Thursday, November 18, 2010

ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΚΑΙ ΝΑΥΣΙΚΑ

Και την κοίταζε να έρχεται από
Τα φυλλώματα του πλήθους με

Μιαν ακόπαστη λατρεία στα ιερά
Μάτια της που έσταζαν συχνά τα

Μυστικά των θαλασσών, ότι ήξερε
Πως μόνον αυτή ήταν η Ναυς για

Να επιστρέψει στην Ιθάκη, και
Γνώριζε βαθύτερα ακόμη πως τα

Κατάμαυρα μαλλιά της και το
Ολόλευκο κορμί της ήταν αυτό

το

Κατάστρωμα και τα πανιά του
Πρώτου πλοίου της αυγής μετ'

Από τις αλλεπάλληλες καταδύσεις
Στην οφθαλμαπάτη του κόσμου·

Και μια νύχτα που τα άστρα από
Πάνω του φωτίζαν έναν άλλον

Οδυσσέα

Που πλησίαζε τόσο απειλητικά την
Ανομία της πατρικής γης, άγγιξε

απαλά

το ισόθεο πρόσωπό της,

Ναυσικά, της μίλησε, και εκείνη
Γύρισε ξαφνικά και τον κοίταξε

Σαν ακοίμητη λαμπάδα αιώνων
Που περίμενε από πολύ παλιά

Άγρυπνη την επιστροφή του σ' ένα
Μυστικό δώμα ιερότερης λατρείας,

Είμαι η Πηνελόπη σου Οδυσσέα,
Δεν με αναγνωρίζεις; του είπε και

ευθύς

Με τα μάτια κόκκινα από το χρόνο
Και τον νου λευκόν όπως του θεού

ενώθηκε μαζί του

κάτω

Από τους ήχους ενός κόσμου
Που μαζί με τους δυο τους και

αυτός γδυνόταν

προς

Την οριστική αποκάλυψή του·