Μας έταξε ο έρωτας σε μιαν ωραίαΠεριπέτεια· κι αν έως άρτι σώθηκα
μέσα στα χρόνια
Από κάτι που 'μοιαζε με την ζωή και
Απ' άλλο που' μοιαζε ορισμένως με
τον θάνατο,
Εν τούτοις, πιστοποιώ πως από το
Αριστουργηματικό σου προσωπάκι
δεν θα 'ταν δυνατό ποτέ να απολήξω
αν όχι σώος
τουλάχιστον ο ίδιος ποιητής·
Είσαι διαρκής, αλήθεια τόσο, όπως έν
Χαμόγελο του γαλαξία πάνω σε αυτές
τις σμαράγδινες οροσειρές
των εγκόσμιων επιθυμιών μου,
Κι εγώ, ας πούμε, πως έχω
Υπάρξει ο σωσίας της ανθρωπότητας,
Περαιτέρω δε, βέβαιο πώς, πέπωκα
Το
Νέκταρ απ' άγνωστο στιχικό μέλλον
Ως η μέλαινα αυγή του μυαλού μου,
Και κυρίως, δεν είμαι σίγουρος πως δεν
Eίμαι τρελλός, όχι για τα σίδερα, αλλά
Για αυτά τα κλήματα της καννιβαλικής
Λαγνουργίας στις νωτιαίες σταγόνες σου
οσαύτως·
Ιδού ο μεθύων της σφιχταγκαλιάς σου·
Δεν έχω όρεξη καμμία να συνέλθω στις
πιο καθομιλούμενες πραγματικότητες,
Ούτε και σε κάποιο όνειρο λιγότερο
Απ' την ιώδη, παιδική ομορφιά σου·
Μην μου ζαλίζεις τους στίχους λοιπόν,
Αφού το ξέρεις καλά πως μονάχα εσύ,
καμμία άλλη,
Είσαι η αιέν σαρκώδης φωταύγεια
Των απρεπέστερων λογισμών μου,
Και
Αν θα 'γραφα τώρα ένα ποίημα δεν
Θα είχε τίτλο τ΄όνομά σου, αλλά το
προσάναμμά σου
στην αστρόφωτη παρεγκεφαλίδα μου,
Τεκμήριο μιας εποχής, όταν η ποίηση
Μπορεί να γίνει κάποτε ο περιούσιος
ξενώνας
κάθε συστημένου από τα μέσα
ανθρώπινου ονείρου·

