Thursday, December 22, 2011

ΩΔΗ ΣΕ ΜΙΑ ΝΕΑΡΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Όμορφη όσον μία αρχαία Αθηναία
Κόρη, με το ευγενέστατο πρόσωπο

της

Να

Επισημοποιεί μια τόσο λεία ποίηση
Στην ανθρώπινη σάρκα και απαλά

περιχέοντας

Μια δρόσο φωτεινή στην καταχνιά
Του κόσμου· και με την αίγλη των

Βαθυτέρων υδάτων στο τρυφερό της
Βλέμμα που ορίζει από μόνο του μια

νέα ωκεανογραφία της καρδιάς

Να αποκαθιστά ένα καθολικότερο

νόημα στο ζην·

Η δε ίσια κλασσική της μύτη με την
Υδατώδη αστραπτερή προφάνειά της

κτισμένη στην ορατότητα

σαν από

Σμίλη επί του διαυγέστερου μαρμάρου,
Επιτομή ενός λαγνουργικού πόθου που

επιφέρει

κάποτε

Τα μέγιστα ερωτήματα επί του κόσμου:
Είμαστε πάντα οι κομίζοντες μια νύχτα

υγρή

στην άσφαλτο της Ιστορίας,

Κι ο έρωτας ο άξων σπονδυλικός μιας
Παγκόσμιας σκηνής που περικρύπτει

Την περιπέτεια του θεϊκού στην αχανή
Ανθρωποθάλασσα της Μορφής· πόσα,

αλήθεια,

Μυστικά συρρέουν ανεμπόδιστα στον
Κόσμο κάθε στιγμή, και πόσο η φωτιά

που καίει από μέσα τον πηλό

στη σμίξη των αιεί διψώντων

κορμών

Δεν είναι παρά η ίδια καύση του χρόνου
Και της συνόλου Ιστορίας προς την μία

χρυσόφωτη αιθάλη των ουρανίων,

Ότε η αγνή στάλα της βροχής στην άδεια
Λεωφόρο είναι ό,τι θα απομείνει από μια

παγκόσμια μνήμη

που συσσωρεύεται στις άκρες των

ανθρώπων·

Και εσύ εμβόλιμη στο κόσμο τόσο με την
Αίσθηση του ελαίου και της δάφνης στα

Μαύρα μαλλιά και το λευκό σου πρόσωπο
Να συντροφεύει σαν μέσ' από το κοίτασμα

αιώνων

Την καμπαρτίνα και τις ψηλές σου μπότες
Στην ολίγη διακριτική βροχή της εσπέρας

Που ξαναβύθιζε την οικουμένη στην ποίηση
Και τα γαλαξιακά φώτα της λεωφόρου, και

Εν τω μέσω του Χρόνου

να ίστασαι

Σαν μια ελαφίνα του ποιητικού και μούσα
Αρχέτυπο της Κόρης και η υλική γυναίκα

μαζί,

Που όσο και αν η ποίηση σωπαίνει κάποτε
Από θαυμασμό μπροστά σου, εν τούτοις ο

ποιητής

Από σκότη βαθέα και άγνωστα ερχόμενος
Σε έναν προώρως συσκοτισμένο εικοστόν

πρώτον αιώνα,

Μέλλεται αρχαίο φως να ομιλήσει πάλι
Μέσω αυτής της τόσον αιφνιδιαστικής

στον κόσμο

Καθαρής μορφής σου·