Tuesday, May 24, 2011

Η ΚΑΤ' ΑΝΑΓΚΗΝ ΠΡΟΘΥΜΙΑ

Υπάρχει πάντα στα ανθρώπινα ο
Μεγάλος δρόμος στον οποίο οι να

βαδίσουν

λίγοι προορίζονται,

Όσοι ακριβώς χωράνε στην λέξη
Στιγμή· αυτοί και θα προκύψουν

από μόνοι τους

Μια κατάφωτη στέγη του χρόνου
Για όλα τα χαμένα και ζητούμενα

δευτερόλεπτα

από το λεπτό

Ζήτημα της επιβίωσης των αστεριών
Στον ζωολογικό κήπο του σύμπαντος,

Βλαντιμίρ Ίλιτς,

Έλεγε εκείνο το ατέλειωτο απόγευμα
Που έμοιαζε ένα διάλειμμα στην ίδια

την Δημιουργία,

ο αγαθός Λουνατσάρσκυ

σ' έναν ιδιαίτερα σκεφτικό Λένιν,

Και ο δρόμος της επανάστασης είναι
Διπλής κατευθύνσεως, από την μια

Συρρέουν τα οχήματα που φεύγουν
Όπως όπως έξω απ' την πολιτεία του

Μέλλοντος

και

Από την άλλη, καταφθάνουν από τα
Βραχώδη βουνά της αιώνιας νύχτας

Της Ιστορίας οι κακήν κακώς, σπάνια
Το καλύτερον, αφυπνιζόμενοι σε ένα

θορυβώδες πρωινό

της ανάγκης

Που τους τοιχοκολλά την ζωή και τον
Θάνατο έξω από την πόρτα τους σαν

αφίσσες

ενός

Μυστικού και απρόσωπου άρχοντος
Των πεπρωμένων, ο που διόλου δεν

Εγνοιάζεται για τον καθένα ξεχωριστά
Μηδέ πιθανώς και για τους όλους αλλά

μονάχα

για το επόμενο άρπαγμα

Της μεγάλης φωτιάς της ανάγκης στα
Ξερόχορτα του ζην· κατέληξε με δέος

στοχαστικό

ο επίτροπος του λαού για την παιδεία

Και κοιτούσε με ανέσπερο τρόμο το
Ρολόι του κατανοώντας πως δεν θα

Ημπορούσε να αποφύγει μήτε την
Προγραμματισμένη συνάντησή του

με τους

Άλλους επιτρόπους, μηδέ ωστόσο και
Την διαρκώς αναβαλλόμενη επίσκεψή

του

στον κρατούμενο από την Ιστορία

εαυτό του,

Εσείς οι καλλιτέχνες, Ανατόλ, είστε σαν
Χρυσός στην άμμο της ερήμου, σε ουδέν

Διαφέρετε του τοπίου γύρω σας στους
Καιρούς μας, όμως αυτό δεν σημαίνει

Ότι δεν λάμπετε, όμως θαρρώ φίλε μου
Πως είσαι κάπως μελαγχολικός σήμερα,

Άκουγε ο Λουνατσάρσκυ την φωνή του
Λένιν να έρχεται σαν απ' ένα απόμακρο

επέκεινα

του παρόντος του,

Και

Αν η λάμψη της επανάστασης δεν είναι
Αρκετή για να φωτίσει τις ημέρες σου

Άσε την τουλάχιστον να γίνεται νύχτα
Μέσα σου· ότι από τον στρόβιλο αυτό

Επιβιώνει όποιος κάνει οικονομία στο
Σκοτάδι του κι όχι στο φως του, Ανατόλ,

ότι

Το πρώτο μπορεί να κρύβει ακόμα κάτι
Σωτήριο πιθανώς· το δε δεύτερο όμως

Δεν είναι

Παρά η θανάσιμη υποχρέωση της ζωής,
Του είπε ο Λένιν και χαμογελούσε όσο

Καλόκαρδα μπορούσε ώστε να μην
Του στερήσει και εντελώς την αίσια

πρόσοψη

στον
τρόμο·

Σκληρός ἐστιν οὗτοςλόγος, τίς
Δύναται
αὐτοῦ ἀκούειν;

Βλαντιμίρ Ίλιτς,

Τον ρώτησε τότε ο Λουνατσάρσκυ
Μια μιαν ουδέτερη αγωνία που εξ

Αντιδράσεως προς τον εαυτό της
Άγγιζε πλέον τα όρια της καθαρής

Αδιαφορίας

που ωστόσο

Προσπαθούσε ακόμα να ενδιαφερθεί·
Τίς δύναται σωθῆναι; Βλαντιμίρ Ίλιτς,

Ότι η επανάσταση δεν είναι παρά ένας
Ίλιγγος χωρίς χρόνο σ' έγχρονα κορμιά

που

Καρποφορούν σαν θάλασσα δένδρων
Τα φύλλα και τους καρπούς ενός πιο

απαιτητικού δέοντος

από το μακρόθυμο ον,

Και εξ αυτού του ιλίγγου η όλη γαία και
Ο ουρανός επιταράσσονται σε μια θολή

ανακατανομή της ισχύος ανάμεσα

στον λαό και την έκνομη σκιά του

στο πρόσωπο του ηγεμόνα,

Και ο λαός, αυτός πάντα, Βλαντιμίρ Ίλιτς,
Θα είναι η λέξη μπαλλαντέρ σε όλα εκείνα

τα ερμητικά κλειστά ακόμα

χαρτιά

της Ιστορίας

Τα σφραγισμένα από τις ημέρες που είναι
Να έλθουν και ακόμη δεν είναι παρούσες

μηδέ ωστόσο και απούσες·

Μα, Ανατόλ, επιτέλους! πετάχτηκ' αίφνης
Τότε ο Λένιν διακόπτοντάς τον, τι νομίζεις,

Πως η πόρτα απέναντί σου είναι κλειστή ή
Ανοιχτή; τον ρώτησε φωναχτά, κάνοντάς

τον ν' απορεί,

Την βλέπω μισάνοιχτη,

του απάντησε,

Και έκπληκτος είδε τον συνομιλητή του
Μ' ένα τρελλό λάκτισμα
να σωριάζει την

πόρτα

κάτω

Ωσάν μια ώση βαθύψυχη θαμμένων αιώνων
Που έρριχναν στο δάπεδο τις πύλες του είναι,

Είναι πάντα ανοιχτή, Ανατόλ! πάντ' ανοιχτή!
Του είπε ο Λένιν μ' εκείνο πάλι το καλόκαρδο

χαμόγελο

Που καθησύχαζε και αναθέρμαινε πάντοτε
Τους συντρόφους του· ο δε Λουνατσάρσκυ

Βάλθηκε να κρατάει την σωριασμένη πόρτα
Σα να την ζύγιζε με περίσκεψη στα χέρια του·

Και φαινόταν σαν να μην μπορεί να εννοήσει
Ν' αποφασίσει διόλου στο μέγα δίλημμα μιας

ολόκληρης εποχής

Αν η πόρτα

ήταν αρκούντως ελαφριά

Για να γκρεμιστεί τόσο εύκολα,
Ή πλεοναζόντως βαρειά

για να προκαλέσει

τοσούτον πάταγο·