Έχεις τόση νύχτα μέσα σου, Ένις,Που ακόμα και τ' αστέρια της δεν
Είναι παρά λακούβες ενός κάπως
Πιο στοχαστικού χάους στις λείες
Επιφάνειες του σκοταδιού· μα εσύ
Δεν κάνεις άλλο από το να οικείς το
αδύνατο
με όρους μιας αδυσώπητης
παλαιοντολογίας
Της ζωικότερης έννοιας, έλεγε η νεαρή
Μπιάνκα, στον άνθρωπο που αιωρείτο
στο φως του σύμπαντος
ωσάν ο εκκρεμής των ημερών,
Και
Θα σου πω και αυτό, Ένις, συνέχιζε να
Λέει η νεαρά, ενώ κοιτούσε ανήσυχα το
ρολόι της
Φοβούμενη πως είχε ήδη καθυστερήσει
Επιμελώς το ρηπόρτ που θα έπρεπε να
παραδώσει
στην ωκεάνεια εταιρεία που δούλευε,
Σε απασχολεί τόσο πολύ το φως, ώστε
Δεν το βρίσκεις πλέον διόλου φωτεινό
παρά μόνον
φως,
Είσαι ένας οραματιστής των εννοιών
Σε ιερατική ανακατάταξη ισχύος στη
πραγματικότητα,
Ένις,
Χειρουργείς το φάντασμα ώστε να
Υγιαίνει ο ζωντανός, και άγνωστο
γιατί,
αυτό τελικά θα δουλέψει
και
Η ζωή όντως υγιαίνει και ο θάνατος
Νοιώθει κάπως αμήχανα όταν δεν
Μπορεί να ξεδιαλύνει την ζωή από
Τον εαυτό του και φεύγει προς τις
Ευφορίες της τυχαιότητας ανά τους
Θεριζομένους στο χρόνο πληθυσμούς,
έλεγε ενώ ο άνδρας δίπλα της
δεν ξεκολλούσε τα μάτια του
Από την αμείλικτη κομψότητα των
Ατέρμονων ποδιών της καθώς αθρόα
Πηγάζανε απ' την στενή φούστα της
Και κατέληγαν σε δυο υποδηματικές,
υποδειγματικές
εναιωρήσεις της επιθυμίας·
Ποιος είναι ο ων, Ένις, αυτό είναι μια
Κοιμώμενη απορία, όταν δεν επιφέρει
δόξα και ύπνωση
στους θνητούς
Και όταν οι ίδιοι προσκολλώνται στις
Λιτανείες του ζην, ως εάν μπορούν να
είναι τι
διαρκέστερο
Από εκατοντάδες εκατομμύρια των
Σκιών που παρήλασαν μπροστά στα
έκπληκτα μάτια
της σιωπηλής γης,
Ω, μα, σου λέγω ειλικρινά!
Ο άνθρωπος δεν είναι ακόμα τίποτε
Περισσότερο από άδεια μεμβράνη
του χρόνου,
Το τι θα την πληρώσει, αυτό μπορεί
Να είναι μια ολόκληρη ζωή ή μία, ας
πούμε,
στιγμή
καταβρόχθισης,
Αν το αρσενικό και το θηλυκό, Ένις ,
Εν τέλει αλληλοεξουδετερωθούν τις
σάρκες τους
καννιβαλίζοντας
Ίσως τότε αποφύγουμε εις το διηνεκές
Τον διαρκή καννιβαλισμό της Ιστορίας,
Του έλεγε, ενώ τα χείλη της κυμαίνονταν
Στα λόγια της σαν τα ολόφωτα ρόδα του
θνητού ιμέρου,
καθώς
Η ίδια εμβόλιζε την ορατότητα ως ένα
Κομψοτέχνημα της απτότητας μέσα
σ' εκείνο το υπόλοιπο της ημέρας
που ιερουργείται
στο νωχελικό τέμενος του καφέ·
Ο κόσμος πηγαινοερχόταν μέσα στο
Κυλικείο με σεβάσμια βιασύνη, ενώ
Οι μεταλλικές κρούσεις των πλήκτρων
Του ταμείου δακτυλογραφούσαν ένα
Άγνωστο ακόμα μυθιστόρημα όλων
Των εναποκειμένων λεπτομερειών στα
περιθώρια
του τυχαίου εσπερινού λόγου,
Ακούγονταν ακόμα οι φανατισμένες
Κόρνες των τροχοφόρων απέξω που
Προσπαθώντας να απεγκλωβιστούν
Από την άχαρη ανασυσσώρευση της
κυκλοφορίας
Υπενθυμίζανε ξανά το αδιαχώρητο
Της δημιουργίας ενός σκοτίου θεού
στο
χρόνο,
Που την ιερή κυτταρική δρόσο της
Γυναίκας, διόλου απίθανο να την
χρησιμοποιούσε στους αιώνες
ως άλλοθι
Για
Μια πιο ευγενική φιλοσοφία· που
Το στοιχειωμένο φως της ποίησης
δεν θα μπορούσε να κάνει αλλιώς
ει μη
να μην επιχειρήσει να εξηγήσει,
Την παθιασμένη έλξη των κορμών
Διακριτικά συνοδεύοντας με ώσεις
φλογός
στην ανίκητη καθε φορά
αμεσότητα της προσμονής·

