, εμφανίζοταν στις

ξενυχτισμένες εισόδους

Ένας τυφλός λαχειοπώλης ξεχνώντας
Τι ήθελε να πει, και αποχωρώντας μετ'

από λίγο

Ευχόμενος στα έθνη

σε διάλεκτο αραμαϊκή·

Η όλη οικουμένη πράγματι εφάνταζε
Ως η πρώτη εγκαταλελειμμένη γιορτή

του Χρόνου,

Στην οπού οι ελάχιστοι απομείναντες
Προσπαθούσανε να περισώσουν ένα

ενθύμιο ακριβό

από το μέλλον

Που δεν μπορούσαν ποτέ να ανεύρουν
Στο παρελθόν τους· η Ιστορία, έλεγαν,

μας διδάσκει,

Η Ιστορία, ξανάλεγαν, δεν μας διδάσκει,
Και προχωρούσανε με μεγάλη προσοχή

Καταμεσής της ερημίας, μην και τους
Παρασύρει το κενό· στο βάθος ωστόσο

του μεσοποταμιακού ορίζοντα

Η Βαβυλών η μεγάλη εφώτιζε ακόμη,
Φώτιζε τόσο επιβλητικά σαν ακμαίος

ήλιος

σε ακόμα πιο ακμαία επικράτεια,

Όμως δεν υπήρχε εκεί κανείς να το
Πιστοποιήσει· οι ολίγοι πληθυσμοί

είχαν ήρεμα αποτραβηχτεί

σε προγλωσσική θαλπωρή,

Μιλούσανε βεβαίως, έλεγαν πολλά,
Και σιωπούσαν ακόμα περισσότερα,

Ποτέ όμως

Δεν φανερώνανε στα λόγια τους εκείνο
Που θα έκανε μια λέξη να αναπηδήσει

στην αγκαλιά τους σαν δώρο

από το ζωτικότερο σκοτάδι

του πεπρωμένου·

Και ο ποιητής ανάμεσά τους και έξω τους
Επιχειρώντας να θυμηθεί το πότε ακριβώς

ήρχισε το μέγα χρονικό

της Υπνοβασίας στο Κόσμο,

Να εκκρεμεί μονίμως

Ανάμεσα σε αθανασία και γλυκό όναρ της
Ζωής αυτής, συναθροίζοντας βηματισμούς

των στίχων

Σε

Ένα φυλλοβόλο παστοράλε του Βιβάλντι και
Στο αιέν αμπεμπαμπλόμ της διανοησιαρχίας

Στον δροσερότατο κορμό σου αλήθεια

υπερεπιρρεπής

και τις

Αθρόες υγράνσεις των σφιχτών κυττάρων
Σου λυσιτελής, όλος χαμένος στην χυμώδη

κάθαρση

Της καλλονής μετώπης των φιλιών σου
Και τη συγκίνηση της δοτικής νεανικής

ανάσας σου,

Αν όχι τον θεό ανευρίσκοντας, μηδέ και τους
Ανθρώπους, ίσως ακόμη μήτε τον εαυτό του,

Τουλάχιστον έναν κάπως πιο σοβαρό λόγο
Εξακριβώνοντας σε όλη τη συσσωρευμένη

της Ιστορίας

φασαρία

Νοσταλγικά να παραμένει ακόμα
Αιωρούμενος ανάμεσα σε ουρανό

και γη,

Ζωή και

Θάνατο κι αθανασία ομού
Αμέριμνα παραχωρώντας

Σ' ένα

Τρελλό τρελλό κι αδάμαστο
Φιλί και αρπαγή του Χρόνου·