Wednesday, October 20, 2010

Η ΕΠΑΦΗ

Η μορφή καθότανε μόνη της από
Αιώνες σ' έναν βράχο στ' ανοιχτά

μιας θάλασσας

που δεν υπήρχε,

Λευκοθέα, την είπαν κάποτε και
Ακόμα την φωνάζαν Λευκωσία,

Σώτειρα θνητών μεγίστη και φως
Της ψυχής να λυοδοτείται από το

κέντρο της

ναρκωμένης πόλης·

Τα μαύρα μαλλιά της ήταν αυτός
Ο κόσμος ωσεί αιολική ευγένεια

στα μήλα της επιθυμίας

Ενώ τα λευκά της χέρια ανέρχονταν
Προς τον ουρανό σαν κίονες χυτού

φωτός

με μιαν

αγάπη

Να φέγγει στην πνοή της σαν κρουνός
Της αθανασίας στους λαβύρινθους της

εσώτερης φωτιάς·

Έλεγαν κάποτε πως ήταν μόνο εκείνος
Ο αρχαίος ήλιος που ανέτειλε πάνω απ'

τα νερά

Της δίψας των τρελλών πειρατών της
Ζωής που γυρνούσαν στο δρόμο με μια

Υδρία στα χέρια, μαζεύοντας την βροχή
Που 'πεφτε απαλά από τους θόλους των

ουρανόκτιστων οφθαλμών της,

Λευκοθέα, της ψιθύρισε κάποιο βράδυ

ο στίχος

Και εκείνη υπνοβατώντας έτρεξε προς
Την θάλασσα να βουτήξει για να τον

βγάλει έξω στην ακτή,

Ενώ από δίπλα της ολοένα κορνάραν
Τ' αυτοκίνητα δαιμονισμένα και σε

αναμόχλευση ζωής μεγάλη

Προσέχοντας με φόβο

Μην πατήσουν την επερχόμενη ποίηση·